[author] Του Σπύρου Αραβανή [/author]

`

`

Τον συνάντησα έξω από ένα σούπερ-μάρκετ. Είκοσι τριών ετών νέος, -είχε την ταυτότητα στο χέρι- πανέμορφος, λυγερός. Πουλούσε χαρτομάντιλα. Του έδωσα ένα ασήμαντο ποσό κατώτερο της αξίας τους και του είπα να κρατήσει το πακέτο. Επέμενε να το πάρω. Έψαξα για περισσότερα χρήματα. «Τώρα έδωσες περισσότερα από όσο κανουν», μου είπε. «Θα μου δώσεις ρέστα» του απάντησα χασκογελώντας. Γέλασε κι αυτός. Νηφάλια. Μιλήσαμε περισσότερο για τη ζωή του. Δεν θα τον «φωτογραφίσω». Μπορεί κάποιος να τον «αναγνωρίσει». Μονάχα οτι έχει δυο παιδιά. 2,5 χρονών το ένα και μηνών το άλλο. Το μεγαλύτερο, είπε, συνηθίζει να το φέρνει μαζί του. «Ψέμαααα» είπα από μέσα μου. Θα σου δείξω εγώ. «Και πού είναι τώρα;» τον ρώτησα με δήθεν αθώο ύφος. «Κάνει τόσο κρύο αυτές τις μέρες που δεν το πήρα μαζί μου. Δεν θέλω να ταλαιπωρηθεί για να κερδίσω λίγα ευρώ συμπόνοιας παραπάνω». Το πρώτο οικοδόμημα της αστικής μου νοοτροπίας κατέρρευσε σαν ένα παλατάκι από άμμο. Επέμεινα όμως. Κυρίως για εκείνο, το τσιμεντένιο… «Τι θα ήθελες από το σούπερ μάρκετ;». Πόνταρα όλες μου τις εμπειρίες, όλα μου τα ράφια της βιβλιοθήκης οτι θα έλεγε: «καλύτερα να μου δώσεις χρήματα»,  αφού θα παίζουν τίποτα ναρκωτικά…Θα σε τσεκάρω, λοιπόν, κατεργαράκο… «Πάμπερς, αν μπορείς», μου απάντησε. Άρχισα να μετρώ τα καμένα τηλεοπτικά κύτταρα του εγκεφάλου μου σαν τα σβησμένα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου στο Σύνταγμα. Μέσα στην αμηχανία μου κατάφερα τελικά να ψελλίσω: «πάμε μέσα, αν θες». Με πολύ ντροπή και δισταγμό μού ζητούσε διάφορα βασικά είδη διατροφής. Μου είπε και άλλα για τη ζωή του. Για την ανεργία του. Πρόσεχα μήπως πέσει σε αντιφάσεις και τον «ανακαλύψω». Τίποτα. Ο επιθεωρητής Κλουζω κατέθεσε πάραυτα τα χαρτιά της συνταξιοδότησής του. Όταν βγήκαμε με ευχαρίστησε θερμά, τον χαιρέτησα και έφυγα για να επιστρέψω στη δική μου θέρμη. Της άγνοιας.
`

Μετά από λίγες μέρες τον ξαναβρήκα στην ίδια θέση. Μου έδωσε πασιχαρής το χέρι του. «Ο καθείς θυμάται τον ευεργέτη του ειδικά όταν περιμένει περισσότερα» μονολόγησα θριαμβευτικά ως άλλος γνώστης της ανθρώπινης ψυχολογίας. «Χρόνια Πολλά για τη γιορτή σου» μου είπε με μάτια φωτεινά. Τα πτυχία μου στα κάδρα έσκυψαν το κεφάλι και κατάπιαν το μελάνι τους. «Σε ευχαριστώ πολύ», απάντησα γεμάτος ντροπή καθώς εγώ δεν θυμόμουν το όνομά του. Η επιλεκτική μου μνήμη έχει ασκηθεί μόνο στη απομνημόνευση των likes. Του πρότεινα να πάμε πάλι μέσα. Με πολύ δισταγμό αποδέχθηκε. Ψωνίσαμε, επίσης, διάφορα είδη διατροφής. Επέμενε σε ό,τι φθηνότερο υπήρχε. Λίγο πριν φτάσουμε στο ταμείο, η μπουρζουάδικη νοοτροπία μου έδωσε τη χαριστική βολή: «πήραμε πράγματα για τα παιδιά και για το σπίτι. Εσύ τι γουστάρεις; Τι σου έχει λείψει; Τι θα ήθελες να έχεις για σήμερα το βράδυ; Καμία μπυρίτσα να πιεις; Κανένα κρασάκι;». «Κρέας» μου απάντησε. «Αν γίνεται, κρέας». Αγκαλιά με τους Δίδυμους Πύργους μέτρησα την απόσταση με το κεφάλι. Το γουρουνοαστικό μου κεφάλι. Σαν αυτό που μετέφερε το βραδι στο σπίτι του μέσα στη νάυλον σακούλα.