Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Κώστας Ταβουλτσίδης, Mysterium Tremendum Et Fascinans / Kaddosh

Δεν με αναγνωρίζετε γιατί έλειπα καιρό[1].

Είναι ένα τεράστιο λεπτό ξυράφι, από την μια άκρη ενός φαραγγιού έως την άλλη, σαράντα εννέα μέτρα ύψος και δύο χιλιάδων τετρακοσίων πέντε μέτρων μήκος, που χωρίζει τον κόσμο.Αυτόν που γνωρίζουμε, και αυτόν που μας είναι πρόσκαιρα και για διάφορους λόγους άγνωστος ή ξεχασμένος. Από τον άγνωστο σε εμάς κόσμο, ένα ποτάμι καταλήγει και συσσωρεύεται στην μια πλευρά του ξυραφιού, αφήνοντας να χύνεται μοναχά ένα πολύ μικρό μέρος από τα νερά του προς τον δικό μας κόσμο στην άλλη πλευρά.
Στο σημείο αυτό για να πας δεν υπάρχει δρόμος γνωστός. Μονάχα κατά λάθος μπορεί να βρεθεί κάποιος εκεί. Η καλύτερα για να είμαι πιο σαφής, μονάχα μετά από μια μεγάλη και εξαντλητική σειρά λαθών μπορεί να βρεθεί κάποιος εκεί. Όποιος αντέχει τόσα λάθη, την απογοήτευση της αποτυχίας και την συνεχή προσπάθεια, χωρίς να ξέρει πως, φτάνει και είναι έτοιμος να περπατά επάνω στο ξυράφι γυμνός, χωρίς να ματώνει ούτε να πληγώνεται. Αυτό βέβαια δεν γίνεται με μαγικό η θαυματουργό τρόπο, όπως σίγουρα θέλετε να φανταστείτε, γιατί ο τρόπος της εκπαίδευσης σας,ο θρησκευτικός φανατισμός σας, και το γενικότερο περιβάλλον, έχει δημιουργήσει μέσα σας μια παρά φύση ροπή στην δεισιδαιμονία και την σχιζοφρένεια, αλλά από εξαιρετική ικανότητα και γνώση του τρόπου με τον οποίο μπορεί κάποιος να βαδίσει ακόμη και στα πιο δύσκολα μονοπάτια, όπως αυτά που είναι στρωμένα με φωτιά,αναμμένα κάρβουνα, αιχμηρές πέτρες και ξυράφια, χωρίς να βλάπτει την σωματική του ακεραιότητα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νότης Γέροντας (1953-2007), Τρία Πεζά (επιμέλεια: Μαρία Πρασσοπούλου)

ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ

Είναι σκληρό να παίρνεις την αγαπημένη σου μέσα απʼ ένα ξένο κορμί κάτω στη μαύρη άμμο απέναντι απʼ τον κρατήρα του νησιού των λωτοφάγων.

Είδα το φίδι είδα και τον απαγορευμένο καρπό.

Είναι σκληρό να βλέπεις τα ξανθά μαλλιά της να γεμίζουν ήλιο και ξεραμένη λάβα, όταν το δικό σου ηφαίστειο σιγοβράζει μισοτελειωμένα όνειρα και στα χείλη της κομμάτια από λωτούς, όταν στα δικά σου μάτια η λήθη γινόταν μενεξεδένια ομίχλη.

Είδα να σε ξερνάει η φωτιά και το κορμί σου νʼ αγκαλιάζουν χιλιάδες μυζητήρες!

Κλαις

Ουρλιάζεις

Γελάς

Πες μου πονάς ; να χαρώ. Έχω στο στόμα μου τη ρόγα της.

Από πού αλλού να θηλάσω την άφθαστη εκείνη οπτασία μα από τα όνειρά μου ;

Εκδικούμαι τα όνειρά μου.

Τώρα εσύ παίρνεις σκοτωμένα κορμιά, που σου ψιθυρίζουν επιγράμματα, όταν ο δικός σου νάρκισσος είναι ο αγαπημένος των νησιών.

Σε είδα να φωνάζεις στα μπαλκόνια μιας πολιτείας βοήθεια κι έμπαινε πιο βαθιά μέσα της. Έβαζε τα χέρια της στήριγμα στους βράχους. Ξέρω. Πονάς! Που τελειώνει ο πόνος ; Που ο έρωτας ; Κάπου τελειώνουν τα στενά δρομάκια κι οι βράχοι πέφτουν κάθετα. Κάπου πρόσωπα που θυμίζουν μωρά γερασμένα κοιτούν τα πλοία που περνούν σύρριζα. Ο πομπός που στέλνει μηνύματα κρατάει μαχαίρι στο χέρι.

Εκεί ο θάνατος εδώ η μοναξιά. Πιο βαθιά. Γελάς. Πονάς. Σε είδα να συντρίβεις το ηφαίστειο και ο καπνός έπνιξε τον αγαπημένο σου.

Το πρόσωπό του που καθρεφτιζόταν στην ακυμάτιστη θάλασσα, ταράχτηκε όταν μια πυρακτωμένη πέτρα έκανε χιλιάδες κύκλους στο νερό. Τα θαλασσολούλουδα πνίξανε το στόμα του και οι σγουρές της τρίχες μπλέκονταν στα χέρια του.

Υπάρχουν χέρια που δεν αντέχουν το μαχαίρι. Χωρίζονταν η ζωή κι ο θάνατος κι ο αέρας, έπαιρνε και ξανάφερνε τις φλόγες ολόγυρά του. Σταγόνες από δηλητήριο στάλαζαν ολόγυρα στο στόμα του και κείνος κράταγε τη γλώσσα του βαθιά μέσα του.

Σε είδα στον κήπο του σπιτιού κάτω απʼ το υπόστεγο, να παρακαλείς να σταθείς μέχρι που η βροχή να περάσει, κι αμούσκευτη να βγαίνεις στη θάλασσα στον κρατήρα αντίκρυ, δυνατή να γελάς, να πονάς.

Διαβάστε περισσότερα

Αναγνώσεις

Κώστας Ρεούσης, 43 Σαράντα Τρία 40α 3α (από το ανέκδοτο «Αδέσποτα»)

Φωτογραφία αγνώστου: Ο Ρεούσης στο rock bar «Ερμού» στη συνοριακή γραμμή της ελεύθερης Λευκωσίας το χειμώνα του 2012-2013

για τον Γιάννη Ζελιαναίο/μνήμη Σπύρου Μενεγάτου [1939-2013]

Κι ακόμη ψυγείο δεν έχει το

Διαμέρισμα μήτε κρεβάτι
Στο στρώμα να πενθεί
Τον ύπνο θάνατο με έρωτα

Κι αγάπη έμπιστη στου

Εφιάλτη τʼ όνειρο καθώς
Το άλγος αφυπνίζει
Μια νεκρανάσταση θνητή

Κι ανήλιαγο το πλάσμα

Έρποντας πετάει κολυμπώντας
Μες σε ψυχοχαράδρα ακκισμού
Καταποντίζοντας το λόγο

Κι άυλο το πνεύμα στο διάστημα

Ενώ δυο απολεσθέντα
Ζευγάρια υποδημάτων
Ροκάνιζαν το χλευασμό

Κι αχαρακτήριστη λύσσα ανθρωποφάγων

Άσπονδων παρασημοφορημένων παραστάσεων
Κοινωνικών συγγενειών αιμομιξίες
Καθοδηγούσαν οι συνωμότες μιας αρπαχτής τρισάθλιας

Κι άνθρωπος ένας στέριωνε το αποτύπωμα της πίστης του λυγμού

Μες στην ξεφτίλα μιας ζωής
Χαμέρπεια
Αυτόφωτη κραυγή

Κι ανάμεσα κτηνοβασίες καθαρμάτων

Λεπίδι σέρνοντας τον πηχυαίο τρόμο
Ανέσπερος στου φόβου
Το καρφί ηχώντας σφυροκόπος

Κι άδηλο το ουρλιαχτό της δυστοπίας

Της μιας στιγμής το βλέφαρο
Συγκατανεύοντας κοσμείται
Στʼ ανάκρουσμα αόρατων πνευστών

Κι αδιάβαστος πορεύεται στο πέρασμα ο κόσμος

Του μοναχού της μοναξιάς
Σφυρίζοντας ανήμερα
Του κύματος ασίγαστη παραφωνία

Κι ατίθασο καιρό καλπάζοντας ο ναυτικός

Δακρύζει στο Ιόνιο και την Αδριατική
Σʼ όλες τις θάλασσες της γης με τʼ Άη Νικόλα
Την ευχή μακάριος ταξιδεμένος ύστατος

Κι άυπνος πόντος

Της δρασκελιάς το μούχρωμα βαρύ
Ξυπνώντας κάθιδρος θρασύς και καυλωμένος
Ο σαλεμένος ποιητής

Κι άπαρτος πόνος

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος, «Εις μνήμην K.Π. Καβάφη»

 

«Παρουσίασις του Έρωτος» 1

Χθες περπατώντας σε μια συνοικία απόκεντρη, πέρασα κάτω από το σπίτι που έμπαινα σαν ήμουν νέος πολύ. Εκεί το σώμα μου είχε λάβει ο Έρως με την εξαίσια του ισχύν.2 Μέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο μορφώνονταν βουλές της ποιήσεώς μου, σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή.3 Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα. Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα, που αποστράφηκα την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας.4
Ξυπνά του σώματος η μνήμη, κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·5  Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πω…Μα έτσι εσβύσθη πια… σαν τίποτε δεν απομένει —γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.  6 Aς αφεθώ σ’ αυτήν.Ξέρει να σχηματίσει   μορφήν της Καλλονής· σχεδόν ανεπαισθήτως   τον βίον συμπληρούσα, συνδυάζουσα εντυπώσεις,   συνδυάζουσα τες μέρες.7
Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη, κρυμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.
Aπ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι, το ακάθαρτο και το στενό. Aπό κάτω ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών που έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν. 8 Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.9 Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε.10 Κ’ εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης 11 Την κάμαρην αυτή, πόσο καλά την ξέρω. Τώρα νοικιάζονται κι αυτή κ’ η πλαγινή για εμπορικά γραφεία. Όλο το σπίτι έγινε γραφεία μεσιτών, κ’ εμπόρων, κ’ Εταιρείες.12
Κοντά στην πόρτα εδώ ήταν ο καναπές, κ’ εμπρός του ένα τουρκικό χαλί· σιμά το ράφι με δυο βάζα κίτρινα. Δεξιά· όχι, αντικρύ, ένα ντολάπι με καθρέπτη.13 Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει, κατά την ύπαρξίν του την πολυετή, χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα. Μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν, κ’ επαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά. 14
Κ’ είδα τ’ ωραίο σώμα που έμοιαζε σαν απ’ την άκρα πείρα του να τώκαμεν ο Έρως —πλάττοντας τα συμμετρικά του μέλη με χαρά· υψώνοντας γλυπτό το ανάστημα· πλάττοντας με συγκίνησι το πρόσωπο κι αφίνοντας απ’ των χεριών του το άγγιγμα ένα αίσθημα στο μέτωπο, στα μάτια, και στα χείλη  15
Πέρασ’ ο έρως στην ιδεώδη σάρκα του. Στη σάρκα του που είναι όλο καλλονή
η θέρμη πέρασεν η ερωτική· χωρίς αστείαν αιδώ για την μορφή της απολαύσεως 16. Απλό και γνήσιο του έρωτος παιδί,  που άνω απ’ την τιμή, και την υπόληψί του  έθεσε ανεξετάστως της καθαρής σαρκός του την καθαρή ηδονή.  17

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

James Joyce (1882-1941) (γράφει ο Γιάννης Γκούμας)

File:Joyce in Trieste.jpg

 

O πιο σημαντικός από τους συγγραφείς της γενιάς του, και ένας από τους κορυφαίους λογοτέχνες του 20ου αιώνα ήταν ο James Joyce [Τζέιμς Τζόυς]. Γεννήθηκε στο Δουβλίνο στης 2 Φεβρουαρίου 1882, αλλά έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εκτός Ιρλανδίας, από το 1914 έως το τέλος της ζωής του. Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έζησε στη Ζυρίχη, ενώ μετά τη λήξη του μετακόμισε στο Παρίσι όπου και παρέμεινε για τα επόμενα 25 περίπου χρόνια. Τον σχολίαζαν αρνητικά επειδή δεν έδειχνε ενδιαφέρον για την σύγχρονη ιστορία. Πάντως αυτό δεν είναι δίκαιο: σε καμιά περίπτωση τα θέματά του δεν είχαν σχέση με τη ζωή λογοτεχνών, αλλά με τις λαϊκές τάξεις. Πάνω απ’ όλα ήθελε να συμβιβάσει το ρόλο του καλού μεσοαστικού συζύγου και πατέρα μ’ αυτόν του συγγραφέα. Είδε ότι αυτό δεν μπορούσε να το κάνει σε μια Ιρλανδία από κληρικούς και πολιτικούς, κι έτσι απεχώρησε.

 

JoyceUlysses2.jpg

 

Το μυθιστόρημα Ulysses [Οδυσσέας] (1922) είναι μια επευφημία, ένα μνημείο, για τη ζωή των λαϊκών ανθρώπων. Αν ο Τζόυς είχε αφιερώσει όλες του τις δυνάμεις στο να κατηγορεί με δριμύτητα την Ιρλανδική ― και αργότερα Ευρωπαϊκή ― πολιτική, δεν θα είχε δημιουργήσει αυτό το μνημείο, που από μόνο του είναι ένα αντίδοτο για την κτηνώδη συμπεριφορά των πολιτικών.
Ο Τζόυς είχε μια καλή αν και δυσάρεστη παιδεία σε Ιησουϊτικά σχολεία. Δεν άργησε ν’ απορρίψει τα ιδανικά της Ιρλανδικής λογοτεχνικής αναγέννησης, θεωρώντας τα υπερβολικά εθνικόφρων. Μάλιστα έφυγε για το Παρίσι με σκοπό να σπουδάσει ιατρική.

Διαβάστε περισσότερα