Παραλλαγή 14 Μυθική πόλη με ενσωματωμένη βιογραφία του Καραβάτζιο
Αν και μυθική, την περπατήσαμε όλη σε ένα απόγευμα, όπως προσπαθείς να εξυφάνεις μετά από χρόνια μια καλοστημένη υπόθεση δολιοφθοράς, δολοφονίας, ή δηλητηρίασης, αλλά δεν υπάρχει κανένας πλέον, ούτε τα θύματα ούτε οι συγγενείς των θυμάτων, για να χαρούν που αποδίδεται επιτέλους δικαιοσύνη, οι μόνοι που έχουν επιβιώσει και έχουν διαιωνιστεί είναι οι θύτες και το πολυβραβευμένο έργο τους, αχρείαστες εναποθέσεις χιτίνης κι άλλες δυστοπικές αποτιτανώσεις – εννοώ την πόλη με τα νορμανδικά τείχη του 1082 και τα ψητά κάστανα που φέτος καθαρίζονται πανεύκολα δίπλα στο άγαλμα της εξίσου δολοφόνου και δολοφονημένης Ολυμπιάδας, με το εξίσου μυθικό χειμωνιάτικο φεγγάρι, άδειοι δρόμοι, το λαϊκό εστιατόριο όπου η τηλεόραση έπαιζε τον προδομένο Αστραπόγιαννο για οκτακοσιοστή φορά, οι δύσκολες λέξεις όταν αποχαιρετάς ένα φίλο, θα δούμε, αναστολή, δεν ξέρει κανείς, μέχρι τον Απρίλιο θα έχει δείξει η κατάσταση, πότε φεύγετε, πότε θα γυρίσετε, δε θα γυρίσετε λοιπόν. Με κάποια ανακούφιση τρίβουν όλοι τα χέρια τους και περιμένουνε τα τελευταία νέα, το τελευταίο ραβασάκι avviso από το Porto Ercole ή από το Palo της Civitavecchia ότι η βρώμικη αποστολή εξετελέστει.
Το αντίρρησμα που συγκρατούσε την πλαγιά να μην πλακώσει η κατολίσθηση το σπίτι μας είναι τώρα σπασμένος τοίχος, αγριάδες, χώματα και λιθάρια όλη η πίσω αυλή, οι ίδιες πέτρες όπως και στο ξεθεμέλιωτο ιερό της δωδωναίας Διώνης, η ίδια υγρασία της άνευ όρων παραδομένης Τέκμωνος μας διαβρώνει καμιά εικοσαριά αιώνες, η ζωή σου έγινε πολύ μικρότερη από το στατιστικό σφάλμα, το πάτωμα γλιστράει στον πάνω όροφο όταν πας να ζεστάνεις τα σώματα σε ένα σπίτι που έμεινε μήνες κλειστό, τα ανοιχτά ράφια δείχνουν όλο το χειρουργημένο εσωτερικό τους, βιβλία κλασικής λογοτεχνίας του ενός Ευρώ απ’ τα υπαίθρια της Σορβόννης και του Σαιν Ζερμαίν ντε Πρε, μια μικρή ευχετήρια κάρτα με ένα κοριτσάκι και τρεις πασχαλίτσες, η φωτογραφία σου ισορροπεί επικίνδυνα στην κόψη της καλντέρας στην Οία μαζί με κάρτες που φέρουν όλους τους δεκαοκτώμισι πανεπιστημιακούς μου τίτλους, ο πεσμένος διακόπτης του ηλεκτρικού δεν μπορεί να ξαναπέσει, οι κινηματογράφοι που κλείσανε πριν οκτώ χρόνια δεν μπορούν να ξανακλείσουν, ακούγεται στο βάθος η διαδήλωση των άνεργων μεταναστών, ακούγονται επίσης οι ουβερτούρες του Domenico Cimarosa. Έτσι ήταν κι η χειμωνιάτικη νύχτα στο Arsenale της Βενετίας που όλες οι φωτογραφίες μας βγήκανε πολύ σκοτεινές σαν πίνακες του πιθανόν δολοφονημένου Αμερίγκι, που είχε ίσως δηλητηριαστεί καταβροχθίζοντας ανέμελος το άφθονο μολύβι της ίδιας του της ζωγραφικής, που είχε μάλλον κόψει το ίδιο του το παραμορφωμένο κεφάλι και το είχε εμπιστευτεί στη Σαλώμη να το φυλάξει στην πιατέλα της για καλύτερους καιρούς, που συνέχιζε να ζωγραφίζει για να δοξάσει ευγνωμονών τους πιθανούς δολοφόνους του (εκείνους που περάσανε την εξωτερική αξιολόγηση και μείνανε στην Ιστορία μόνο και μόνο επειδή οικοιοποίθηκαν το έργο του), που είμαστε βέβαιοι κατά 85.4% ότι τον βρήκαμε (τον αποδομούμενο σκελετό του τουλάχιστον), ενώ μπορεί και να τον πετάξανε στη θάλασσα οι μπράβοι τους και να μην τον βρήκαμε καν. Στα λέω αυτά, γιατί έχει μείνει λίγο ξερό ψωμί με σουσάμι από προχθές αλλά δε θέλεις να το πετάξεις, προσπαθείς να μου εξηγήσεις ότι το χρειάζονται τα σπουργίτια το χειμώνα, κάτι άλλο θέλεις να πεις, δεν το δέχεσαι, δεν το δέχομαι, δεν είμαστε διατεθειμένοι να το αποδεχτούμε, αλλά συμβαίνει, συνέβη, πέρασε ήδη – μην ανησυχείς, θα περάσει.
Διαβάστε περισσότερα