Ορφέας Απέργης, «Τύφλαντ», εκδ. Νεφέλη, 2025 (Γράφει η Γεωργία Χάρδα)
2Σεπ
«Ποίηση σε χώρα τυφλή»
Η νέα ποιητική συλλογή του Ορφέα Απέργη είναι μια κραυγή που αναδύεται μέσα από τα χαλάσματα, ένα ντοκουμέντο σε μορφή ελεγείου, γραμμένο για να πενθήσει αλλά και για να καταγγείλει.
Ο τίτλος «Τύφλαντ» προέρχεται από το γερμανικό Tiefland, που σημαίνει «χαμηλά εδάφη» αλλά μπορεί να σημαίνει και «γη βαθιά». Ο συμβολισμός του είναι πολυεπίπεδος: από τη μία πλευρά, παραπέμπει στον γεωγραφικό χώρο των Τεμπών, τόπο της τραγωδίας, φωτίζοντας τη σκοτεινή και γεμάτη πόνο πλευρά του τόπου αυτού. Από την άλλη, λειτουργεί ως μεταφορά για το χαμηλό ηθικό και κοινωνικό επίπεδο — την αμέλεια, την απρονοησία και την αδιαφορία της κρατικής μηχανής, που οδήγησαν στο θάνατο αθώων παιδιών.
Η αφιέρωση «Για τους νεκρούς των Τεμπών, τους νεκρούς μας» ξεπερνά τον φόρο τιμής· είναι μια οδυνηρή δήλωση συλλογικής ευθύνης και αναγνώρισης συνενοχής. Με αυτόν τον τρόπο, ο Απέργης καλεί σε μια κοινή αναμέτρηση με το τραύμα, μια ειλικρινή αντιμετώπιση του πόνου που δεν μπορεί να σβηστεί ή να ξεχαστεί.
Στον πυρήνα της ποιητικής του, ο Απέργης αντιμετωπίζει το ανείπωτο: τον θάνατο παιδιών που δεν βρέθηκαν ποτέ, ούτε τα κόκαλά τους. Ο τίτλος της ενότητας «Κόκαλα δεν έχει» μεταφέρει το σοκ της απώλειας που δεν μπορεί να εξαντληθεί ή ολοκληρωθεί, γιατί τίποτα απτό δεν έμεινε πίσω. Η απουσία σώματος γίνεται απουσία στίγματος και η ποίηση καλείται να αρθρώσει αυτό το φάντασμα:
«παιδιά με βγαλμένα τα μάτια παίζουνε κανονικά με τα παιχνίδια τους…»
Η χρήση του στίχου από τον Evaristo de Chirico – «Η διασταύρωσις δύο τραίνων επί χαμηλών εδαφών εστίν λίαν επικίνδυνος…» – φαντάζει σαρκαστικά προφητική. Αντιστρέφει τον ψυχρό τεχνοκρατικό λόγο σε προοίμιο θανάτου. Ο Απέργης τον υιοθετεί για να δείξει την απώλεια του ανθρώπινου μέτρου, τη στιγμή που η τεχνολογία, η αδιαφορία και η κρατική αμέλεια συνωμοτούν για μια τραγωδία που θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί.
Η ποίηση εδώ αρνείται να «ωραιοποιήσει» ή να ανακουφίσει. Βυθίζεται στη φρίκη:
«γυναίκες σκληρίζουνε
παιδιά παίζουνε με μασούρια και φυσίγγια
και δίνουνε το ένα το άλλο»
Η γλώσσα δεν είναι φτιαγμένη από συναίσθημα· είναι από εικόνες, ονόματα, τοπωνύμια, ημερομηνίες, ακριβώς σαν κατάθεση μνήμης, ή μήπως δικογραφίας. Στον αφηγητή – ίσως ρεπόρτερ, ίσως μάρτυρα, ίσως ύποπτο – λένε όλοι: «Φύγε». Εκείνος όμως παραμένει.
«κι αυτοί όλοι ήδη
μ’ είχαν επισημάνει
και είχα επισημανθεί»
Αυτό το «έχω επισημανθεί» επαναλαμβάνεται σχεδόν ψυχαναγκαστικά, υπογραμμίζοντας την αίσθηση παρακολούθησης και ενοχής, αλλά και την επίμονη ανάγκη να διασωθεί η αλήθεια. Το ποίημα λειτουργεί σαν αντι-ιστορία: απέναντι στη σιωπή των επίσημων αφηγήσεων, προτείνει τη βιωμένη, ματωμένη μαρτυρία.
Σε όλη την έκταση του ποιήματος ο Απέργης ονομάζει, αποκαλύπτει, γράφει σαν κάποιος που θέλει να κρατήσει κάτι πριν το θάψουν δεύτερη φορά.
Διαβάστε περισσότερα



![Νίκος Μπουρσινός, «Και ο άνεμος του παίρνει το πρόσωπο», εκδ. Μετρονόμος, 2026 [προδημοσίευση]](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/08/fc9737a0-ca45-42bd-b721-cd1aab2d5d66-75x75.jpg)
![«Συζητώντας με το ΑΙ: “Το να ξέρεις τον ορισμό της λέξης «πόνος» δεν σημαίνει ότι πονάς”» [γράφει ο Σπύρος Αραβανής]](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/07/images-4-75x75.jpg)





















