Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Κώστας Τσιαχρής, «Νεκρολογία»- Μια απάντηση στην κυρία Ρεπούση

`

Ακολουθώντας την περίφημη ρήση του Βολταίρου, έμαθα να σέβομαι πάντοτε τις απόψεις των άλλων όσο αιρετικές κι αν είναι, όσο κι αν αγγίζουν δικά μου αποκρυσταλλωμένα πρότυπα σκέψης ή κώδικες κρίσης των πραγμάτων. Υπό έναν όρο βέβαια: κάτω από αυτές τις απόψεις να υπάρχει βάθος, να εξακολουθούν να έχουν κάποια υπόσταση μόλις κατακαθίσει η σκόνη που προκαλείται από τον αιρετικό χαρακτήρα της εκφοράς τους. Αν αυτό το βάθος είναι παρόν, όλα τα μέχρι τότε δεδομένα είναι συζητήσιμα και αναιρέσιμα. Σε διαφορετική περίπτωση, κάθε γνώμη που προορίζεται να προκαλέσει, ιδίως όταν εκφέρεται από ένα δημόσιο πρόσωπο ,μένει μόνο για μερικές μέρες στον αστραφτερό κόσμο της επικαιρότητας, για να χαθεί ύστερα λαβωμένη από τα ισχυρά αντεπιχειρήματα που θα εξακοντίσουν εναντίον της οι επικριτές της.
Την αφορμή για τις παραπάνω και τις παρακάτω σκέψεις μου την έδωσε η άποψη της κυρίας Ρεπούση σχετικά με τον περιορισμό της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με βασικό επιχείρημα ότι πρόκειται για μία νεκρή γλώσσα την οποία ουδέποτε πρόκειται να χρησιμοποιήσουν οι μαθητές στην καθημερινότητά τους. Κάποιοι βέβαια έσπευσαν να διαστρεβλώσουν το σκεπτικό της,  μιλώντας για κατάργηση του μαθήματος από το ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου, αναγκάζοντάς την να προβεί σε διευκρινιστικές δηλώσεις για το νόημα της παρέμβασής της. Ως άποψη ωστόσο, μέσα σʼ ένα περιβάλλον ήδη οξυμμένο από την αφύπνιση των εθνικιστικών αντανακλαστικών σημαντικής μερίδας των Ελλήνων πολιτών, ήχησε όντως προκλητική και ύποπτη. Εναντίον της υψώθηκαν αφορισμοί και ύβρεις, εκφράστηκαν όμως και σοβαρά τεκμηριωμένες ενστάσεις που εν τέλει, θαρρώ, την απογύμνωσαν και έφεραν στο φως τις αδυναμίες της.
Νεκρό φαντάζομαι κατά την κυρία Ρεπούση είναι κάτι που το αγγίζεις και δεν κινείται, δεν αναπνέει, δε βγάζει ήχους. Έχει λιώσει το σώμα του κι απομένει κούφια οστά που μόλις τα χτυπάς , μαρτυρούν το κενό, όπως εκείνη η εντάφια χρυσή προσωπίδα στο Σεφερικό «Βασιλιά της Ασίνης». Συνεπώς, ερμηνεύοντας το σκεπτικό της, οι αρχαίες λέξεις είναι πια άφωνες, εφόσον αν και διδάσκονται καταναγκαστικά στα ελληνικά σχολειά, δεν έχουν κατορθώσει -και μάλλον δεν έχει και πρακτική χρησιμότητα να κατορθώσουν – να εισβάλουν στο καθημερινό λεξιλόγιο των μαθητών ή και να τους μεταδώσουν τα μηνύματά τους. Παραμένουν νεκρά σημαίνοντα, γεμάτα από τη λάμψη ενός αλλοτινού μεγαλείου , παρασύροντας μαζί τους στο σκοτάδι και τα σημαινόμενα. Η πολεμική της κυρίας Ρεπούση φαινομενικά δε στρέφεται εναντίον του αρχαίου ελληνικού πνεύματος αλλά εναντίον της εμμονής στους τύπους που μεταφέρουν αυτό το πνεύμα. Κι εδώ, κατά την ταπεινή μου άποψη, υπάρχει ένα τρωτό σημείο στο σκεπτικό της.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Ο φόβος γεννάει συνέχεια αυγά»/ αλλά και…ωραία ποίηση»-Οι αυθύπαρκτοι- αποφθεγματικοί στίχοι στα ποιήματα της Κατερίνας Γώγου και κάποια συμπεράσματα (Γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

`

Σημ.: Σήμερα συμπληρώνονται 20 χρόνια από το θάνατο της Κατερίνας Γώγου

`

Σε αρκετά ποιήματα της Κατερίνας Γώγου, σε όλες σχεδόν τις ποιητικές συλλογές που είχε εκδώσει και κυκλοφορήσει, υπάρχουν κάποιοι στίχοι μοναδικοί. Θα έλεγα με βεβαιότητα πως είναι στίχοι αυθύπαρκτοι. Εννοώ πως είναι στίχοι με ιδιαίτερο βάρος και αξία, με αποτέλεσμα να ξεχωρίζουν και να προβάλλουν έντονα ανάμεσα από τους υπόλοιπους στίχους αυτών των ποιημάτων, ακριβώς όπως ξεχωρίζει, και δεσπόζει, μέσα στην βαθιά και διάστερη νύχτα, η ολοφώτεινη σελήνη από τʼ άστρα.
Είναι αυτοτελείς, αυτοδύναμοι και αυτόφωτοι στίχοι, που μοιάζουν ωσάν να σήκωσαν κεφάλι ή παντιέρα και επιζητούν νʼ αποσκιρτήσουν, από στιγμή σε στιγμή, από το ποίημα στον οποίο ανήκουν για να ακολουθήσουν δική τους πορεία, έστω και μοναχική, μέσα στην ποίηση της Κατερίνας Γώγου. Με άλλα λόγια, είναι στίχοι με δική τους ανεξαρτησία, δικά τους χαρακτηριστικά, δική τους λάμψη και δική τους λειτουργικότητα! Θα τους ονόμαζα χωρίς δισταγμό στίχους μικρά «διαμάντια»!
Και όμως, δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα, όπως με την πρώτη ματιά φαίνονται και τα αντιλαμβανόμαστε. Γιατί, οι λακωνικοί αυτοί στίχοι, όσο και αν φαίνεται ότι επιδιώκουν να προδιαγράψουν μοναχική πορεία άλλο τόσο παρουσιάζονται να βρίσκονται σε αρμονική διάταξη και λειτουργία με τους υπόλοιπους στίχους του ποιήματος.
Μάλιστα, με ικανοποίηση διαπιστώνω πως οι εν λόγω στίχοι επιτελούν διπλή λειτουργία, ταυτόχρονα και παράλληλα, μέσα στο ποίημα. Δηλαδή, έκαστος ένας από αυτούς τους στίχους, όσο καλά μπορεί να λειτουργήσει ομαδικά, σε αγαστή συνεργασία και επικοινωνία με τους υπόλοιπους στίχους του ποιήματος, άλλο τόσο καλά μπορεί να λειτουργήσει και από μόνος του, αποκομμένος και απομονωμένος από τους υπόλοιπους στίχους, χωρίς να σταματήσει όμως να μεταφέρει ποιητική ενέργεια ή να πάψει να μεταδίδει ικανοποίηση και απόλαυση στο αναγνωστικό κοινό. Επίτευγμα, ασφαλώς, που πρέπει να αποδοθεί στο πηγαίο και γνήσιο ταλέντο της Κατερίνας Γώγου αλλά και στις ικανότητές της να ανακαλύπτει έξυπνα ποιητικά τεχνάσματα για να προσελκύει το ενδιαφέρον των αναγνωστών της.
Στίχοι όπως «Ο φόβος γεννάει συνέχεια αυγά» ή «Για μένα Θεός είναι η Αλήθεια» ή «Τόσος πολύς ο κόσμος και άνθρωπος κανείς», που λένε λίγα αλλά μεταδίδουν πολλά στον αποδέκτη τους, είμαι βέβαιος πως άνετα μπορούν να χαρακτηρισθούν και να καταχωρηθούν στην κατηγορία με τους εξαίσιους αποφθεγματικούς στίχους.
Οι στίχοι αυτοί όμως, μαζί με άλλους τους οποίους θα παραθέσω στη συνέχεια, που πλημμυρίζουν από φρεσκάδα, δύναμη και ενέργεια αλλά και από ευφάνταστες ιδέες και φιλοσοφημένες σκέψεις, δεν είναι δημιούργημα ενός ατόμου που τους εμπνεύστηκε στην απομόνωση, επωφελούμενος από την άνεση που του προσφέρει το πολυτελέστατο γραφείο του. Αντιθέτως, οι γαλβανισμένοι αυτοί στίχοι, πιστεύω πως είναι βγαλμένοι μέσα από ένα μεγάλο ηφαίστειο. Ηφαίστειο εν ενεργεία, που βρυχάται και εκτινάσσει συνέχεια φωτιά και λάβα, και που ασφαλώς αυτό το ηφαίστειο δεν είναι άλλο από την επαναστατημένη ψυχή της Κατερίνας Γώγου. Πιο παραστατικά, θα έλεγα πως οι ηλεκτρισμένοι αυτοί στίχοι είναι βγαλμένοι μέσα από μία επίγεια κόλαση. Κόλαση που σίγουρα γνώρισε και βίωσε η ποιήτρια.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Arthur Adamov [1908-1970]- Mário de Sá-Carneiro (1890-1916)» [γράφει ο Γιάννης Γκούμας]

Arthur Adamov – Άρθουρ Αντάμοβ (1908-1970)

Ο Άρθουρ Αντάμοβ (αρχικά Αντάμιαν) γεννήθηκε στην Καύκασο σε μια ευκατάστατη Αρμενική οικογένεια με συμφέροντα στην πετρέλαιο-βιομηχανία, η οποία, ωστόσο έχασε την περιουσία της το 1917. Είχε γαλλική παιδεία, τα γαλλικά ήταν η πρώτη του γλώσσα, και το 1924 μετακόμισε στο Παρίσι, όπου σε ηλικία δεκαέξι ετών ήρθε σε επαφή με τους υπερρεαλιστές. Αργότερα εξέδωσε το περιοδικό Discontinuité και έγινε φίλος με τον Πωλ Ελουάρ [Paul Ểluard – 1895-1952]. Μετά πέρασε μια κρίση την οποία περιγράφει στο αυτοβιογραφικό του Η ομολογία (LʼAveu, 1946). Απόσπασμα από το βιβλίο είναι το εξής (και σίγουρα η βάση της υπαρξιακής λογοτεχνίας και το θέατρο του παραλόγου):
Τι βρίσκεται εκεί; Πρώτʼ απʼ όλα ξέρω ότι είμαι εγώ. Μα ποιος είμαι εγώ; Το μόνο που ξέρω είναι ότι υποφέρω. Κι αν υποφέρω είναι επειδή στην προέλευση του εαυτού μου υπάρχει ακρωτηριασμός, χωρισμός.
Είμαι χωριστός. Από τι έχω διαχωριστεί ― δεν μπορώ να το ονομάσω. Αλλά είμαι χωριστός.
Τα πρώτα θεατρικά έργα του Αντάμοβ ήταν επηρεασμένα από τον εξπρεσιονισμό από την άποψη ότι ήταν ενάντια στην παρουσίαση ονομαστικών χαρακτήρων, και επανήλθαν σε τύπους. Αυτό το έργο είναι μια σαφής απόδειξη ότι όλα τα πρωτοποριακά ρεύματα δεν είναι παρά όψεις ή εξελίξεις του αρχικού εξπρεσιονισμού.
Ο Αντάμοβ, αν και πάντα έδειχνε συμπάθεια στον κομμουνισμό, βαθμιαία μεταστράφηκε από ένα βασικά μεταφυσικό κέντρο βάρους σʼ ένα αδιαμφισβήτητο μαρξιστικό, συγγενικό με την ιδέα του Μπέρτολτ Μπρεχτ για «επικό θέατρο». Υπήρξαν γνώμες ότι μια αυστηρή τήρηση της θεωρίας του παραλόγου οδηγεί σε αγονία. Πάντως τα θεατρικά έργα του Αντάμοβ είχαν πάντα περισσότερη ουσία, μυστήριο και πάθος από αυτά του Ευγένιου Ιονέσκο [Eugène Ionesco – 1909-94]. Μολονότι σκοπεύει να παρουσιάσει τον Αποξενωμένο Άνθρωπο παρά αποξενωμένους ανθρώπους, μια ρεαλιστική συναίσθηση για τους τελευταίους διαποτίζει τα περισσότερα έργα του. Τον ενδιαφέρουν τα άτομα όσο και οι αφηρημένες ιδέες. Ο Αντάμοβ βλέπει την αποξένωση του ανθρώπου από το ακατονόμαστο (Άλλοτε το έλεγαν Θεός. Σήμερα δεν έχει πια όνομα.) να τον ακρωτηριάζει, και σʼ ένα από τα έργα του το δείχνει κυριολεκτικά: στο Η μεγάλη και η μικρή μανούβρα (La Grande et la petite manœuvre, 1950) το θύμα αντίθετων πολιτικών παρατάξεων κόβεται κούτσουρο σʼ ένα αναπηρικό καροτσάκι, αλλά και οι ακτιβιστές παρουσιάζονται εξίσου αξιολύπητοι. Η εισβολή (LʼInvasion, 1950) έχει να κάνει με την αναζήτηση του Πιέρ για το τι σημαίνει το εξέχον λογοτεχνικό έργο του γαμπρού του. Ο Ζαν του έχει κληροδοτήσει την τεράστια συλλογή των εγγράφων του, αλλά βρίσκονται σε τέτοια άθλια κατάσταση που είναι αδύνατο να τα βάλεις σε τάξη. Ο Πιέρ τελικά καταστρέφει τα έγγραφα, που μέχρι τώρα έχουν καταστρέψει τον ίδιο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νώντας Παπαμιχαήλ, «Μιχαήλ Βόδα»

Το όνομα μʼ έκανε να φαντάζομαι έναν τοπικό αρχηγό του κάμπου που ταξίδευε με μια βοϊδάμαξα –περιποιημένη, σίγουρα . Αυτός ήταν στην παιδική μου φαντασία ο «μεσαιωνικός» Μιχαήλ.
Μέσα από τα παχνιασμένα τζάμια του βαν φολκσβάγκεν σχολικού που με μετέφερε από Πλατεία Αμερικής σε Πλατεία Κολιάτσου, τις πρώτες τάξεις του δημοτικού και που πέρναγε από τον συγκεκριμένο δρόμο.
Χρόνια μετά, ήταν ένας δρόμος που με δυσανεξία διάβαινα. Οι πόντιοι μετανάστες, μετά οι αλβανοί –καλή τους ώρα! Και πριν από τις ασιατικές αρμαθιές ξεβρασμένων υπάρξεων που τώρα πλημμυρίζουν την περιοχή, το πτωχοπροδρομικό των λαϊκών κατοίκων με έπνιγε. Φτωχοί είναι κι οι Ναπολιτάνοι, όμως έχουν χάρη και ευθυμία. Εδώ, επίπεδα σαν τηγάνι τα φαντασιακά που αναδύονται από τις φάτσες και τα σώματα, απλά ικανοποιημένοι από ένα πιάτο φαί, μην ρωτάς πως.
Από κοντά και τα μπουρδέλα της Φυλής. Δεν θέλεις να ανήκεις εκεί. Όχι τόσο ταξικά, αλλά οντολογικά. Να το δικαιολογείς, να λες «άσε το να υπάρχει». Πρέπει να είναι ένα κακέκτυπο του «κανονικού» τριτοκοσμικού, της Λαχώρης ή της Καμπούλ. Δεν ταυτίζομαι, δεν το πολεμώ ούτε όμως το συμπαθώ, γιατί συμπαθώ τις εικόνες που έλεγαν ότι εκεί μέχρι το 1970 υπήρχε μια μικρογειτονιά με κορίτσια που πήγαιναν στο σχολείο με ποδιές. Με πάρτι με βερμούτ και δίσκους 45 στροφών. Όσο κι αν ακούγεται μεροληπτικό και παθιασμένο, το Παρίσι τότε δεν ήταν τόσο μακριά όσο είναι τώρα.
Μπροστά στην είσοδο του τοπικού σουπερμάρκετ, μια νεαρή τσαχπίνα μαμά μʼ ένα καρότσι μωρού κι ένα δισκάκι επαιτείας στο χέρι. Όχι και τόσο συνειδητοποιημένα απλωμένο. Βάρδια; Ποιος ξέρει. Είναι επιθυμητή, μελαχρινή με λεπτό σώμα και μοιάζει παραδουνάβια. Μου έκλεψε το βλέμμα.
Στο δρόμο της επιστροφής, -μετά τον γιατρό- σκέφτομαι ότι αν είναι ακόμη εκεί, κάτι θα της δώσω. Τα βήματα με φέρνουν μετά από μια ώρα πάνω στις ίδιες πλάκες όπου, νομοτελειακά, παραμένει στην ίδια θέση. Το δισκάκι δεν φαίνεται πια. Έχει βγάλει το μωρό από το καρότσι και του μιλάει, μια σλάβική γλώσσα. Του γελάει κι αυτό αποκρίνεται. Madonna con Bambino.
Νιώθω παρείσακτος και προσπερνάω. Τελικά δεν έδωσα τίποτα, γιατί θα ήταν τόοοσο αδέξιο. Και θυμάμαι τη φράση του Νίτσε: «μισώ τους ζητιάνους, γιατί με κάνουν και αισθάνομαι χάλια. Είτε τους δώσω είτε δεν τους δώσω». Δεν κολλάει.
Γιατί εδώ υπήρχε και κάτι άλλο: δεν ήταν μια απλή ζητιάνα. Ήταν μια όμορφη, ερωτικά ακμαία γυναίκα που κάποιος ιδιόρρυθμος σκηνοθέτης αποφάσισε να μας τοποθετήσει σε ασύμπτωτα σενάρια. Ο καθένας στην τροχιά του. Το peace, love and understanding που νοητικά υπερίπταται δεν μπόρεσε να τα φέρει τούμπα.
Δεν είναι αυτός λόγος να διαλέξουμε τον πόλεμο και το μίσος. Ίσως, με άλλα εργαλεία, αύριο ή κάποια άλλη στιγμή, συμπέσουμε στο ίδιο σενάριο. Κι ας μην γίνουμε ζευγάρι. Απλά, ας υπάρχουμε σε καλυτέρευση, σε σχέση με το επιβιωτικό. Κι ύστερα…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Τρεις Αμερικανίδες συγγραφείς των Νοτίων Πολιτείων της Αμερικής» (γράφει ο Γιάννης Γκούμας)

File:Eudora Welty at National Portrait Gallery IMG 4558.JPG

Eudora Welty (1909-2001)

H Eudora Welty (Ευδώρα Γουέλτι) γεννήθηκε στις 13 Απριλίου 1909 στο Τζάκσον, Μισισιπή, όπου και πέθανε στις 23 Ιουλίου 2001. Από μια σημαντική άποψη διάλεξε να είναι Southern (κάτοικος του Νότου), μιας και ο πατέρας της ήταν από το Οχάιο και η μητέρα της από την Δυτική Βιρτζίνια ― που από πολιτιστική πλευρά δεν μετράει ως Νότια Πολιτεία. Μολονότι έχει γράψει καλά μυθιστορήματα, η Ευδώρα Γουέλτι είναι σαφώς στο φόρτε της ως συγγραφέας διηγημάτων και νουβέλες. Πρόκειται για μια πρωτότυπη, ακόμη και ιδιόμορφη συγγραφέα, που την θαύμαζαν και ενθάρρυναν, μεταξύ άλλων, ο Ford Maddox Ford (Φορντ Μάντοξ Φορντ – 1873-1939), η Katherine Anne Porter (Κάθρην Ανν Πόρτερ – 1890- 1980) και ο Robert Penn Warren (Ρόμπερτ Πεν Γουόρεν – 1905-1989). Ένας συγγραφέας που της άσκησε επιρροή ήταν ο μείζων Άγγλος μυθιστοριογράφος Henry Green (Χένρυ Γκριν – 1905-1973), τον οποίο είχε εγκωμιάσει γραπτώς.

Η Ευδώρα Γουέλτι είναι στο φόρτε της στα σύντομα πεζογραφήματα ίσως επειδή διακρίνεται στα συμπυκνωμένα πορτρέτα εκκεντρικών ανθρώπων. Αυτά συχνά ονομάζονται καρικατούρες, αλλά αυτή η λέξη δεν είναι σωστή: η Γουέλτι συλλαμβάνει ένα άτομο τη στιγμή που αποκαλύπτεται, και το προκύπτων πορτρέτο συχνά εμφανίζεται σαν καρικατούρα. Μάλιστα, μερικές φορές είναι μια ειλικρινής περιγραφή του συγκεκριμένου ανθρώπου. Έχει την ικανότητα να δημιουργεί χαρακτήρες που σε φέρνουν σε αμηχανία όσο αυτοί της καθημερινής ζωής. Η διευθύντρια του ταχυδρομείου του China Grove, Mississippi, στο διήγημα “Why I Live at the P.O.“ (Γιατί μένω στο ταχυδρομείο) ― από τη συλλογή A Curtain of Green (Μια πράσινη κουρτίνα) (1941) ― είναι σχιζοφρενής ή απλώς αποξενωμένη; Το ότι η ιστορία προκαλεί συζητήσεις γιʼ αυτό το ζήτημα είναι φόρος τιμής στις ικανότητες χαρακτηρισμού της Ευδώρας Γουέλτι. Είναι αλήθεια ότι οι χαρακτήρες στα διηγήματα της συχνά είναι νευρωτικοί, εκκεντρικοί ή σε μερικές περιπτώσεις ψυχοπαθείς. Πάντως εμφανίζονται όπως αυτοί είναι, και κωμωδία αν προκαλούν, προκαλούν εξίσου πάθος. Βέβαια, όταν έχεις να κάνεις με τέτοιο υλικό κινδυνεύεις μονίμως, και όταν η Ευδώρα Γουέλτι προσπαθεί ενσυνείδητα για συμβολικές εντυπώσεις, αποτυγχάνει. Αλλά όταν συγκεντρώνεται στη ζωή της μικρής πόλις του Μισισιπή που έχει παρατηρήσει τόσο προσεχτικά και κατανοεί τόσο καλά, οι αναφορές της συχνά είναι πιο καθολικές. Εκτός από A Curtain of Green δημοσίευσε και τα ακόλουθα βιβλία: The Robber Bridegroom [Ο γαμπρός ληστής] (1942), Delta Wedding [Δέλτα γάμου] (1946), The Ponder Heart [Η συλλογισμένη καρδιά] (1954), το παιδικό The Shoe Bird [Το παπούτσι πουλί] (1964), Losing Battles [Χαμένες μάχες] (1970) και The Optimistʼs Daughter [Η κόρη του οπτιμιστή] που κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ το 1973. Το σπίτι της στο Τζάκσον, Μισισιπή, είναι Εθνικό Ιστορικό Ορόσημο για το κοινό ως μουσείο.

Διαβάστε περισσότερα