A’

Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Καβάφη (1933), και έναν πριν του Πεσόα (1936), ο Γιάννης Τσαρούχης γράφει Τα ποιήματα της πνευματικότητος (1935). Τα εφτά (7) ποιήματα αριθμούνται με τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. Α’, Β’, Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ’, Ζ’. Τα ποιήματα καταλαμβάνουν τις σ. 41-47 του βιβλίου τού Γιάννη Τσαρούχη Ποιήματα 1934-1937, εκδόσεις Αγρα, 1980 (Ίδρυμα Τσαρούχη).

Σ’ έναν ταχυδρομικό φάκελο, στο ντουλάπι του ισογείου, δίπλα στο κρεβάτι του, της κατοικίας του στο Μαρούσι, Πλουτάρχου 28, είχε τα ποιήματα. Ο γραφικός του χαρακτήρας μού ήταν βατός και άρχισα, το 1975, να τα καθαρογράφω. Μόλις τελείωσα μου υπαγόρευσε την εισαγωγή. Τον πρόλογο. Τα ποιήματα της πνευματικότητος είναι γραμμένα στην Αθήνα το 1935, πριν φύγει για το Παρίσι. Θα ξεκινήσω με το πρώτο της σειράς:

Α’

Ενας άνθρωπος έστησε μια πνευματικότητα κοντά στη θάλασσα. Ηταν από τσίγκο, σ’ ένα τελάρο ξύλινο βαμμένο με λαδομπογιά. Το βράδυ την έριξε ο αέρας και σκότωσε έναν περαστικό.

Ενα τοπίο ζωγραφικής -ήταν ζωγράφος;- έστησε ο άνθρωπος δίπλα στη θάλασσα. Το έργο της ζωγραφικής -η δημιουργία της πνευματικότητος- προκάλεσε βλάβη ανεπανόρθωτη, «σκότωσε έναν περαστικό». Ομως γιατί; «Την έριξε ο αέρας», ο αστάθμητος παράγων που ακολούθησε. Η πραγματικότητα, δηλαδή. Η λογική τής πτώσης του νόμου της βαρύτητος όταν γίνεται θανάσιμη. Και χαλάει το έργο του πνεύματος που μιμείται, όσο γίνεται, τη φύση· στο συγκεκριμένο.

ΥΓ.1: Ηλθε για να διαβάσει… και, Βαρέθηκα να βλέπω τη σκηνή/και σήκωσα τα μάτια μου στα θεωρεία. Και τα δύο ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη. Κι αυτά στο Περί πνευματικότητος, έργο, που ξεκινάμε από σήμερα.

Β’
Το δεύτερο ποίημα του Γιάννη Τσαρούχη, το 1935 κι αυτό, συμβαίνει στον ανοιχτό χώρο.
Από το δωμάτιο – το κρανίο, η πνευματικότης οδηγείται στο φως. Στη φύση. Στην εξοχή. Δημόσια πρόσωπα- ο παπάς-αρχιμανδρίτης, η γυναίκα του δημάρχου -απουσίαζε ο δήμαρχος; την έστειλε αντ’ αυτού;- παρευρίσκονται όλο χαρά για το υψηλό επίπεδο. Και το απολαμβάνουν.

Αυτός που την επιδεικνύει είναι βέβαιος πως η δική του πνευματικότης -το έργο της τέχνης του- το τελάρο από ξύλο σε συνδυασμό με σιδερογωνιές είναι κραταιό. Ανίκητο. Κι όμως έπεσε κι αυτό. Φύσαγε άνεμος – λέει ο ποιητής. Ηρθε το ΔΝΤ.; Επεσε λιμός; Εγινε σεισμός; Καταστροφή 11 Σεπτ. Νέας Υόρκης; Δίδυμοι Πύργοι; Οι αστάθμητοι παράγοντες της ζωής που πια κυριαρχούν. Και βασιλεύουν. Κι εμείς γινόμαστε τίποτα ακόμα και με καλά στηριγμένη πνευματικότητα.

Ομως ιδού το έργο του Τσαρούχη.

Β’

Είχε πει πως η δική του πνευματικότης δε φοβάται τίποτα, ήταν νέου συστήματος. Το τελάρο ήταν από ξύλο, εν συνδυασμώ με σιδερογωνιές. Ηταν ωραία και μεγάλη, βαμμένη με ριπολίνα άσπρη, θαλασσιά και χρυσή. Εγιναν και εγκαίνια. Υπήρχε κι ένας αρχιμανδρίτης. Και χωρίς να φυσάει άνεμος, από κακό υπολογισμό, έπεσε η πνευματικότης την ώρα του αγιασμού. Το τι γίνηκε δεν περιγράφεται. Ο παπάς πληγώθηκε. Η γυναίκα του δημάρχου έπαθε διάσειση. Τους πήγαν όλους στο νοσοκομείο.

Για φαντάσου, την ώρα του αγιασμού! Της ευχής του εξορκισμού του κακού. Πληγώθηκε ο ευχόμενος. Η γυναίκα του δημάρχου. Καταστροφή! Τους πήγαν όλους στο νοσοκομείο. Χρειάζονταν ιατρική περίθαλψη. Εστω και αν ήταν πνευματικά άτομα και είχαν στυλ να πουλήσουν. Με το στραγάλι στο στόμα.

Γ’

Συνεχίζουμε και σήμερα το ταξίδι στην ενότητα των ποιημάτων του Γιάννη Τσαρούχη (εκδόσεις Αγρα) – Περί πνευματικότητος, πραγματοποιώντας την τρίτη στάση. Παραθέτω το ποίημα:

Γ’
Οι άλλες πνευματικότητες που πέσανε, πέφτουνε γιατί κάτι τους λείπει. Κάποιος κακός υπολογισμός γίνεται. Εγώ ετοιμάζω να στήσω μια καινούργια και είμαι αισιόδοξος. Μα κι αν πέσει θα κάνω μιαν άλλη, ακόμα πιο τέλεια. Ξέρω καλά την τέχνη μου.

(1935)

Το ανίκητο πνεύμα του καλλιτέχνη που ξέρει να στήνει δημιουργήματα. Οταν το ένα πέσει -ποίημα; μυθιστόρημα; ζωγραφική; μουσικό έργο; κριτική; μελέτη; δοκίμιο;- θα στήσει άλλο καλύτερο. Ξέρει τον μηχανισμό και δεν το κρύβει. Δεν φαίνεται να επηρεάζεται από τα εσωτερικά ή τα διεθνή γεγονότα. Εμφανής η ειρωνεία για τα έργα. Την εξαπάτηση του κοινού. Ολα δικά του. Ετσι πρέπει να κάνει. Να μη σταματά. Να γράφει. Κι όποιον πάρει ο Χάρος.

Δ΄

Εδώ ο δάσκαλος Γιάννης Τσαρούχης, το 1935 πάντα, κάνει μια στάση. Γυρίζει πίσω και αποφασίζει να μπει στο Καταφύγιο θηραμάτων για να μη σκοτώνει ασυστόλως, ανθρώπους και ζώα που ζουν παντού γύρω από την πτώση – το τέλος της πνευματικότητας. Κάθε πτώση – ακόμα και του χρηματιστηρίου; Η ίδια η χώρα; – φέρνει σκοτωμούς σε σκύλους, γάτες, πρόβατα, άλογα -ανθρώπους;- που περνούν από ‘κεί. Ομως, ιδού το έργο του:

Δ’

Εγώ δεν θα στήσω ποτέ μου πια πνευματικότητα και υπερηφανεύομαι γι’ αυτή μου την απόφαση. Ατυχήματα και σκοτωμοί είναι το τέλος κάθε πνευματικότητος. Ανθρωποι και ζώα σκοτώνονται από την πτώση τους, άντρες στο άνθος της ηλικίας τους, θύματα της περιέργειάς των, κι ανύποπτα άλογα, σκύλοι και γάτες και πρόβατα, που κατά τύχην περνούν από κει. Οχι πια άλλες πνευματικότητες. Αλλά ποιος είναι πρόθυμος να σ’ ακούσει;

Τέλος στις προσπάθειες για κάτι τέλειο. Αφού όλα καταρρέουν. Ομως κανείς δεν τον ακούει. Ολοι χειροκροτούν το νέο έργο. Στη βιτρίνα.

Ε΄

Κανείς δεν ξέρει αν μιλώντας με πνευματικότητα εξυπηρετούμε την πνευματικότητά (μας). Οταν ο Νίκος Γκάτσος και ο Μάνος Χατζιδάκις συνάντησαν στου Φλόκα, το 1974, τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου -πήγαμε μαζί, έμενε στο σπίτι μου- δεν ανταλλάξανε καμία «πνευματική» κουβέντα. Κοιταχτήκανε και μιλήσανε για άλλα πράγματα. Ηταν ένα (μεγάλο) μάθημα, εφάμιλλο των ποιημάτων του Τσαρούχη.

Ομως ας προχωρήσουμε στο επόμενο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου, με το οποίο ο Γιάννης Τσαρούχης συνεχίζει στα Ποιήματα της Πνευματικότητος.

Ε’

Τρεις πνευματικότητες είχε στήσει στο παρελθόν, όλες νέου συστήματος, τελειοποιημένες, μεγάλες κι ωραίες, κοντά στη θάλασσα. Θες ο άνεμος, θες κακός υπολογισμός και οι τρεις πέσανε. Τώρα ετοιμάζεται για τέταρτη. Γίνεται λόγος για συρματόσχοινα που θα βαστάνε κόντρα και για πολλές άλλες τεχνικές λεπτομέρειες και τελειοποιήσεις. Αμφιβάλλω. Αμφιβάλλω πολύ. Αλλά γιατί θέλουν καλά και σώνει να στήνουν πνευματικότητες κοντά στη θάλασσα, που φυσάει ο άνεμος και τις σκουριάζει η υγρασία;

(1935)

Κανένα σχόλιο για σήμερα. Είναι τόσο φανερά όλα. Και προκαλούν μειδιάματα. Ή γέλια τρανταχτά. Δεν αφήνει τίποτε όρθιο ο πειραιώτης δάσκαλος. Δεν αστειεύεται.

ΣΤ

Η φυσική ροή του πνεύματος, κάθε Παρασκευή, σήμερα τελειώνει.Η γνώση του δασκάλου Γιάννη Τσαρούχη (εκδόσεις Αγρα) δεν χρειάζεται αναλύσεις. Το πνεύμα, εν είδει περιστεράς, ανυψούται στα ουράνια. Περιστερά το πνεύμα και όχι αετός ή λέων. Για φαντάσου! Τέτοιο λάθος να έχουμε μπροστά μας και να το λησμονούμε ή να το παραβλέπουμε. Ας είναι. Θα καταφύγω στον φίλο μου Παύλο Μάτεσι για να με πραΰνει. Νομίζω πως το τελευταίο βιβλίο του Graffito έχει και σκηνές αγγέλων, ή δαιμόνων;

ΣΤ’

Δεν θα με υπερνικήσει η αμφιβολία μου και θα στήσω κι εγώ την πνευματικότητά μου. Κανένα δυσάρεστο προηγούμενο δεν θα με σταματήσει.

 

                                           Μια αποθέωσις

Ζ’

Θα πέσει! Θα πέσει! Εφώναζαν μερικοί άγγελοι, προς το δεξιό μέρος του ουρανού. Ενώ μερικοί άλλοι, αριστερά ανεστραμμένοι εφώναζαν: «Επεσε! Επεσε! Αχ, έπεσε η τόση λαμπρή πνευματικότης!».

Πράγματι κατά το απόγευμα έπεσε η τεράστια πνευματικότης και εσκότωσε πολλούς, όχι επισήμους, αλλά διανοουμένους.

(1935)

ΤΕΛΟΣ