Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

«Χρόνος»

[author] Της Μαρίας Ανδρεαδέλλη [/author]

`

Τι είναι ο χρόνος; Λεξικά δεν θα κοιτάξω.
Τι έχουν αυτά να μου πουν για τα σημεία που κινούμαστε, τις επαναλήψεις τους, τις ομοιότητες και τις διαφορές τους; Τους κύκλους μέσα στους οποίους βηματίζουμε και εναλλάσσουμε θέσεις και επιθυμίες;

Οι συστάδες των λέξεων, η αυθαιρεσία των ορίων, η μαγική ικανότητα της συνήθειας να μας εγκλωβίζει σε τετριμμένες καταστάσεις που θέτουν τον χρόνο εκτός χρόνου είναι όλα αυτά που μας παγιδεύουν στην αναζήτηση της ζωής, της εσώτατης ύπαρξης μέσα στην ύπαρξη μας που ακόμα παραμένει ανεξερεύνητη και άρα άγνωστη, και εξωθούν τον μέσα χρόνο να ευθυγραμμιστεί προς τον τυπικό κοινωνικό και καθιερωμένο χρόνο του γίγνεσθαι.

Ένας χρόνος απάτη, που εκτίνεται ή συρρικνώνεται σύμφωνα με μεταβλητά ανά εποχή κοινωνικά πλαίσια, δοσμένες ανάγκες και ρόλους που κάποιοι έξω από την μάζα του Εμάς καθορίζουν. Και δυστυχώς, είμαστε Εμείς που τελικά μετρώντας ψίχουλα δίνουμε την υπογραφή μας.

Ο χρόνος έχει αξία. Γνωστό το γνωμικό ότι ο χρόνος είναι χρήμα. Κόβουμε το κορμί, το πνεύμα και τη συνείδηση σε φέτες που πουλάμε και αγοράζουμε. Ψωμί από πεινασμένα στόματα σε λιμασμένα κορμιά.

Είμαστε η άλλη όψη του χρόνου, το νερό στο νερόμυλο της ζωής, το σιτάρι της γης που αλεύρι γίνεται, το αρνί που βελάζει και ο λύκος που παραμονεύει. Η φωτιά που κατακαίει το δάσος και το χώμα που τον καρπό σώζει. Είμαστε το Ένα που διαιρείται για να φθαρεί και από λίπασμα πάλι νέο να γίνει μέσα από μια αέναη διαδικασία που την ορμή της ονομάσαμε χρόνο.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Γουρουνοαστικό κεφάλι»

[author] Του Σπύρου Αραβανή [/author]

`

`

Τον συνάντησα έξω από ένα σούπερ-μάρκετ. Είκοσι τριών ετών νέος, -είχε την ταυτότητα στο χέρι- πανέμορφος, λυγερός. Πουλούσε χαρτομάντιλα. Του έδωσα ένα ασήμαντο ποσό κατώτερο της αξίας τους και του είπα να κρατήσει το πακέτο. Επέμενε να το πάρω. Έψαξα για περισσότερα χρήματα. «Τώρα έδωσες περισσότερα από όσο κανουν», μου είπε. «Θα μου δώσεις ρέστα» του απάντησα χασκογελώντας. Γέλασε κι αυτός. Νηφάλια. Μιλήσαμε περισσότερο για τη ζωή του. Δεν θα τον «φωτογραφίσω». Μπορεί κάποιος να τον «αναγνωρίσει». Μονάχα οτι έχει δυο παιδιά. 2,5 χρονών το ένα και μηνών το άλλο. Το μεγαλύτερο, είπε, συνηθίζει να το φέρνει μαζί του. «Ψέμαααα» είπα από μέσα μου. Θα σου δείξω εγώ. «Και πού είναι τώρα;» τον ρώτησα με δήθεν αθώο ύφος. «Κάνει τόσο κρύο αυτές τις μέρες που δεν το πήρα μαζί μου. Δεν θέλω να ταλαιπωρηθεί για να κερδίσω λίγα ευρώ συμπόνοιας παραπάνω». Το πρώτο οικοδόμημα της αστικής μου νοοτροπίας κατέρρευσε σαν ένα παλατάκι από άμμο. Επέμεινα όμως. Κυρίως για εκείνο, το τσιμεντένιο… «Τι θα ήθελες από το σούπερ μάρκετ;». Πόνταρα όλες μου τις εμπειρίες, όλα μου τα ράφια της βιβλιοθήκης οτι θα έλεγε: «καλύτερα να μου δώσεις χρήματα»,  αφού θα παίζουν τίποτα ναρκωτικά…Θα σε τσεκάρω, λοιπόν, κατεργαράκο… «Πάμπερς, αν μπορείς», μου απάντησε. Άρχισα να μετρώ τα καμένα τηλεοπτικά κύτταρα του εγκεφάλου μου σαν τα σβησμένα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου στο Σύνταγμα. Μέσα στην αμηχανία μου κατάφερα τελικά να ψελλίσω: «πάμε μέσα, αν θες». Με πολύ ντροπή και δισταγμό μού ζητούσε διάφορα βασικά είδη διατροφής. Μου είπε και άλλα για τη ζωή του. Για την ανεργία του. Πρόσεχα μήπως πέσει σε αντιφάσεις και τον «ανακαλύψω». Τίποτα. Ο επιθεωρητής Κλουζω κατέθεσε πάραυτα τα χαρτιά της συνταξιοδότησής του. Όταν βγήκαμε με ευχαρίστησε θερμά, τον χαιρέτησα και έφυγα για να επιστρέψω στη δική μου θέρμη. Της άγνοιας.
`

Μετά από λίγες μέρες τον ξαναβρήκα στην ίδια θέση. Μου έδωσε πασιχαρής το χέρι του. «Ο καθείς θυμάται τον ευεργέτη του ειδικά όταν περιμένει περισσότερα» μονολόγησα θριαμβευτικά ως άλλος γνώστης της ανθρώπινης ψυχολογίας. «Χρόνια Πολλά για τη γιορτή σου» μου είπε με μάτια φωτεινά. Τα πτυχία μου στα κάδρα έσκυψαν το κεφάλι και κατάπιαν το μελάνι τους. «Σε ευχαριστώ πολύ», απάντησα γεμάτος ντροπή καθώς εγώ δεν θυμόμουν το όνομά του. Η επιλεκτική μου μνήμη έχει ασκηθεί μόνο στη απομνημόνευση των likes. Του πρότεινα να πάμε πάλι μέσα. Με πολύ δισταγμό αποδέχθηκε. Ψωνίσαμε, επίσης, διάφορα είδη διατροφής. Επέμενε σε ό,τι φθηνότερο υπήρχε. Λίγο πριν φτάσουμε στο ταμείο, η μπουρζουάδικη νοοτροπία μου έδωσε τη χαριστική βολή: «πήραμε πράγματα για τα παιδιά και για το σπίτι. Εσύ τι γουστάρεις; Τι σου έχει λείψει; Τι θα ήθελες να έχεις για σήμερα το βράδυ; Καμία μπυρίτσα να πιεις; Κανένα κρασάκι;». «Κρέας» μου απάντησε. «Αν γίνεται, κρέας». Αγκαλιά με τους Δίδυμους Πύργους μέτρησα την απόσταση με το κεφάλι. Το γουρουνοαστικό μου κεφάλι. Σαν αυτό που μετέφερε το βραδι στο σπίτι του μέσα στη νάυλον σακούλα.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Με τους σοφούς του κράτους τα ʼχουνε πλακάκια»

[author] Του Ηρακλή Κακαβάνη [/author]

`

Ήτανε Τρίτη 3 Δεκέμβρη 2013. Η Ακαδημία ανακήρυξε επίτιμο μέλος της τον Μίκη Θεοδωράκη. «H Ακαδημία Αθηνών δέχεται με χαρά και τιμή στους κόλπους της τον Μίκη Θεοδωράκη. Μητρική του γλώσσα είναι η μουσική, πατρική του, η γλώσσα των κοινωνικών αγώνων. Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ένα ζωντανό σύμβολο και οι μελωδίες του θα μας αγκαλιάζουν σε κάθε δύσκολη ώρα μέχρι το τέλος, που θα σημάνουν οι καμπάνες» δήλωσε ο πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών,  Σπύρος Ευαγγελάτος, υποδεχόμενος στην κατάμεστη αίθουσα της Ακαδημίας, τον Μίκη Θεοδωράκη ως νέο επίτιμο μέλος.
Η Ελλάδα αναγνωρίζει στο έργο του Μίκη το πρόσωπό της. Γαλούχησε τη γενιά μας και θα είναι σημείο αναφοράς για τις επόμενες. Όλοι οι λαοί της Γης αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του τον εκφραστή οραμάτων, ελπίδας, ειρήνης, ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτά τον κάνουν Αθάνατο και όχι η ένταξή του στην Ακαδημία.
`

Πολλά τα σχετικά παραδείγματα. Το 1945 προτάθηκαν για την Ακαδημία οι Καζαντζάκης, Σικελιανός, Βάρναλης, Σκίπης (Σωτήρης). Αθάνατος έγινε ο Σ. Σκίπης. Όμως, κανείς σήμερα δε μιλά γιʼ αυτόν. Κανείς δεν τον μνημονεύει ούτε σαν ποιητή (ναι, ποιητής ήταν) ούτε σαν άνθρωπο. Πολλοί ήταν αυτοί που γίνανε Αθάνατοι, λιγότεροι αυτοί που λόγω και έργω καταξιώθηκαν στη συνείδηση του λαού, των ομοτέχνων και συναδέλφων τους. Αρκετοί και αυτοί που, δικαίως, αδιαφόρησαν γιʼ αυτή την «τεχνητή» Αθανασία που προσφέρει η Ακαδημία.
Βέβαια, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα στο παρελθόν Ακαδημία, δεν παύει να είναι το κορυφαίο πνευματικό ίδρυμα και η απόδοση τιμής στον Μίκη εκφράζει την αποδοχή και το σεβασμό όλων μας στο πρόσωπο και το έργο. Όλων μας; Συγνώμη… «πλην Λακεδαιμονίων». Την κυβέρνηση εκπροσώπησε η ΓΓ του υπουργείου Πολιτισμού!!! Δεν εκπλήσσει. Αυτή η κυβέρνηση αποσπάστηκε από οτιδήποτε έχει σχέση με τον πολιτισμό και όσα πρεσβεύει το έργο του Μίκη. Την Ελλάδα που θέλουμε.
`

Ήτανε Δευτέρα 9 Δεκέμβρη 2013. Tο νέο Μουσείο της Ακρόπολης άνοιξε τις πόρτες του για να περάσει ο …ποιητής. Τον υποδέχτηκαν και τον χειροκρότησαν ο πρωθυπουργός της χώρας Αντώνης Σαμαράς και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ευάγγελος Βενιζέλος (και οι δύο τέως υπουργοί Πολιτισμού), ο νυν υπουργός Πολιτισμού Πάνος Παναγιωτόπουλος, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Σίμος Κεδίκογλου, η υπουργός Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη, ο υφυπουργός Δημόσιας Τηλεόρασης Παντελής Καψής, η υφυπουργός Υγείας Ζέτα Μακρή. Βουλευτές (όχι ευκαταφρόνητος αριθμός), άνθρωποι των Γραμμάτων και των Τεχνών, επιχειρηματίες και όλοι οι πρωτοκλασάτοι των «δελτίων των οκτώ». Κατά τα ρεπορτάζ «πλήθος κόσμου».
Στον «ιδεών την πόλι» τον πολιτογράφησε ο Μάνος Ελευθερίου με «υπόκρουση» Μικρούτσικου, Παπαδημητρίου, σε στίχους του νεοεμφανιζόμενου ποιητή. Λίαν συντόμως θα κυκλοφορήσει και CD me 13 μελοποιημένα ποιήματά του! Τόσο έλλειμμα είχαμε στο στίχο, στην ποίηση;
`

Από το ρεπορτάζ δε μάθαμε αν η συγγραφέας – δημοσιογράφος Ελενα Ακρίτα που παρουσίασε την πορεία του ποιητή απόλυτα εναρμονισμένη με το στίχο του Μανώλη Αναγνωστάκη «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις, να μην τις παίρνει ο άνεμος», του υπενθύμισε τα λόγια ενός άλλου ποιητή:

`

Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης

(1)

`

Έξω από τις πύλες της «πόλης των ιδεών» συνωστίζονται αρκετοί στιχοπλόκοι που νομίζουν πως ποίηση είναι η ικανότητα «να αραδιάζεις στίχους καμπανιστούς, όπου το ψέμα να συναγωνίζεται την υποκρισία. Και όπου η ταπεινή κολακεία νʼ αγωνίζεται να στριμωχθεί ανάμεσα στην αναισθησία και τον ωχαδερφισμό» (2), τον αδιέξοδο υπαρξισμό. Στην αγορά της πόλης όμως τι είναι ποίηση είναι καθαρό. Μπορούν να ξεχωρίσουν την Τέχνη από τους «ασκούς ήχων». Έτσι, με πολύ σεβασμό στο έργο του Μάνου Ελευθερίου, θα υπενθυμίσω ότι η βιάση και οι υπερβολές αδικούν τον κρινόμενο. Ας μην προτρέχουμε. Ας αφήσουμε τους νομοθέτες να αποφανθούν για το νέο ποιητή.

`

Ποιος είναι τούτος ο ποιητής που τόσοι πολλοί συναθροίστηκαν στη σκιά του Παρθενώνα για να τον τιμήσουν, στη λαμπρή κοσμική εκδήλωση;  Ο διευθυντής ειδήσεων του «Mega» Χρήστος Παναγιωτόπουλος που θέλησε να αφήσει το δικό του «αποτύπωμα» στην ποίηση! Εμ… Έτσι εξηγούνται τόσες και τέτοιες παρουσίες και επευφημίες.
«Και συ πρόστυχη πένα και μολύβι του βούρκου λιβανίζετε την μπόχα» (3)… Η διαπλοκή και η συμφωνία στην ασκούμενη πολιτική είναι μια υπόθεση άκρως αντιποιητική.
Η Ελλάδα που θέλουν…

`

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους ταʼ χουνε πλακάκια.
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί

(4)

`

Απάντηση στο είδος της σχέσης της Τέχνης με την πολιτική δίνει ο Νίκος Καζαντζάκης. Σε μια συνέντευξή του στο γαλλικό ραδιόφωνο δύο χρόνια πριν το θάνατό του το 1957, είχε πει μεταξύ άλλων: «Ένας πραγματικός μυθιστοριογράφος δεν μπορεί παρά να ζει μέσα στην πραγματικότητα του καιρού του και, ζώντας αυτήν την πραγματικότητα, συνειδητοποιεί την ευθύνη του. Προσπαθεί, λοιπόν, να βοηθά τους ομοίους του, ν’ αντιμετωπίζει και να λύνει, κατά το δυνατόν, τα πιεστικά προβλήματα της εποχής του. Το λογοτεχνικό έργο σήμερα, αν καθρεφτίζει την εποχή μας, είναι αναγκαστικά μια από τις πιο λεπτές και πιο αποτελεσματικές μορφές δράσης. `Η, μάλλον, μπορεί το ίδιο να γίνει το σπέρμα της δράσης. O μυθιστοριογράφος, εφόσον συνειδητοποιεί την αποστολή του, προσπαθεί να σπρώξει την πραγματικότητα να πάρει τη μορφή που κρίνει ως την πιο ταιριαστή στον άνθρωπο. Σε άλλες εποχές, πιο ισορροπημένες, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, η ομορφιά μπορούσε ν’ αρκέσει για την ικανοποίηση του ιδεώδους του συγγραφέα. Σήμερα ο συγγραφέας, αν είναι πραγματικά ζωντανός, είναι ένας άνθρωπος που υποφέρει κι ανησυχεί, βλέποντας την πραγματικότητα. Οδηγείται να συνεργασθεί με όλες τις δυνάμεις του φωτός που επιζούν ακόμη, για να προχωρήσει λίγο το βαρύ πεπρωμένο του ανθρώπου. O συγγραφέας σήμερα, εφόσον μένει πιστός στην αποστολή του, είναι ένας μαχητής».
Τέτοιος μαχητής δημιουργός είναι ο Μίκης.

`

***

Παραπομπές


 1. Κ.Π. Καβάφης «Το πρώτο σκαλί»

2. Μεν. Λουντέμης «Ο Κανταρομάχος»

3. Κώστας Βάρναλης «Πρόλογος» από τη συλλογή «Ελεύθερος κόσμος»

4.Στίχοι Wolf Birman, μετάφραση Δημ Κούρτοβικ, μελοποίηση Θάνος Μικρούτσικος

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Οι στολισμένες βιτρίνες»

[author] Του Σωτήρη Παστάκα[/author]

Χθες το απόγευμα στολίσαμε με την γυναίκα μου το Χριστουγεννιάτικο δέντρο μας: το βγάλαμε από την κούτα του και το συναρμολογήσαμε, χωρίς να έχουμε απώλειες μια και υπόκειται στην ίδια διαδικασία τα τελευταία έξι χρόνια. Ανοίξαμε και τις κούτες με τις μπάλες και τα γιορτινά διακοσμητικά και τη φάτνη και με χαρά μας διαπιστώσαμε πως το μόνο που θα χρειαστεί να αγοράσουμε για φέτος θα είναι ένα-δυο φακελάκια με «πάχνη». Όταν όλα ήταν έτοιμα κι ανάψαμε τα φωτάκια καθίσαμε αγκαλιά και σιωπηλοί, να φαντάζεται ο καθένας μας τα παιδικά του χρόνια, κάποια Χριστούγεννα σε σπίτια άλλων, κάποια Χριστούγεννα μοναξιάς κι απελπισίας.

Σήμερα, ένα χρόνο ακριβώς μετά την επέμβασή μου για αγγειοπλαστική, βγήκαμε βόλτα αγκαζέ στα μαγαζιά. Να χαζέψουμε τις βιτρίνες. Ο Δήμος φέτος δεν έστησε τις φωτεινές γιρλάντες, δεν φωταγώγησε τους εμπορικούς δρόμους και φρόντισε να στήσει μόνο ένα καχεκτικό δεντράκι στην κεντρική πλατεία. Είδαμε στη θέση της φάτνης τον Μήτσο, ένα αδέσποτο λυκόσκυλο φαρδιά πλατειά ξαπλωμένο πάνω στα άχυρα πριν καταλάβει τη θέση του ο Χριστούλης. Είδαμε τις θεούσες με κότσο τα μαλλιά να κάνουν τον έρανο αγάπης και συνεισφέραμε τον οβολό μας. Είδαμε τα παιδάκια με μάτια να λάμπουν από έκπληξη μπροστά σε παιγνίδια που δεν θα έχουν αυτά τα Χριστούγεννα κι ίσως θα μεγαλώσουν χωρίς να έχουν ξετυλίξει ούτε ένα πάκο με δώρα, αλλά ίσως ακριβώς γι αυτό θα ονειρευτούν τα πιο απίθανα, τα πιο φανταχτερά, τα πιο παράξενα παιχνίδια και θα τα κατακτήσουν με τη φαντασία τους.

Αύριο και μεθαύριο θα ξαναπεράσουμε μπροστά από τις στολισμένες βιτρίνες. Θα σταθούμε με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια να λάμπουν μπροστά σε ρούχα και παπούτσια και γκάτζετ και αρώματα και μπιχλιμπίδια, να ονειρευτούμε και μόνο πως θα τα έχουμε στην κατοχή μας. Φέτος δεν θα αγοράσουμε τίποτα. Συμφωνήσαμε με τη γυναίκα μου να φτιάξουμε πακέτα με χρυσόσκονη κάτω από το δέντρο που θα έχουν μέσα μια και μοναδική καραμέλα. Φέτος ξανακερδίσαμε το φαντασιωτικό πνεύμα των Χριστουγέννων, εκείνο το διάστημα που χωρίζει την επιθυμία από την άμεση πραγματοποίησή της. Η επιθυμία που δεν πραγματοποιείται αμέσως αποτελεί το καλύτερο καύσιμο για τη φαντασία. Η φαντασία το καλύτερο προωθητικό της Τέχνης. Ονειρευτείτε Πατριώτες και καλές γιορτές σε όλους μας.

(Πρώτη δημοσίευση στο ποντίκι web )

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Χαράτσια»

[author] Του Δημήτριου Μουζάκη[/author]


Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είχε σε τηλεοπτική του εμφάνιση κάποτε πει ότι η ερμηνεία του Συντάγματος είναι δυσκολότερη της ερμηνείας της ποίησης. Δε γνωρίζω αν τούτο είναι αληθές, πάντως είμαι σχεδόν βέβαιος ότι δεν αληθεύει επί του άρθρου που ορίζει πως η καταβολή φόρων είναι υποχρέωση των Ελλήνων, το δε ύψος της εξαρτάται από τη φοροδοτική ικανότητά τους.
Εγώ, βεβαίως, συνταγματολόγος δεν είμαι, ούτε, φυσικά, νομοθέτης, ούτε καν ιδιαίτερα έξυπνος, αλλά, δεδομένου ότι τα εκκαθαριστικά της εφορίας έρχονται σε ετήσια βάση, αν ήμουν συνταγματολόγος ή νομοθέτης ή στοιχειωδώς έξυπνος, θα θεωρούσα το ετήσιο εισόδημα του πολίτη μοναδική δεξαμενή της ετήσιας φορολόγησής του κατά τρόπο απαρέγκλιτο, στεγανό και μονοσήμαντο. Οτιδήποτε εκινήτο εκτός της λογικής αυτής θα μου φαινόταν παράλογο, αντισυνταγματικό και ηλίθιο.
Οι κυβερνώντες, όμως, στην Ελλάδα (και σε άλλες χώρες) προφανώς έχουν άλλη οπτική των πραγμάτων και θεωρούν ότι ο ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας πρέπει να καταβάλει και φόρο για την ιδιοκτησία του, ανεξάρτητα από το ύψος του εισοδήματός του. Δικαίωμα και των κυβερνώντων και των πολιτών και του οποιοδήποτε να υποστηρίζει αυτή τη λογική. Εις ό,τι αφορά σε μένα, μέχρι να ακούσω ή διαβάσω ή και να εμπνευστώ μόνος μου κάποιο επιχείρημα, κάποιο λόγο, τελοσπάντων, που να δικαιολογεί μία τέτοια προσέγγιση, θα πιστεύω ακράδαντα ότι είναι ηλίθιο, πρόστυχο, φασιστικό και ευθέως παράλογο να καλείσαι να καταβάλεις χρήματα που δε διαθέτεις επειδή διαθέτεις ακίνητη περιουσία.
Να μην παρεξηγηθώ. Αν ο ιδιοκτήτης κατέστη τέτοιος φοροδιαφεύγοντας, εγκληματώντας ή, τελοσπάντων, παρανομώντας, ας υποστεί τις συνέπειες. Συνέπεια, εξάλλου, βρίσκω και στη σκέψη της μερίδας εκείνης των κομμουνιστών (ή και άλλων ομάδων) που δεν εγκρίνουν την ιδιοκτησία. Λέω, όμως, ότι εντός πλαισίου στο οποίο η ιδιοκτησία επιτρέπεται, αδυνατώ να αντιληφθώ τη φορολόγησή της ανεξαρτήτως του εισοδήματος του ιδιοκτήτη.
Υπό συνθήκες κρίσης ως αυτές που βιώνουμε, τοιούτου είδους φορολόγηση καθίσταται πολλαπλά παράλογη, πρόστυχη, φασιστική και ηλίθια, και τούτο, διότι ο ιδιοκτήτης, σε μία περίοδο έλλειψης ρευστότητας, καλείται να πληρώσει πολλαπλάσια ποσά εκείνων που μέχρι τώρα κατέβαλε, μόνο και μόνο επειδή είναι ιδιοκτήτης, ανεξαρτήτως, λέω ξανά δίχως να χορταίνω, του εισοδήματός του. Επόμενο και φυσικό είναι, εντός του παρόντος οικονομικού περιβάλλοντος, να μην μπορεί να πληρώσει. Ταυτοχρόνως, δεν μπορεί και να πουλήσει, διότι κανείς δεν αγοράζει. Με λίγα λόγια, ο ιδιοκτήτης οφείλει να βγει στο μπαλκόνι του ακινήτου του και να σαλτάρει, διότι, στη χώρα αυτή, όσο και να μιλάμε για εξορθολογισμό του δημοσίου, λαθρεμπόριο, φοροδιαφυγή και τα λοιπά χιλιοματωμένα, πάντοτε στα λόγια και στα κόπρανα θα κολυμπάμε.
Θα ʼθελα να κλείσω με κάποιο επαναστατικό του τύπου «αν δεν επιτρέψουν την εκχώρηση ακινήτου στην αντικειμενική του αξία, που είναι και αυτή βάσει της οποίας φορολογούν, προς συμψηφισμό των οφειλών, να μην πληρώσει κανείς», αλλά δε θα το κάνω. Θα επιβιώσουν πάλι όσοι εξαιρούνται του νόμου και όσοι έχουν τα μαύρα στην άκρη κι αυγατίζουν. Καλά Χριστούγεννα, λοιπόν, στη φάτνη της τρόικας και των στουρναράδων.

Διαβάστε περισσότερα