Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Σταύρος Σταυρόπουλος, “Πιο νύχτα δεν γίνεται”, εκδ. Οξύ 2011 (Προδημοσίευση)

Το βιβλίο κυκλοφορεί σήμερα Τρίτη, 17/5/11.

(ΕΚΑΤΗ)

«Μετά γίναμε δέντρο καρφωμένο στη γη και η αναπνοή της σαν κεντητή αψηφούσε το Θεό. Την είδα να παίρνει τα φαντάσματα μου απ’ το χέρι και να στροβιλίζεται με φτερωτά βήματα. Έσερνε ένα χορό που βάραινε τη γη και την σήκωνε στον αέρα.
Η τρύπα στη κοιλιά της μεγάλωνε. Βούλιαξα μέσα στη λύπη. Με ένα πανικό που με καλούσε βούλιαξα και φύτρωσα μέσα της. Άλλοτε σαν ακάθαρτο όνειρο και άλλοτε σαν ανάσα που έκαιγε τη σπονδυλική της στήλη.
Μου είπε, τίποτα σε τούτα τα μέρη δεν μπορεί να βλάψει τον θάνατό μου. Αλλά φοβόταν τη ζωή. Γιατί η ζωή τής έπαιρνε όσο θάνατο είχε απομείνει και τον λιγόστευε.

Η άδεια νύφη που φορούσε μαύρα καθάρισε το χρώμα της, σαν ρουζ το έξυσε μέχρι να φανεί ουρανί και προχώρησε με ανοιγμένη κοιλιά και απομακρύνθηκε. Μια λάμπα που σβήνει. Η λύπη έσταζε από την ανοιχτή τρύπα και γυάλιζε σαν παρκέ. Κομμάτια τριμμένα ιδρώτα την έβαφαν. Μπορούσε να ακούσει το χρέος του πόνου που συνοδεύει τον άνθρωπο από την αρχή. Ήταν χαμένη. Σπαταλημένη δύναμη. Μερικές φορές είσαι αυτό που δεν είναι για σένα. Και το ήξερε.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Αθηνά Στυλιανή Μίχου, “Σαν φτερό ανέμου”, εκδ. Δωδώνη 2000

Η παπαρούνα
Στην άκρη μιας πηγής
βρήκα το διασκελισμό
μιας παπαρούνας.

Στο βλέμμα μου κατακόκκινη ήταν
και στο άγγιγμα αίμα φωτιάς.

Τα μαύρα μάτια της
άνοιγαν μπροστά στην ομορφιά
της φύσης.

Κι εκεί στο χώμα ριζωμένη
η μορφή της αντανακλούσε
όλη την άνοιξη.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Αγαθή Δημητρούκα, “Πουλάμε τη ζωή/ χρεώνουμε το θάνατο” (μυθιστορηματική αυτοβιογραφία), εκδ. Πατάκη 2010

Καφενείο “Λιανοκάπη”

Στο καφενείο “Λιανοκάπη”
δεν μ’ έσερνε άλλη αγάπη
παρά μονάχα η πατρική.

Μπροστά εκείνος σαν καράβι
που δεν μπορούσε να προλάβει
καμιά θαλασσοταραχή.

Κι εγώ στον πέμπτο μου χειμώνα
ν’ ακολουθώ μικρή γοργόνα
μ’ ένα άσπρο λούτρινο παλτό.

Μη γείρει κι άλλο το κατάρτι
θα βρω στον κρεμασμένο χάρτη
ένα λιμάνι κοντινό.

Γλυκός καφές χοντρό φλιτζάνι
το βήμα βήματα να κάνει
σε χέρια ριζοσπαστικά.

Και σ’ άλλα χέρια οι ρηγάδες,
να κλείνουν οι ξερές βδομάδες
με μεροκάματα ξερά.

Μη με κερνάτε δεν θα πάρω,
ποιος έχει ξεγελάσει χάρο
μ’ ένα γλυκό του κουταλιού;

Μη με κερνάτε χιοναγέρι
αφήστε μου το καλοκαίρι
να με προσμένει κάπου αλλού.

Να τραγουδώ σαν τα τζιτζίκια
πάνω σε δέντρα δεκανίκια.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Γιώργος Χρονάς, “Περί πνευματικότητος”, Από το “Σάββατο”, εκδ. Οδός Πανός 2011.

 

A’

Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Καβάφη (1933), και έναν πριν του Πεσόα (1936), ο Γιάννης Τσαρούχης γράφει Τα ποιήματα της πνευματικότητος (1935). Τα εφτά (7) ποιήματα αριθμούνται με τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. Α’, Β’, Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ’, Ζ’. Τα ποιήματα καταλαμβάνουν τις σ. 41-47 του βιβλίου τού Γιάννη Τσαρούχη Ποιήματα 1934-1937, εκδόσεις Αγρα, 1980 (Ίδρυμα Τσαρούχη).

Σ’ έναν ταχυδρομικό φάκελο, στο ντουλάπι του ισογείου, δίπλα στο κρεβάτι του, της κατοικίας του στο Μαρούσι, Πλουτάρχου 28, είχε τα ποιήματα. Ο γραφικός του χαρακτήρας μού ήταν βατός και άρχισα, το 1975, να τα καθαρογράφω. Μόλις τελείωσα μου υπαγόρευσε την εισαγωγή. Τον πρόλογο. Τα ποιήματα της πνευματικότητος είναι γραμμένα στην Αθήνα το 1935, πριν φύγει για το Παρίσι. Θα ξεκινήσω με το πρώτο της σειράς:

Α’

Ενας άνθρωπος έστησε μια πνευματικότητα κοντά στη θάλασσα. Ηταν από τσίγκο, σ’ ένα τελάρο ξύλινο βαμμένο με λαδομπογιά. Το βράδυ την έριξε ο αέρας και σκότωσε έναν περαστικό.

Ενα τοπίο ζωγραφικής -ήταν ζωγράφος;- έστησε ο άνθρωπος δίπλα στη θάλασσα. Το έργο της ζωγραφικής -η δημιουργία της πνευματικότητος- προκάλεσε βλάβη ανεπανόρθωτη, «σκότωσε έναν περαστικό». Ομως γιατί; «Την έριξε ο αέρας», ο αστάθμητος παράγων που ακολούθησε. Η πραγματικότητα, δηλαδή. Η λογική τής πτώσης του νόμου της βαρύτητος όταν γίνεται θανάσιμη. Και χαλάει το έργο του πνεύματος που μιμείται, όσο γίνεται, τη φύση· στο συγκεκριμένο.

ΥΓ.1: Ηλθε για να διαβάσει… και, Βαρέθηκα να βλέπω τη σκηνή/και σήκωσα τα μάτια μου στα θεωρεία. Και τα δύο ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη. Κι αυτά στο Περί πνευματικότητος, έργο, που ξεκινάμε από σήμερα.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Αργύρης Χιόνης, “Ό,τι περιγράφω με περιγράφει” -ποίηση δωματίου”, εκδ. Γαβριηλίδης 2010

 

 

(Από την ενότητα «Προσωπεία»)


Ο Τζουτζές
               Στον Νίκο Ζούδιαρη


«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς
«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.
«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω»,
χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.
«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,
χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.

«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές
«δεν έχω καμιά»» είπε και γέλαγε.
«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,
δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.
«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,
Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.

Διαβάστε περισσότερα