Νίκη Αλεξίου, «Οξυζενέ», εκδ. ΑΩ, 2026 (γράφει η Νίκη Μισαηλίδη)
19Ιου
«Έρωτας, σώμα και μοναξιά»
Η πρώτη ποιητική συλλογή «Οξυζενέ» της Νίκης Αλεξίου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ (2026) αποτελείται από είκοσι πέντε πεζοποιήματα, μέσα από τα οποία η δημιουργός συγκροτεί ένα ποιητικό σύμπαν σύγχρονης υπαρξιακής ανατομίας, δομημένο πάνω σε τέσσερις βασικούς άξονες: την απομυθοποίηση του έρωτα, την υλική υπόσταση της μοναξιάς, τη μορφή του πεζοποιήματος και μια έντονα σωματική γλώσσα.
Όπως υποδηλώνει ο τίτλος, η συλλογή λειτουργεί ως το γνωστό χημικό διάλυμα, που καίει, απολυμαίνει, λευκαίνει τις μνήμες και αναγκάζει το τραύμα να αφρίσει πριν την επούλωση. Η Νίκη Αλεξίου, με την πρώτη της αυτή ποιητική κατάθεση, εισέρχεται σε μια μακρά παράδοση της νεοελληνικής ποιητικής, η οποία συνδέει το σώμα με την οδύνη, προτείνοντας, ωστόσο, μια ανανεωμένη οπτική.
Στο ποιητικό σύμπαν του Οξυζενέ, ο έρωτας απογυμνώνεται από κάθε ρομαντική εξιδανίκευση και μεταφυσική προστασία. Δεν συνιστά καταφύγιο, αλλά πεδίο μάχης και απώλειας. Στο πεζοποίημα «Όπλα» (σ. 26), η ποιήτρια διατυπώνει με αφοπλιστική ευθύτητα: «Είναι ο έρωτας εμπόλεμη ζώνη. Είτε ξεψυχάς, ενώ κρέμεται η καρδιά και τα σπλάχνα σου έξω από το κορμί σου. Αλλιώς φεύγεις κενός, ηττημένος […].». Ο έρωτας παρουσιάζεται ως εμπειρία υπαρξιακού ακρωτηριασμού, χωρίς όμως να εξαντλείται στην καταστροφή. Αντίθετα, αναδεικνύεται ως δύναμη μεταμόρφωσης του υποκειμένου μέσα από την ίδια του την οδύνη, καθώς, όπως σημειώνει η ποιήτρια, «[…] ο έρωτας δεν σε αφανίζει, σε πλάθει απλά αλλιώς… συνέχεια σε εξυψώνει ακόμη και στις πιο επίπονες στιγμές». Η σχέση με τον Άλλον ισορροπεί ανάμεσα στην απόλυτη έλξη και την καταστροφή, σε ένα αυστηρά σαρκικό πλαίσιο, όπως αποτυπώνεται στο πεζοποίημα «Χριστουγεννιάτικες ευχές» (σ. 11).
Έτσι, η σωματική διάψευση μετατρέπεται σε βασική κινητήρια δύναμη της ποιητικής δημιουργίας και ο έρωτας προσεγγίζεται ως «ψεύτικες υποσχέσεις που δίνουν οι εραστές που πραγματικά έχουν χάσει κάθε έλεγχο και νόημα στη ζωή τους και ντρέπονται να το παραδεχτούν». Η σαρκική επιθυμία μετατρέπεται σε έναν τυφλό, σχεδόν τιμωρητικό μηχανισμό που, αν δεν βρει ανταπόκριση, γεννά το απόλυτο κενό, παγιδεύοντας τον εραστή να βρίσκεται «εγκλωβισμένος στο ενδιάμεσο». Ακόμα και όταν ο έρωτας αποδεικνύεται μια πικρή, αναδρομική αυταπάτη, όπως στο «Λάθος» (σ. 25), η ανάμνησή του παραμένει εγγεγραμμένη στις αισθήσεις ως σωματική αντίδραση. Ένα φιλί μετατρέπεται σε χλευασμό, αφήνοντας τη γεύση της πίκρας και του ξένου σάλιου να ανεβαίνει στον οισοφάγο. Έτσι, η μνήμη λειτουργεί ως σωματικό σύμπτωμα, επιβεβαιώνοντας ότι το τραύμα της ερωτικής διάψευσης επιβιώνει πρωτίστως μέσα στο σώμα.
Διαβάστε περισσότερα



![Νίκος Μπουρσινός, «Και ο άνεμος του παίρνει το πρόσωπο», εκδ. Μετρονόμος, 2026 [προδημοσίευση]](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/08/fc9737a0-ca45-42bd-b721-cd1aab2d5d66-75x75.jpg)
![«Συζητώντας με το ΑΙ: “Το να ξέρεις τον ορισμό της λέξης «πόνος» δεν σημαίνει ότι πονάς”» [γράφει ο Σπύρος Αραβανής]](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/07/images-4-75x75.jpg)





















