Γέμισμα
Αιμοδοτώ,
ποτέ κυριολεκτικά,
πάντα με τη σκέψη.
Παθαίνουν οι άνθρωποί μου
δίχως να ματώσω.
Γιατί αρέσκομαι
να παρακολουθώ τη σύριγγα πώς να γεμίζει,
τη μποτίλια που ασφυκτιά έτσι,
κάθε μέρα στο γέμισμα…
Προχωράμε ανηφορικά,
ξέχειλα τα αισθήματα,
οι καρδιές ανυπότακτες, έτσι κι αλλιώς.
Στο δρόμο επαναστατεί το άνθος.
Βγαίνει στην πέτρα,
μας χαιρετά εμπιστευτικά!
Γεια σας, υπέροχα λουλούδια!
Μην ανησυχείτε,
η ορθογραφία των ονομάτων σας μόνο κινδυνεύει.
Εσείς βρίσκετε το τέλος σας,
πριν ανακτήσετε οποιαδήποτε μάταιη σκέψη.
Η δική σας πληγή δεν πονάει,
γιατί συνοδεύει τις ξένες πληγές
εργαζόμενη σκληρά.
Και το άρωμά σας
ω, είναι τόσο μαγικό, φίνο!
Περνά, διαβαίνει,
φωτά στα πρόσωπα, οικεία ζέστη,
μέσα στην σκιερή ευθύνη τους
να γεμίσουν το πλάνο
κι ύστερα να το αφήσουν
κενό,
όμορφο κι αιθέριο να μοσχοβολάει
ανθρώπινη απουσία.
Διαβάστε περισσότερα