Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Uncategorized

Uncategorized

Uncategorized

Ιωάννης Παναγιωτόπουλος, Τρία ποιήματα

ΠΟΥ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ ΤΩΡΑ

Πού να κοιτάξεις τώρα!
Όπου κι αν γυρίσεις τη ματιά σου,
η ψυχή σου σπαρμένη θάνατο!
Όλος αυτός ο όλεθρος γύρω σου
τίνων όνειδος;
Τα χαλάσματα που πατάς ξυπόλυτος,
τον μπαζωμένο τάφο
με συντρίμμια–
με τους γονείς και τ’ αδέρφια σου–
και με τ’ άλλα τα παιδιά–
τα παιδιά που παίζατε μαζί–
τίνων έργο είναι;
Γιατί;
Γιατί τους θάψανε με βόμβες;
Πού να κοιτάξεις τώρα!
Η ζωή τριγύρω σου ψάχνει τα κομμάτια της!
Το παιδάκι που ’ναι σκυμμένο δίπλα σου–
και το παιδάκι που φεύγει τρέχοντας–
στον ίδιο τάφο ξυπόλυτα πατάτε!
Ξυπόλυτο και το παιδάκι που κείτεται ασάλευτο–
δεν το αναζήτησε κανείς!
Το χεράκι του…
κοίτα!…
δεν γράφει κάποιο όνομα.
Όρθιος!
Ακίνητος!
Η παιδική ματιά σου
παγωμένη!…
στο βάθος!…
στα γκρεμισμένα όνειρα–
στη Λωρίδα της Γάζας–
στο απέραντο νεκροταφείο–
στους χιλιάδες νεκρούς και αγνοουμένους–
εκεί!…
εκεί που παίζουν τώρα ξυπόλυτες ψυχές.
Πού να κοιτάξεις τώρα!
Τα παιδιά που είδες
δεν ήτανε σκυμμένα σε παιχνίδι,
δεν έτρεχαν ξέγνοιαστα γελώντας·
τα παιδιά που είδες
ήταν σκυμμένα με απορία στα παιχνίδια των μεγάλων,
έτρεχαν κυνηγημένα στους κανόνες του θανάτου τους!
Τα παιχνίδια των μεγάλων πόσο αταίριαστα με τα δικά σας–
δεν ξέρουν να ‘‘σκοτώνουν’’–
δίχως διάκριση…
σκοτώνουν τα ίδια τα παιδιά–
σκοτώνουν το παιχνίδι.
Ίσως αυτοί που ‘‘παίζουν’’ τώρα
ποτέ τους να μην ήτανε παιδιά,
ποτέ τους να μην παίξανε στ’ αλήθεια,
ποτέ τους να μην αγγίξανε αληθινό παιχνίδι.
Πού να κοιτάξεις τώρα!
Όπου κι αν γυρίσεις τη ματιά σου,
η ψυχή σου θερίζει θάνατο!
Όλος αυτός ο όλεθρος γύρω σου,
τί όνειδος!…
Τί όνειδος για μας!!!

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

«Αγριόπαπια» του Ερρίκου Ίψεν στο θέατρο Εκάτη (σκηνοθεσία: Βαλεντίνη Λουρμπά)

Θέατρο Εκάτη, Εκάτης 11, πλ. Κυψέλης, τηλ. 2106401931. Κάθε Σάββατο στις 9 μ.μ. και Κυριακή 7 μ.μ.

 

Δράμα μεγάλης δραματικής δύναμης και αρίφνητου πόνου. Κανένα άλλο έργο του Ίψεν δεν συγκεντρώνει τόσο σπαραγμό και συμπόνια. Οι ήρωες έχουν τρυφερότητα, οίκτο, εγωισμό και σκληρότητα. Δυνάστης η φτώχεια με επενδυτή τα όνειρα. Το έργο παρουσιάζει την ψυχική καταρράκωση μιας οικογένειας που συντηρείται με αυταπάτες που τις συμβολίζει μια σακατεμένη αγριόπαπια που την φυλάνε στην σοφίτα τους, και την φροντίζουν η εγγονή Έντβιγκ και παππούς Έκνταλ. Η αγριόπαπια, είναι το τραγικότερο σύμβολο του ζωτικού ψεύδους. Ο παραμικρός φθόγγος αλήθειας αποκαλύπτει την ψυχική τους διάλυση και συντρίβει το κίβδηλο κόσμο τους…

Το δράμα παίζεται στο σπίτι ενός αποτυχημένου φωτογράφου του Γιάλμαρ Έκνταλ που έχει μια επίφαση ευτυχισμένης ζωής που την καλύπτει η στίλβη των ψευδαισθήσεων και της αυταπάτης. Καταρρέουν τα πάντα, όταν εισβάλει ένας ιδεαλιστής ο Γκρέγκερς Βέρλε και φανερώνει την αλήθεια και τους εξοντώνει. Η Γκίνα, η γυναίκα του Γιάλμαρ, ήταν ερωμένη του πατέρα του, του Γέρο Βέρλε. Αποδεικνύει πως η κόρη του η Έντβιγκ δεν είναι δικό του παιδί και έτσι έρχεται η καταστροφή. Η μικρή Έντβιγκ μαθαίνοντας την αλήθεια αυτοκτονεί.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Μιχάλης Γκανάς, «Κοιτάζει τα χέρια της»

Από το βιβλίο: «γυναικών μικρές και πολύ μικρές ιστορίες», εκδ. Μελάνι, 2010

 

Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της; Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν. Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της “πού τα ‘μαθες αυτά μω γυναίκα;” Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.
Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και στα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.
Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ‘πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.
Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Upton Sinclair, «Η ζούγκλα» (μετάφραση: Κώστας Αλάτσης), εκδ. Σύγχρονη εποχή, 1993

Αποσπάσματα
Μια ολόκληρη ώρα πριν φτάσει η συντροφιά στην πόλη, είχαν προσέξει ανησυχητικές αλλαγές στην ατμόσφαιρα. Γινόταν όλο και πιο σκοτεινή, ενώ πάνω στη γη το χορτάρι φαινόταν όλο και λιγότερο πράσινο. Κάθε λεπτό, καθώς το τρένο συνέχιζε να τρέχει, τα χρώματα των πραγμάτων γίνονταν πιο μουντά. Τα χωράφια ήταν τώρα ξερά και κίτρινα, το τοπίο αποκρουστικά γυμνό. Και, μαζί με τον καπνό που πύκνωνε, άρχισαν να προσέχουν ένα άλλο χαρακτηριστικό: μια παράξενη, ερεθιστική μυρωδιά. Δεν ήταν σίγουροι πως την έβρισκαν δυσάρεστη αυτή τη μυρωδιά. Μερικοί θα μπορούσαν να την πουν αηδιαστική, αλλά το γούστο τους στις μυρωδιές δεν είχε αναπτυχθεί κι ήταν απλά σίγουροι πως την έβρισκαν περίεργη. Τώρα, καθισμένοι στο βαγόνι, καταλάβαιναν πως τραβούσαν κατά την εστία της, πως είχαν κάνει όλο το ταξίδι από τη Λιθουανία για να φτάσουν σ’ αυτήν. Δεν ήταν πια κάτι το μακρινό και αμυδρό, που το ‘νιωθες σε ριπές. Μπορούσες, όχι μόνο να το μυρίσεις, αλλά και να το γευτείς στην κυριολεξία, μπορούσες σχεδόν να το πάρεις στα χέρια σου και να το εξετάσεις με την ησυχία σου. Οι γνώμες τους μοιράστηκαν. Ήταν μια μυρωδιά στοιχειακή, ωμή κι ακατέργαστη, ήταν πλούσια, κάπως ταγκή, αισθησιακή και δυνατή. Μερικοί τη ρουφούσαν σαν να ήταν πιοτό, άλλοι έβαζαν τα μαντήλια τους στο πρόσωπό τους. Οι νέοι μετανάστες τη δοκίμαζαν ακόμη, χαμένοι μέσα στη σαστιμάρα τους, όταν ξαφνικά το τρένο σταμάτησε, η πόρτα του βαγονιού άνοιξε μ’ ένα τράνταγμα και μια φωνή φώναξε: «Σφαγεία!»»
Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Γιώργος Ιωάννου, «Επιτάφιος θρήνος», εκδ. Κέδρος, 1980

[…] Βγαίνοντας από την εκκλησιά ο Επιτάφιος, τράβηξε πρώτα πλάγια, χώθηκε μες στις γειτονιές με τα κλειστά, όπως είπαμε, ισόγεια, με τα χαμαιτυπεία του λιβανιού, και δεν τον είδαμε σχεδόν καθόλου, άλλωστε στην αρχή είναι μπουλούκι πάντοτε, ώσπου να συνταχθεί, να βρει τον ήχο του και το ρυθμό του, να πάρει ν’ αναδίνει μυρωμένο θάνατο, φτάνοντας στο κορύφωμα στο τελευταίο ιδίως στάσιμο, όπου όλοι έχουνε πιάσει πια το ρόλο τους, τον εκτελούνε στην εντέλεια, τόσο που θέλει χρόνο ολόκληρο για να εξατμισθεί αργότερα. Πάντως, ακούσαμε τις πρώτες νότες του ν’ απομακρύνονται και ήταν η μοναδική ίσως στιγμή που νιώσαμε ένα σφίξιμο, που μέναμε έτσι μακριά από το πλήθος και το συρφετό, ενώ εκεί ανήκαμε, μπορούσαμε να είμαστε κι εμείς κατόπι του, σηκώνοντας σκόνη τεφρή με τα ποδάρια μας, μα ώσπου να διαλογιστούμε αυτά, πιάσαμε θέσεις στο παράθυρο να δούμε τον λαμπρό του γυρισμό στο λαξευτό μνημείο του. Και όταν πήρε η κυκλοφορία να παραλύει, να προηγούνται τα μικρά παιδιά, ν’ ανάβουνε κεριά στα υψηλά πατώματα, ετοιμαστήκαμε κι εμείς να απολαύσουμε το μέγα θέαμα, στο σκότος μέσα της κρεβατοκάμαρας.

Διαβάστε περισσότερα