
ΠΟΙΗΜΑ ΑΤΙΤΛΟ
Η ορεινή αρκούδα φοράει τρύπιο παντελόνι – βάσανο.
Οι γιατροί πήραν πάσο ελευθέρας για το μουσείο μου
σʼ αντάλλαγμα για τις λοβοτομές που μου ʽκαναν.
Δεν φοβάμαι να δουλέψω – θα ʽθελα να πετάξω μʼ αερόστατο.
Ούτε φοβάμαι να γίνω συλλέκτης λαμπτήρων, —
αρκεί να με βοηθούσαν όλοι.
Κι όσο για τα πεπόνια που πουλάς 2 στα 29 σεντς –
το βρίσκω επικίνδυνο.
Η μοίρα μου είναι ταγμένη στο να βλέπω ταινίες.
Δεν πάω πουθενά χωρίς να φοράω τη ζώνη μου, γιατί κάθε τι
που βρίσκεται μέσʼ απʼ τη ζώνη μου ανήκει.
Κι όταν υπάρχει κάποιος άνθρωπος στη γωνία
που μου λέει πως ένα πλοίο σαλπάρει τώρα για τον ουρανό,
προχωράω και δεν βγάζω λέξη.
Ήταν εκείνος ο τύπος που σου ʽλεγα πως έφτιαχνε κάτι
στο δωμάτιο του, κι έφτιαχνε, έφτιαχνε, μέχρι που εκείνο
δεν χωρούσε πια στο δωμάτιο, και τότε έπρεπε να μετακομίσει,
κι από τότε πάντα μετακόμιζε, αυτή ήταν η ζωή του.
Μετά εκείνος ο νέος τύπος βγήκε να πάει στο κατάστημα
και περπάτησε, περπάτησε, κι ένα οικοδομικό τετράγωνο
τον ακολούθησε, ύστερα κι άλλο, κι άλλο ένα μπροστά,
τον ακολούθησε κι αυτό, κι έτσι έφτασε πολύ μακριά απʼ το σπίτι,
κι όλα αυτά εξαιτίας κάποιου που είπε κάτι στην τηλεόραση.
Διαβάστε περισσότερα