Ο ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ
Αυτό είναι «παράνομος» το νόμο να ξεφεύγει: Για να μη κάνει τίποτα στα πάντα αυτός θα στέργει. Στη τράκα ζει όπου μπορεί κι είναι δειλό θρασίμι, Διπρόσωπος, απόβρασμα δεν κάνει για τακίμι. Απατεώνας δουλικός, μπράβος ξανθός γιʼ αράπης; Με μαστοριά πορεύεται στη στράτα της απάτης. Μαϊμού, ρουφιάνος γυναικών, γυναίκα στην ανάγκη, Για νά ʼχει κάποιο ποσοστό παίρνει ψυχές φαλάγγι… Μπορεί να τον κρεμάσουνε ή Δήμιος να γίνει, Ευνούχος, έμμισθος φονιάς, τίποτα δεν αφήνει… Ακόμα και ο χάροντας τον έχει αποστραφεί, Τον έφτυσε ο θάνατος τον φτύνει κι η ζωή. Τρώει τα πάντα και σκατά μʼ αντάλλαγμα χρυσάφι, Ζει όμως και με τίποτα έχει ψυχή σαράφη. Είναι φορέας πολλαπλών ποικίλων ονομάτων. Πότε γιορτάζει; Προφανώς πως των Αγίων Πάντων. Κατά καιρούς ονόματα διάφορα έχει πάρει Μα του κελιού του τʼ αρχικά τον έχουνε σταμπάρει. Τι τάχα τον καθοδηγεί; Ο έρωτας, τα πάθη; Όλα τα έχει παραβεί, έχει πνιγεί στα λάθη… Το μίσος; Όχι. Η κλοπή; Μήτε τον πολύνοιάζει. Μήπως και βίτσιο σκοτεινό τη σάρκα του ταράζει; Όχι δεν είναι ούτʼ αυτό μά ʼχει ψυχή πουτάνα, Στη τέχνη του διαγουμιστή είναι «καημένη μάνα». Σκόντο δεν έκανε ποτέ μήτε και του διαβόλου, Και καθετί εξʼ απʼ αυτό το θεωρεί: «του κώλου». Χτυπιέται και ταυτόχρονα το χτύπημα γυρίζει, Εκεί ʼναι μόνο καθαρός, αυτό τον εξαγνίζει. Βαλεαρίδες.
ΑΥΓΗ ΚΑΘΩΣ ΑΝΟΙΓΕΙ ΠΑΝΙΑ ΕΝΑ ΚΟΥΡΣΑΡΙΚΟ ΜΠΡΙΚΙ
Όπως κάποιος θέλει να είναι πάντα ενάρετος Κάποιος άλλος θέλει να βλέπει να χαράζει η αυγή Εκατόν είκοσι ρεμάλια της απάτης Κουρσάροι αιμοσταγείς και πορωμένοι, Μπαρκάραν την αυγή στο Μαίρη Γκράτις, Λύσαν κάβους κι ανοιχτήκαν μανιασμένοι. —Μάινα το φλόκο, κάργα, να τεντώσει! Είναι το κούρσο που τους κάνει κερατάδες, Μονάχα ο ναυτικός μπορεί να νοιώσει Πως ξοδεύονται του μπάρκου οι παράδες. Ο αέρας που φουσκώνει τα πανιά, Λες και είναι της αυγής τα μεσοφόρια, Κουβαλά απʼ της στεριάς τα καπηλειά Τον αχό των μεθυσμένων, στα βαπόρια. Και οι ναύτες απʼ τα άλμπουρα πιασμένοι Απαντούν στους μεθυσμένους με φωνές, Σαν να είναι παπαγάλοι κρεμασμένοι Σε σφεντάμια και σε άγριες φοινικιές: —Ομορφούλα κάνε κράτει, τελειώνουμε, και νά, Όλα είναι πληρωμένα, θα γυρίσουμε ξανά!!! Τέσσερις νυχτιές κραιπάλη, τέσσερις νυχτιές χαρά, Με μποτίλια και με ζάλη κι αγκαλιά με τη κυρά… —Κάντε υπομονή κορίτσια και σας έχουμε στο νου, Μη γυρεύετε να βρείτε αγκαλιάσματα αλλού. Κάντε υπομονή κορίτσια και ταχιά ξαναγυρνάμε, Στο κρασί και στην αγάπη τους παράδες να σκορπάμε! Πιάνει αέρας που λυγάει τα κατάρτια Και το ντέρτι μας πλημμύρησε το νου. Γαντζωμένοι όπως είμαστε στα ξάρτια …Αγκαλιές ξέρεις, υπάρχουνε παντού… Παλιόκαιρος και πώς να φυλαχτούμε, Το κύμα σπάει στα βράχια της ακτής. Όρτσα Μαίρη, αγάντα να σωθούμε Απʼ τη μανία της καταστροφής. Μπήκε σε κλίση και καργάρισε η Μαίρη. —Λάσκα τα σκοινιά μη τα κλατάρει. —Εμπρός συντρόφια ας βάλουμε ένα χέρι! Πολύ αργά, αρχίζει κιόλας να μπατάρει. Κοφτές οι προσταγές μεσʼ στην αντάρα: —Αμόλα τα σκοινιά! Μάινα το φλόκο! Μες της καταιγίδας την κατάρα Τα μυαλά πάντα να τρέχουνε στο ντόκο. Κι η φουρτούνα που γυρίζει το τραγούδι στην ακτή Σε σεγκόντο με τους ναύτες, συγχρονίζεται κι αυτή. —Ομορφούλα μη σε νοιάζει, ομορφούλα γειά χαρά, Όλα είναι πληρωμένα, μα, δεν θά ʼρθουμε ξανά! ΜΠΑΜΠΙΝ Κοιμάται τώρα ο Μπαμπίν κάτω από τα ραδίκια Σε ρυμουλκό Χαβρέζικο πιλότος ικανός, Τριάντα χρόνια έβλεπε Παρισινά καθίκια, Για λίγα φράγκα πληρωμή και τώρα, ΩΚΕΑΝΟΣ! Χαιρότανε στα ανοιχτά διπλά όταν προσδένει Αράδα, κόμη και σκοινιά, θάλασσα ταραγμένη. Φορτίο που αγκομαχά. —Νισάφι κάπταιν αρκετά… Μπαίνεις σ αυτή τη χαλασιά γιʼ αυτά τα λίγα τα λεφτά; Αμίλητος είνʼ ο Μπαμπίν κι η θάλασσα φορτσάρει, Τα κύματα ψηλώνουνε. Αχ! καπετάνιε χάρη… —Ωραία άμα είσαστε ικανοποιημένοι, Γιατʼ είναι το φορτίο μου οι θαλασσοδαρμένοι Μες την αντάρα έπαιζε ο κωμικός του πλοίου. —Τέρμα τα γέλια, πείτε του να πάψει του γελοίου… Μα πριν του πουν η θάλασσα μπαίνει και τον σαρώνει. Μαζί κι εμείς, μπατάραμε κι όλο να δυναμώνει. Οι επιβάτες φωνασκούν με τη ψυχή στο στόμα Και ο Μπαμπίν να καρτερά χειρότερα ακόμα. Άγγελος παραστέκεται και δίπλα μια γυναίκα. Το πιάνει: Είναι δύσκολη πορεία σε φουρτούνα… —Να τηνε βγάλεις στη στεριά ετούτη τη μαούνα, Να τηνε βγάλεις, αρκετά μ αυτήν εδώ τη στέκα… Βαθιά κοιτάζει ο Μπαμπίν με αυστηρό το βλέμμα. —Είπατε θέλετε στεριά; Στεριά αυτό το ψέμα… Mε αηδιάζει η στεριά… στη ναυτική τιμή μου Νοιώθω στο κύμα πιο καλά, τη θάλασσα αδελφή μου. Γι αυτό καλοκυράδες μου μʼ όλον το σεβασμό, Τα κύματα θα πλύνουνε το κάθε ʼδώ σκατό. Και προχωρά σε ύστερη ευθεία τελική, Λέει: —Αχ! φοβάμαι τη στεριά και κάθε παστρική… Havre-de-Grâce. La Hève. —Αύγουστος.
Ο ΜΟΥΤΣΟΣ
—Για πες μου μούτσε, το λοιπόν, θαλασσινός κι ο γέρος; —Ψαράς. Θαλασσοπνίχτηκε, πολύ καιρό χαμένος. Όλο ξενοκοιμότανε και πάντα σʼ άλλο μέρος, Ώσπου μια μέρα βρέθηκε στα βράχια ξαπλωμένος. Η μάνα μου τον έκλαιγε σʼ ένα νεκροταφείο Μπροστά σε τάφο αδειανό χωρίς νεκρού κουφάρι… Μοναδικό της στήριγμα στʼ αδέλφια μου τα δύο, Έμεινα ʼγώ να πνίγομαι για των μικρών τη χάρη. —Τίποτα δεν ξεβράστηκε ποτέ στην παραλία; —Μόνο δυο ξυλοπάπουτσα κι αν έχει σημασία, Ένα κουτί, που έμπαινε της πίπας ο καπνός. Τώρα τον κλαίει η μάνα μου, τις Κυριακές στο μνήμα Έτσι να ξεκουράζεται. Εγώ κοιτώ το κύμα Και θέλω μεγαλώνοντας να γίνω ναυτικός. Ακτή των Νεκρών.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΛΕΝΤΟΥ
Στο καλό καραβοστάσι για ποστάλια της γραμμής Της χήρας του καπτάν Γκαλμίς Θερμάστρα για τους ναυτικούς – Μαγέρικο Μπράντυ – Λικέρ – Κορίτσια —Για δες ο καπετάν Λεντού… Τι σʼ έφερε απʼ αγνάντια; —Ένας μαΐστρος βρε Γκαλμίς πʼ αρπάζει τα κατάρτια. Αράξαμε και με ζημιά, στο μόλο τη μπρατσέρα. —Αύγουστε.. Μη χοροπηδάς, τραβήξου παραπέρα, Τον καπετάνιο λέρωσες… —Τι ξύπνιος, τι πανούργος! Δικό σου; Πόσο μοιάζετε εσύ κι αυτός ο μούργος… —Χα-Χα, πορτραίτο μου φτυστό δεν είναι ο κακούργος; Saint-Màlo-de-lʼIsle.
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Εκδόσεις «ΕΚΑΤΗ», Χ.Κ. ΝΙΚΟΛΑΚΗΣ
Εθν. Αντιστάσεως 94 –14671 Ν. Ερυθραία
Τηλ.: 210-8837343, 210-8665456
Τίτλος: «Άνθρωποι της θάλασσας (Gens de Mer)»
Συγγραφέας: Tristan Corbière (Τριστάν Κορμπιέρ)
Μετάφραση: Νίκος Χειλαδάκης
Γλώσσα πρωτοτύπου: Γαλλική
Έτος Αʼ Έκδοσης: 2010
Διαστάσεις: 14 Χ 21
Αριθμός Σελίδων: 144 (εκατόν σαράντα τέσσερις).
Τιμή (με Φ.Π.Α.): 10,45 ?
Κατηγορία: Ποίηση
Έκδοση δίγλωσση, γαλλικά – ελληνικά
ISBN: 978-960-408-101-1
…Την τελευταία μέρα του Φεβρουαρίου ο θάνατος τον αγκαλιάζει και την επομένη 1η Μαρτίου 1875 στις 10 το βράδυ ο Corbière πεθαίνει στα τριάντα του χρόνια.
Καθʼ όλη τη βραχύβια ύπαρξή του ζει στο περιθώριο μιας κοινωνίας που δεν τον κατανοεί:
Πουλί σπάνιο και λαθραίο Αρσενικό… και μερικές φορές πολύ γυναίκα, Σε όλα επιτήδειος και πουθενά καλός.
Ανάμεσα στους πέντε ποιητές που ο Βερλαίν αναφέρει στη σύντομη μελέτη του με γενικό τίτλο Les Poètes maudits που δημοσιεύθηκε το 1884, το όνομα του Τριστάν Κορμπιέρ αναφέρεται πρώτο.
Μπορεί η επιλογή να προήλθε από την κατάταξη των ονομάτων με αλφαβητική σειρά, ωστόσο σε αυτή τη περίπτωση η σύμπτωση ήταν ακριβής.
Ο Corbière ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να είναι ο κατʼ εξοχή καταραμένος ανάμεσα σε αυτούς που ανέδειξε ο Verlaine, δηλαδή ο λιγότερο γνωστός κι αν όχι ο λιγότερο, σίγουρα ο πιο παραγνωρισμένος, ο πιο απόκρυφος από τους πέντε που για να τους θυμηθούμε είναι: Corbière, Mallarmé, Rimbaud, Marceline Desbordes-Valmore, και Villiers de l’Isle-Adam.
Ωστόσο χωρίς να είναι σε τίποτα κατώτερος από αυτούς είναι ο μόνος που διαθέτει κάποια στοιχεία που είχαν εξαφανισθεί από την εποχή του Villon…











Σίγουρα μια πολύ δύσκολη μετάφραση, και το αποτέλεσμα εξαιρετικό. Felicitations, matelot!
Αναστατώθηκα πρωινιάτικα, μου έδωσε ιδέες ο Κορμπιέ, θα τα παρατήσω όλα, να πα να γίνω πειρατής. Ζητώ συναδέρφους, Πειρατές του Αργοσαρωνικού, με ταχύπλοα, μέγιστη πράξη αντίδρασης στο ΔΝΤ, αλλιώς δε τη βγάζουμε καθαρή. Τι, θα περιμένουμε πότε θα φταρνιστούν οι Αθάνατοι της Ακαδημίας Αθηνών; Άκου εκεί Αθάνατοι!!! Ούτε ένα “επίσημο” λεξικό της ΝΕ δεν έχουν καταφέρει οι γεροφαφούτηδες, τι πληρώνονται; Μαυσωλεία Έσχατης Μωρείας(ΜΕΜΩ)…στον αγύριστο!!!
Μια ελεγεία ένας ύμνος
για κάποιον σαν και εμένα
για δύο λόγους α) θάλασσα
β) ισο-ρίμα .
Κύριε Χειλαδάκη συγχαρητήρια
και πολλές ευχαριστίες .
Υ.Γ Περισσότερα μετά την
Ανάγνωση του όλου έργου .
πόσα κρύβονται πίσω από τις λέξεις
βλαστημάω που έκανα κοπάνα από τα γαλλικά στο σχολείο κι έτσι θα αρκεστώ σε μια ωραία μετάφραση
ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Είναι σκοτάδι,παιδί, που κλέβεις τους σπινθήρες!
Δεν είναι πια οι νύχτες,δεν είναι πια οι μέρες,
Κοιμήσου…περιμένοντας να ρθουν όλες αυτές
Που σου’λεγαν:Ποτέ!που σου΄λεγαν για πάντα!
Aκούς τα βήματά τους;Δεν εχουν πολύ βάρος:
Ω!τα πόδια ελαφρά!-Ο έρωτας έχει φτερά…
Είναι σκοτάδι παιδί που κλέβεις τους σπινθήρες!
Ακούς και τις φωνές τους;Οι τάφοι έχουν κουφαθεί.
Κοιμήσου:ζυγίζει λίγο,το βάρος της αθανασίας σου,
Δε θα’ρθουν να σε βρουν οι φιλενάδες σου
οι αρκούδες
Να ρίξουνε στις κούκλες σου λιθάρια…
Είναι σκοτάδι, παιδί,που κλέβεις τους σπινθήρες!
……………………………………………………
από το βιβλίο …για ένα παιδάκι που
είχε πεθάνει
από το βιβλίο Les amours jaunes
Oι κίτρινοι έρωτες
Μακάρι να μπορούσαμε να βρούμε και τους Κίτρινους έρωτες στα ελληνικά, εμείς που δεν την κατέχουμε τη γαλλική