Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Tristan Corbiere, Άνθρωποι της Θάλασσας, Εκάτη, 2010 (μετάφραση: Νίκος Χειλαδάκης)

Ο ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ

Αυτό είναι «παράνομος» το νόμο να ξεφεύγει: Για να μη κάνει τίποτα στα πάντα αυτός θα στέργει. Στη τράκα ζει όπου μπορεί κι είναι δειλό θρασίμι, Διπρόσωπος, απόβρασμα δεν κάνει για τακίμι. Απατεώνας δουλικός, μπράβος ξανθός γιʼ αράπης; Με μαστοριά πορεύεται στη στράτα της απάτης. Μαϊμού, ρουφιάνος γυναικών, γυναίκα στην ανάγκη, Για νά ʼχει κάποιο ποσοστό παίρνει ψυχές φαλάγγι… Μπορεί να τον κρεμάσουνε ή Δήμιος να γίνει, Ευνούχος, έμμισθος φονιάς, τίποτα δεν αφήνει… Ακόμα και ο χάροντας τον έχει αποστραφεί, Τον έφτυσε ο θάνατος τον φτύνει κι η ζωή. Τρώει τα πάντα και σκατά μʼ αντάλλαγμα χρυσάφι, Ζει όμως και με τίποτα έχει ψυχή σαράφη. Είναι φορέας πολλαπλών ποικίλων ονομάτων. Πότε γιορτάζει; Προφανώς πως των Αγίων Πάντων. Κατά καιρούς ονόματα διάφορα έχει πάρει Μα του κελιού του τʼ αρχικά τον έχουνε σταμπάρει. Τι τάχα τον καθοδηγεί; Ο έρωτας, τα πάθη; Όλα τα έχει παραβεί, έχει πνιγεί στα λάθη… Το μίσος; Όχι. Η κλοπή; Μήτε τον πολύνοιάζει. Μήπως και βίτσιο σκοτεινό τη σάρκα του ταράζει; Όχι δεν είναι ούτʼ αυτό μά ʼχει ψυχή πουτάνα, Στη τέχνη του διαγουμιστή είναι «καημένη μάνα». Σκόντο δεν έκανε ποτέ μήτε και του διαβόλου, Και καθετί εξʼ απʼ αυτό το θεωρεί: «του κώλου». Χτυπιέται και ταυτόχρονα το χτύπημα γυρίζει, Εκεί ʼναι μόνο καθαρός, αυτό τον εξαγνίζει. Βαλεαρίδες.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Robert Desnos (1900-1945), “Σώμα κι Αγαθά”, μετφρ.: Κώστας Ριτσώνης

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΟΙΗΜΑ

Σʼ έχω τόσο πολύ ονειρευτεί ,
Έχω τόσο πολύ βαδίσει ,τόσο πολύ μιλήσει ,
Τόσο πολύ αγαπήσει τη σκιά σου ,
Που δε μου μένει πια τίποτε από σένα .
Μου μένει να είμαι η σκιά μες στις σκιές
Να είμαι εκατό φορές πιο σκιά κι απʼ τη σκιά
Να είμαι η σκιά που θα έρθει και θα ξαναρθεί
μέσα στην ηλιοφώτιστη ζωή σου .

ΤΑ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ

Μέσα στη νύχτα υπάρχουν φυσικά τα επτά θαύματα του κόσμου και το μεγαλείο και το τραγικό και η γοητεία.
Τα δάση εκεί σκοντάφτουν συγκεχυμένα με πλάσματα απʼ το θρύλο κρυμμένα μέσα στʼ άβατα.
Υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη νύχτα υπάρχει το βήμα του περιπατητή και το βήμα του δολοφόνου και το βήμα του αστυφύλακα και το φως του φαναριού του δρόμου και το φως του φαναριού του ρακοσυλλέκτη.
Υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη νύχτα περνούν τα τρένα και τα καράβια και η οπτασία των τόπων που .έχουν πάντα μέρα. Οι τελευταίες πνοές απʼ το λυκόφως και τα πρώτα ρίγη της αυγής.
Υπάρχεις εσύ.
Ένας σκoπός από πιάνο, ένας πάταγος φωνών.
Μια πόρτα χτυπά. Ένα ρολόι.
Και όχι μόνο τα όντα και τα πράγματα και οι θόρυβοι απʼτʼάψυχα
Μα ακόμα κι εγώ που διώκομαι και χωρίς σταματημό ξεπερνιέμαι.
Υπάρχεις εσύ η σφαγιασμένη, εσύ που περιμένω.
Καμιά φορά ξένες μορφές γεννιούνται στις στιγμές του ύπνου κι εξαφανίζονται.
Όταν κλείνω τα μάτια, ανθίσματα φωσφορικά εμφανίζονται και μαραίνονται και ξαναγεννιούνται σαν εύσαρκα πυροτεχνήματα.
Χώρες άγνωστες που τις διατρέχω με συντροφιά μου πλάσματα.
Υπάρχεις σίγουρα εσύ, ω όμορφη κι εχέμυθη κατασκοπίνα.
Και η χειροπιαστή ψυχή του εύρους.
Και τα αρώματα του ουρανού και τα αστέρια και το τραγούδι του κόκορα εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια και η κραυγή του παγωνιού μέσα σε πάρκα φλεγόμενα και φιλιά.
Χέρια που σφίγγονται σκυθρωπά μέσα σʼένα χλωμό φως και άξονες τροχών που τρίζουν πάνω σε τρομαγμένους δρόμους.
Υπάρχεις εσύ ασφαλώς που δε σε γνωρίζω, που σε γνωρίζω αντίθετα.
Αλλά, παρούσα στα όνειρά μου, επιμένεις νʼαφήνεσαι να σε μαντεύω χωρίς να εμφανίζεσαι.
Εσύ που παραμένεις άπιαστη μες στην πραγματικότητα και μέσα στο όνειρο.
Εσύ που μου ανήκεις από τη θέληση μου να σε κατέχω μέσα στην αυταπάτη αλλά δεν πλησιάζεις το πρόσωπό σου στο δικό μου στα μάτια μου που είναι το ίδιο κλειστά στο όνειρο και στην πραγματικότητα.
Εσύ που είσαι η βάση των ονείρων μου και τραντάζεις το πνεύμα μου το γεμάτο μεταμορφώσεις και μου αφήνεις το γάντι σου όταν σου φιλώ το χέρι.
Μέσα στη νύχτα υπάρχουν τα άστρα και η σκοτεινή κίνηση της θάλασσας, ποτάμια, δάση, πολιτείες, χορτάρια, πνευμόνια εκατομμυρίων όντων.
Μέσα στη νύχτα υπάρχουν τα θαύματα του κόσμου.
Μέσα στη νύχτα δεν υπάρχουν φύλακες άγγελοι, όμως υπάρχει ο ύπνος.
Μέσα στη νύχτα υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη μέρα το ίδιο.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Blaise Cendrars, Φύλλα πορείας (1924 – 1926 – 1927/1928) Μετάφραση: Ζ. Δ. Αϊναλής

Ι. Φορμόζη

Στην ταχεία των 19.40

Πάνε χρόνια που είχα να πάρω το τραίνο
Διαδρομές με το αυτοκίνητο
Το αεροπλάνο
Ένα ταξίδι δια θαλάσσης κι ακόμα ένα ακόμη μακρύτερο

Και να με ξάφνου σήμερα το απόβραδο μέσα σʼ αυτόν τον ήχο του σιδηροδρόμου που κάποτε μου ήτανε τόσο οικείος
Και να που μου φαίνεται πως σήμερα τον καταλαβαίνω καλύτερα απʼ ότι παλιά

Βαγκόν-ρεστοράν
Έξω δεν διακρίνεις τίποτα
Μαύρη είνʼ η νύχτα
Το τέταρτο της σελήνης δεν κινείται όσο κι αν το κοιτάζεις
Μόνο που πάει μια από τʼ αριστερά, μια από τα δεξιά του τραίνου

Η ταχεία πιάνει τα 110 την ώρα
Δεν βλέπω τίποτα
Αυτή η υπόκωφη στριγκιά για ήχο που κάνει τα τύμπανα μου να βουίζουν – το αριστερό σχεδόν πονάει – είναι το πέρασμα πάνω από κάποια τάφρο μπαζωμένη
Κι ύστερα ο καταρράκτης μιας μετάλλινης γέφυρας

Η παλλόμενη άρπα των φρένων το ράπισμα ενός σταθμού το διπλό κροσέ στο σαγόνι ενός οργίλου τούνελ
Όταν το τραίνο επιβραδύνει εξαιτίας των πλημμύρων ακούς έναν βορβορυγμό καταρράκτη και τα πυρωμένα πιστόνια των εκατοντάδων τόνων μέσα στη μέση ενός ορυμαγδού τζαμιών και φρένων

Η Χάβρη ασανσέρ ωτομπούσι
Ανοίγω τις περσίδες της κάμαρας της πανσιόν
Κρεμιέμαι στις μπάσσες του λιμανιού κι η εκτυφλωτική ψυχρή μαρμαρυγή μιας νύχτας μʼ αστέρια
Ένα θηλυκό κακαρίζει στις αποβάθρες σαν να του καθάριζαν αυγά
Μια αλυσίδα βήχει μουγκρίζει δουλεύει δίχως τέλος

Αποκοιμιέμαι με το παράθυρο ανοιχτό νʼ ακούω τους θορύβους
Όπως στην εξοχή τους ήχους του αγροκτήματος.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Zefi Daraki, Selected Poems, ((Translated from the Greek by Yannis Goumas)



NEITHER THE ERROR OF SILENCE
NOR THE DEPTH OF VOICE

…Neither the error of voice nor the depth of silence.
Only snow kept on falling upon the sea
until the waves’ blood froze.
Huddled under the lamplight,
hair clothing her all the way down,
and glowing with a childishness of yore. Though the years had passed
and the nightingales muddled their words like oldsters, she kept at it.
In the afternoon she’d read in this empty space,
the floorboards creaking old talk,
the faces mirrored and eternal,
deeds outlined on the windows
not cleaned for years.

She was sitting there,
her mind more bent on embellishing the morrow,
a calm, faint grace spreading shiver-like across her shoulders.

Neither the error of silence nor the depth of voice.
Only snow kept on falling upon the waves,
and her mouth shadowed with big secrets  dreadful secrets
shading her heart and brow.
That light of bygone days surfaced in waves
from inside out.
And the moment life touched it, it turned to dust.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Aloysius Bertrand, “Gaspard de la Nuit” (Μετ. Άρης Δικταίος)

Aloysius Bertrand, “Gaspard de la Nuit”
(ΠΑΤΗΣΤΕ) Διαβάζει ο Τζων Γκίλγουντ και παίζει στο πιάνο Μωρίς Ραβέλ η Τζίνα Μπαχάουερ .

Οντίν
…Νόμιζα ότι ακούω μιαν αόριστη αρμονία να μαγεύει τον ύπνο μου, και πλάι μου να διαχέεται
ένα μουρμουρητό όπως τα τραγούδια που τρυφερή φωνή, θλιμμένη, τα διακόπτει.

Ch. Brugnot: Τα δύο Πνεύματα
-«Άκουσε! –Άκουσε!- Είμαι εγώ, η Οντίν, που ψαύει μʼ αυτές τις σταγόνες του νερού τους ηχηρούς ρόμβους του φωτισμένου από τις σκυθρωπές αχτίνες της σελήνης παραθυριού σου. Και να που με φόρεμα από κυματοϋφές ύφασμα, η κυρία πυργοδέσποινα κοιτάζει από το μπαλκόνι της την όμορφη έναστρη νύχτα και την όμορφη κοιμωμένη λίμνη.
Κάθε κύμα είναι μια Οντίν που κολυμπά μέσα στο ρέμα, κάθε ρέμα, είναι ένα μονοπάτι που σέρπει κατά το παλάτι μου, και το παλάτι μου είναι χρισμένο ρευστό, στο βάθος της λίμνης, μέσα στο τρίγωνο της φωτιάς, της γης και του αέρα.
-«Άκουσε! –Άκουσε!- Ο πατέρας μου χτυπά το κοάζον νερό ενός κλαριού πράσινης κλήθρας, κι οι αδελφές μου χαϊδεύουν με τους αφρώδεις τους βραχίονες τα δροσερά χλόηνα, νουφαρένια και γλαδυολένια νησιά, η κοροϊδεύουν την υπέργηρη και γενειοφόρο ιτιά που ψαρεύει με την ορμιά!»
*
Όταν μουρμούρισε το τραγούδι της, με παρακάλεσε να δεχτώ τον αρραβώνα της στο δάχτυλό μου, για να γίνω σύζυγος μιας Οντίν, και να επισπευτώ μαζί της το παλάτι της, για να γίνω βασιλιάς των λιμνών.
Κι όπως της αποκρίθηκα πως αγαπούσα μια θνητή, χολιασμένη και πεισμωμένη, έκλαψε μερικά δάκρυα, άφησε ένα ξέσπασμα γέλιου και διαλύθηκε σε μια ραγδαία βροχή με χιόνια και χαλάζια, που ρυάκισαν λευκά πάνω στα γαλάζια τζάμια μου.

Μετ. Άρης Δικταίος

Διαβάστε περισσότερα