Ἄκανθα Ἀσπαλάθων
Ἕνα μικρὸ ἀγκάθι, τόσο δὰ
ἀπὸ ἀσπάλαθο
νὰ βομβάρδιζε
τὸ λεῖο μάγουλο τοῦ Βλαδίμηρου
―τόσο δά,
δὲν εἴμαστε ἐμεῖς γιὰ καταστροφὲς―
ἴσα ποὺ νά ’σταζε λίγο αἷμα
γρατσουνιὰ
στὸ ἀτσαλάκωτο δέρμα
γιὰ μορφασμὸ κατά τι
κοίταγμα στὸν καθρέφτη
ἐπίμονο.
(Ἀλλὰ δὲ συμφέρει τὸ φόντο
κι οὔτε πρόκειται νὰ μεταφραστῶ
Ἀφανὴς
Οἰμωγή.)
26η Μαρτίου τοῦ 2022
(Ἀναφορὰ στὸ ποίημα «Ἐπὶ Ἀσπαλάθων…», τοῦ Γιώργου Σεφέρη)
*
Κρυφὸ τραγούδι
Καημένε κόσμε,
πῶς νὰ σὲ τραγουδήσω.
Καὶ τὸ νερό σου
πικρὸ φαρμάκι
κι ὁ οὐρανός σου
σὰν τί θὰ βρέξει
κι οἱ ἀφεντάδες σου
κρυπτοσουλτάνοι.
Σὰν ποιός Μεσαίωνας
ἀνοιγοκλείνει
μοντέρνες πόρτες,
προσαρμοσμένες
σὲ ἀρχαῖες ἁμαρτίες.
Καθημαγμένος ἄγγελος
χαϊδεύει ἀνήμπορα κεφάλια,
μὰ καλοχτενισμένα
πάλι γιὰ Χριστούγεννα.
Κάτω ἀπὸ ψευδοροφὲς
παιδιὰ μετροῦν
ἠλεκτρικὰ ἀστέρια.
Ἕνα φωτάκι τρεμοπαίζει
σὲ παλιὰ διηγήματα,
μοναχικὸ
σὰν τελευταῖο σπίρτο.
Ὁ χλιαρὸς πολτὸς τῆς ἀφθονίας
ποτὲ δὲν γίνεται
σούπα ζεστὴ τοῦ πεινασμένου
καὶ μυρωδιὲς δὲν δραπετεύουν
ἀπὸ θεόκλειστα παντζούρια.
Κατακαημένε κόσμε,
θὰ ἐκραγεῖς
καὶ θὰ πληρώσεις μὲ αἷμα.
Ὣς τότε, ἐσύ,
φόρα εὐφάνταστα κοσμήματα
ἀπὸ λάβα Σαντορίνης…
Δεκέμβριος τοῦ 2007
Ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Μαθητεία (2013)
*
Ἐξέστη τὰ Σύμπαντα
Ἐξέστη τὰ σύμπαντα ἐπὶ τῇ θείᾳ δόξῃ σου.
Τοῦ μικροκόσμου ὁ χορὸς ἀγγελοποιήθη.
Μόν’ ὁ μεσόκοσμος ἐπιδίδεται
στοῦ πυριμόρφου ὀχήματος τὴν κατάσβεση
καὶ τῇ σποδῷ
τῇ κτίσει ἐλάτρευσαν.
Ὁ βότρυς ὁ πέπειρος ἀνθρωπόπληκτος
σταφιδιάζει στ’ ἀμπέλι του.
Ὁ παπποὺς
σταφιδιασμένος μάντης ὁμηρικὸς
καταγέλαστος
―χρείαν δὲν ἔχουμε τοῦ χτές―.
Ὦ
σεῖς ποὺ θάψατε τὴ βάβω
σὰν ραδιενεργὸ κατάλοιπο
νὰ δοῦμε μὲ τί μάσκα
στὴν ἀνακομιδὴ θὰ προσέλθετε.
Ἰούλιος τοῦ 1986
Ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Τὸ μέτωπο (1992)









