Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Uncategorized

Uncategorized

Uncategorized

«Josep Maria Llompart: Παιδικά χρόνια. Γάμος. Θάνατος.» (Μετάφραση από τα Καταλανικά- Επίμετρο: Θεοδόσης Κοντάκης)

 

 

    Τις Κυριακές τ’ απογέματα είχαμε επισκέψεις

                             [ELS DIUMENGES A LA TARDA REBÍEM VISITES]

 

Αφήνανε τα παλτά τους στους καλογέρους

σα ν’ αφήναν εκεί του ίδιου του θανάτου το πετσί,

προκλητικά συνηθισμένο.

Η μάσκα καλά βαλμένη – το προσωπείο

τραγικό – έσπερνε το σπόρο

μιας συζήτησης από φωνόγραφο

στου σαλονιού

τον χάρτινο αέρα.

Η πλάκα, γρατζουνισμένη λιγάκι, κόλλαγε

κάθε τόσο. Έχασκαν χασμουρητά∙

και κλείναν

οι βεντάγιες.

Ήταν εκεί ο θείος, η θεια, οι ξαδέρφες

απ’ το σχολειό.

Του δειλινού το φως

σκοροφαγωμένο.

Κι εγώ, σε μια γωνίτσα, κατάμονος, δίχως να θωρώ

τις αχτίδες του θανάτου, έπαιζα

με στρατιωτάκια μολυβένια.

 

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Wilfrid Wilson Gibson (1878-1962), Ποιήματα [Μέρος Β’] (μετάφραση- επίμετρο: Κώστας Μαντζάκος)

Wilfrid Wilson Gibson (1878-1962), Ποιήματα (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)

 

Υποχώρηση

 

Από την αργή υποχώρηση τσακισμένος, σαστισμένος,

μεσ’ απ’ της νότιας πεδιάδας τις αποπνικτικές λεύγες,

μεσ’ απ’ του ποδοπατημένου σταριού τις καυτές λεύγες,

απ’ των ποδιών το βηματισμό μισότυφλος, μισοζαλισμένος

κι απ’ τη ζέστη τ’ Αυγούστου που η σκόνη την ποτίζει,

ονειρεύτηκε λουλούδια σε μιαν αγγλική αλέα,

θάμνων άνθη, που μετά τη βροχή το καθένα στραφταλίζει –

επιλόβιο, βουτυρόχορτο, σπειραία.

 

Επιλόβιο, βουτυρόχορτο, σπειραία –

τ’ αθώα ονόματα σχημάτιζαν μιαν επωδό δροσερή –

επιλόβιο, βουτυρόχορτο, σπειραία,

στο πονεμένο του μυαλό να ηχεί, να κουδουνίζει,

μέχρι που πάλι σαν παιδί άρχισε να ψελλίζει –

Επιλόβιο, βουτυρόχορτο, σπειραία.

 

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Ραφίκα Σαουίς, «Αγαμέμνων: Ο κύκλος του αίματος» (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)

 

Όταν η τραγωδία συναντά την προχειρότητα

 

Ο μύθος είναι τρόπος των ανθρώπων να δώσουν νόημα στον κόσμο, να μιλήσουν για το φόβο, την ελπίδα, την εξουσία και την ύπαρξη μέσα από σύμβολα και πάθη.

Η Ραφίκα Σαουίς μετά την παγκόσμια πρεμιέρα στο ιστορικό θέατρο La MaMa της Νέας Υόρκης, παραδίδει μια «πειραγμένη», επανεκτέλεση του Αγαμέμνονα του Αισχύλου στο «Αγαμέμνων: Ο κύκλος του αίματος», μια παραγωγή που σκοπό έχει, όπως ισχυρίζεται,  να ξεφλουδίσει την επική επιφάνεια του μύθου για να αποκαλύψει ωμές, οικείες αλήθειες. Αυτή η επανεκτέλεση θέλει να τοποθετήσει την αρχαία αφήγηση μέσα στον τσακισμένο ψυχισμό της Κλυταιμνήστρας, δίνοντάς της όχι μόνο φωνή αλλά και υποκειμενικότητα, ευαλωτότητα και διαύγεια.

Η παράσταση ξεκινά όχι με θρίαμβο, αλλά με σιωπή, μια σιωπή που αιωρείται σαν καπνός πάνω από ένα μεταπολεμικό  τοπίο. Δεν πρόκειται για μια πανηγυρική επιστροφή του Αγαμέμνονα, αλλά για ένα ψυχολογικό πεδίο μάχης που είναι σπαρμένο με τα φαντάσματα της ιδεολογίας και της βίας. Η Σαουίς επιλέγει να αφηγηθεί αυτή την ιστορία όχι ως μια γραμμική τραγωδία εκδίκησης αλλά ως μια κυκλική ελεγεία αίματος, τραύματος και αποτυχίας της δικαιοσύνης να προστατεύσει το ανθρώπινο πνεύμα. Αυτό που προκύπτει είναι ένα κατακερματισμένο πορτρέτο της Κλυταιμνήστρας, όχι η αρχετυπική δολοφόνος, αλλά μια γυναίκα παγιδευμένη στο αβάσταχτο βάρος της δικής της κατασκευασμένης πραγματικότητας.

Η Κλυταιμνήστρα της Σαουίς  θέλει να είναι συναρπαστική και συγκλονιστική. Η ερμηνεία της να είναι πολυεπίπεδη, τρεμάμενη, άγρια και πάνω εκεί να  στηρίζεται ολόκληρο το έργο. Σκοπό δεν έχει να προσπαθήσει να δικαιολογήσει τις πράξεις της Κλυταιμνήστρας, αντίθετα, θέλει να τις αναλύσει, αποκαλύπτοντας τις ρίζες τους στην απώλεια, τη σιωπή και την πολιτική προδοσία. Στόχος της παράστασης είναι οι μονόλογοι της να γλιστρούν μεταξύ εσωτερικής εξομολόγησης και άμεσης απεύθυνσης, συχνά θολωμένοι από την προβολή ταινίας που τρεμοπαίζει και κυριαρχεί στο πίσω μέρος της σκηνής.

Αυτό που στοχεύει η παράσταση είναι να συνδυάσει, κατά το δυνατόν, τη  ζωντανή δράση και την κινηματογραφική αφήγηση. Η παράσταση επιδιώκει να υπάρχει σε δύο πραγματικότητες: τη σωματική αμεσότητα της σκηνής και το στυλιζαρισμένο παράλληλο σύμπαν της οθόνης. Η προβαλλόμενη ταινία, δεν αποσκοπεί στο να  είναι απλή συνοδεία του ευρύτερου συνόλου, αλλά σκοπεύει να είναι μια αυτόνομη, αναπνέουσα αφήγηση. Σε κάποιες στιγμές, η ταινία θέλει να κυριαρχεί στη σκηνή, σε άλλες, να τη στοιχειώνει, σαν ηχώ της μνήμης από την οποία οι ζωντανοί ερμηνευτές δεν μπορούν να ξεφύγουν.

Ο Μάνος Βακούσης, ως Αγαμέμνων, εμφανίζεται με στόχο η παρουσία του να φαντάζει  μνημειώδης αλλά και απόκοσμα απούσα. Ενσαρκώνει το κράτος, ψυχρό, απόμακρο, αυτοδικαιούμενο. Ο Αίγισθος του Κρις Ραντάνοφ προσθέτει μια σπαρταριστή ένταση, μια υπενθύμιση ότι ο καιροσκοπισμός ευδοκιμεί πάντα στα ερείπια του πολέμου.

Η σκηνοθεσία της Σαουίς  που στοχεύει στο να  αναβαθμίσει τον Κύκλο του Αίματος. Η απόφασή της να διαπλέξει σύγχρονα πλάνα, βομβαρδισμένες πόλεις, στρατιώτες με ψηφιακές στολές, στρατόπεδα προσφύγων, με το δραματικό τόξο της ελληνικής τραγωδίας θέλει να δημιουργήσει μια  αντιπαράθεση η οποία να μοιάζει τόσο επίκαιρη όσο και διαχρονική. Δεν πρόκειται για μια ιστορική αναδρομή, αλλά για μια ιστορία που επαναλαμβάνεται. Η Κλυταιμνήστρα, στα χέρια του Σαουίς, γίνεται κάθε γυναίκα που μένει άφωνη από τον πόλεμο, κάθε πολίτης που βρίσκεται σε ιδεολογικά διασταυρούμενα πυρά, κάθε θύμα που μετατρέπεται σε αποδιοπομπαίο τράγο.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Λιλή Ελευθερίου, «Πουκάμισο ματωμένο»- Μνήμη Μάνου Ελευθερίου (έκδοση εκτός εμπορίου)

Τα τελευταία καλοκαίρια συνήθως πηγαίναμε με τον αδελφό μου στη Σύρο για λίγο, για μια εβδομάδα. Ο Μάνος έπαιρνε πολύ λίγα πράγματα μαζί του, μόνο μια βαλιτσούλα. Γιατί ό,τι βιβλία ήταν να στείλει στην βιβλιοθήκη και το Ιστορικό Αρχείο του νησιού, τα έστελνε από την Αθήνα. Είχε στείλει 45.000 βιβλία.

Μέσα σ’ αυτή τη βαλίτσα λοιπόν ανάμεσα στα λιγοστά του ρούχα, υπήρχε κι ένα πουκάμισο άσπρο που όταν το φορούσε το έκλεινε μέχρι πάνω, με δύο τσέπες όπου έβαζε τα τσιγάρα του , τη ταυτότητα του και μερικά λεφτά για να πληρώνουμε το εστιατόριο ή για κάποια μικροαγορά.

Κάποια στιγμή- δεν ξέρω πώς έγινε- εκεί που κάπνιζε, έπεσε η κάφτρα του τσιγάρου και άνοιξε μια τρύπα , αριστερά στην τσέπη και λίγο πιο κάτω άλλη μία.

Οοο! Η ισορροπία του χάλασε. Στενοχωρήθηκε πολύ. Ήταν από τα αγαπημένα του πουκάμισα. Νόμιζα ότι κάτι είχε συμβεί σοβαρό. « Βρε Λιλάκι». Μου δείχνει το τρύπιο πουκάμισο και μου λέει θλιμμένος:  «Κάνε κάτι, σε παρακαλώ». Το κοίταξα, το ξανακοίταξα, το σκέφτηκα, του λέω: «Με αφήνεις να κάνω ό,τι θέλω;» «Ότι θέλεις».

Τότε κατεβήκαμε κάτω στην πόλη, εκείνος κάθισε σ’ ένα καφενείο. Εγώ τρύπωσα μέσα στα στενά δρομάκια του κέντρου και μπήκα σε ένα μαγαζί με κλωστές. Έψαχνα να δω τι μπορώ να κάνω. Αλλά έπρεπε να βρω κάτι, ώστε εάν έραβα τις τρύπες με κλωστή, να μην έκανα σούρα. Δε του άρεσαν καθόλου οι σούρες! Έπρεπε πάντα τα πουκάμισά του να είναι ίσια και σιδερωμένα καλά. Πώς να μαζέψω μια τρύπα, πώς να την ενώσω και να μη κάνει σούρα;

Ευτυχώς εκεί που έψαχνα απεγνωσμένα βρήκα μπροστά μου ένα γράμμα κεντημένο. Το Ε δυστυχώς όμως – δεν υπήρχε το Μ-, ωραία λύσαμε το πρώτο! Αλλά με το δεύτερο πρόβλημα, τι κάνουμε; Και ξαφνικά συνέλαβα την ιδέα! Να καλύψω την τρύπα του πουκαμίσου του ήτα λίγο κάτω από την καρδιά , με πέτρα κόκκινη. Κι ας την διάλεξα τυχαία, γιατί τον θυμάμαι πολύ συχνά να μου λέει: «Μάτωσα για να το γράψω αυτό Λιλάκι»

Αρχίζω το ράψιμο, αλλά συγχρόνως ανησυχώ , γιατί πολύ συχνά μου έλεγε στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις μας: «Παιδί μου , αυτά που κάνεις είναι για το Παρίσι, εδώ είναι Ελλάδα, δεν είναι το ίδιο». Κι έτσι έραβα μέσα στην ανησυχία. Μόλις τελείωσα, του λέω: «Κλείσε τα μάτια».

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Ελένη Α. Σακκά, «Ρωγμή στο βλέμμα σου», εκδ. Το Σκαθάρι, 2024

Ελένη Α. Σακκά, «Ρωγμή στο βλέμμα σου», εκδ. Το Σκαθάρι, 2024 (Γράφει ο Γιώργος Σαράτσης)

 

ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ ΤΙΤΛΟΥΣ

 

Με την αιχμηρή γωνία

της κυρτής κεραμικής πλάκας

που βρίσκαμε στα ερημωμένα σπίτια

χαράζαμε στο χώμα της αυλής

τετράγωνα σχήματα που τέμνονταν

ενώ ο άργιλος θρυμματίζονταν

στο σημείο που τα παιδικά μας χέρια

ασκούσαν πίεση για να είναι οι γραμμές

ευθείες και βαθιές πάνω στη γη.

Κι ύστερα με το ένα πόδι

προσέχοντας να μην πατήσουμε τα όρια

φθάναμε στο τέλος του παιχνιδιού

δίχως να πέσουμε.

Κουτσό το λέγαμε.

«Ισορροπία» διόρθωσε αργότερα η ζωή

διαγράφοντας τα ορθογραφικά μας λάθη.

 

Διαβάστε περισσότερα