Το αλφάβητο

Οι παύσεις μου,
πλεούμενο γερό, αβύθιστο,
εκβάλλουν στις δικές σου λέξεις,
μέσα σ΄ εκείνες τις ξαφνικές τρικυμίες
του άλφα, του όμικρον και του ωμέγα σου

Πλέω σιωπηλά στην άγρια θάλασσα σου
-για λίγο πιά-
κι έπειτα ανεβαίνω πάλι το ποτάμι,
εκεί που δεν μπορείς να φτάσεις
με το αλφάβητο και μόνο:
στην πηγή.

H σιωπή

καραδοκούσε
δίπλα στη σιωπή του
περίμενε
πότε θα γίνει λόγος:
λέξεις -όχι δικές του-
που ήθελε ν’ ακούσει

περνούσαν δίπλα της
οι οιωνοί της αγάπης
ανερμήνευτοι-
δεν είχε μάθει να μαθητεύει
μέσα του
ν’ ακούει

Εξήγηση

Γεννά η καρδιά
τον πόνο
και πριν μεγαλώσει τον εξηγώ
τη χαρά
και πριν χορέψει την εξηγώ
τον έρωτα
και πριν σκιρτήσει τον εξηγώ

κι ύστερα- σα να τα ’χα ζήσει-
τα διδάσκω

Αδειάσαν τα θρανία – ξαφνικά
πόνος ανεξήγητος, επιτέλους