Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Γιώργος Χατζηχρήστος, «104 γαμημένες Τρίτες», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2024 (γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης)

Η λούπα και το απόβλητο

Υπάρχει μια στιγμή όπου η καθημερινότητα, σπρωγμένη ως το έσχατο όριό της, παύει να είναι απλώς πληκτική και γίνεται κάτι άλλο: γίνεται σχεδόν ιερή, με την έννοια που δίνω εγώ στο ιερό — αυτό που μολύνει, που σπαταλά, που δεν εξυπηρετεί τίποτα. Το έργο του Χατζηχρήστου μού φαίνεται να στήνεται ακριβώς πάνω σε αυτό το χείλος.

Ένα χαλασμένο καζανάκι, δαμάσκηνα, ένα φακελάκι μέντα ήδη προσβεβλημένο από τη χρήση, αυγά — τα μισά καμένα, τα μισά ωμά — δεν είναι λεπτομέρειες ρεαλισμού. Είναι απόβλητα, κατάλοιπα μιας οικονομίας που δεν παράγει τίποτα χρήσιμο, και αυτό ακριβώς τα καθιστά πολύτιμα για μένα. Η αστική διαβίωση, όταν την πιέσεις αρκετά, αποκαλύπτει το σκατό της· και το σκατό, το ξέρω καλά, είναι πάντα πιο κοντά στο θείο απ’ όσο νομίζουμε.

Ο Ρόουζ και ο Πέκαμ συγκατοικούν σε είκοσι τετραγωνικά, μπροστά σε ένα κρεβάτι μιάμιση θέσης — μέγεθος που δεν χωράει καν αξιοπρεπώς δύο σώματα, πόσο μάλλον δύο υπάρξεις που προσπαθούν να νοηματοδοτήσουν τον εαυτό τους. Αυτή η στενότητα δεν είναι σκηνικό εμπόδιο· είναι η ίδια η σύνθλιψη του υποκειμένου, η αναγκαστική γειτνίαση δύο μοναχικών σωμάτων που δεν φτάνουν ποτέ στην πραγματική συνέχεια μεταξύ τους — εκείνη τη συνέχεια που μόνο ο θάνατος ή η έκσταση χαρίζουν, έστω για μια στιγμή, σβήνοντας τα όρια του “εγώ”. Εδώ, αντ’ αυτού, έχουμε λόγια. Πολιτική φιλοσοφία, Κεφάλαιο διαβασμένο ως τον πρώτο τόμο, επαναστατικά προτάγματα που έχουν την οσμή μπύρας πάνω σε βρεγμένη μοκέτα παμπ. Ο λόγος τους είναι το υποκατάστατο μιας σπατάλης που δεν τολμούν να κάνουν με τα σώματά τους. Γιατί αυτό είναι το έργο, νομίζω, στον πυρήνα του: μια μελέτη πάνω στην αδυναμία της σπατάλης. Ο έρωτας υπάρχει, λένε, ως απάντηση — αλλά περνάει μέσα από γραμμές του μετρό, από Χάκνει σε Ντάλστον σε Νιου Κρος Γκέιτ, γραφειοκρατικοποιημένος, χαρτογραφημένος, δίχως καμία σχέση με την ιλιγγιώδη, ανίερη γενναιοδωρία που θα του άξιζε το όνομα. Ο έρωτας-δρομολόγιο. Ο έρωτας ως logistics. Τι πιο ολέθριο βρίσκεις να επινοήσεις για την επιθυμία από ένα ωράριο τρένων;

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Νίκη Αλεξίου, «Οξυζενέ», εκδ. ΑΩ, 2026 (γράφει η Νίκη Μισαηλίδη)

 

«Έρωτας, σώμα και μοναξιά» 

Η πρώτη ποιητική συλλογή «Οξυζενέ» της Νίκης Αλεξίου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ (2026)  αποτελείται από είκοσι πέντε πεζοποιήματα, μέσα από τα οποία η δημιουργός συγκροτεί ένα ποιητικό σύμπαν σύγχρονης υπαρξιακής ανατομίας, δομημένο πάνω σε τέσσερις βασικούς άξονες: την απομυθοποίηση του έρωτα, την υλική υπόσταση της μοναξιάς, τη μορφή του πεζοποιήματος και μια έντονα σωματική γλώσσα.

Όπως υποδηλώνει ο τίτλος, η συλλογή λειτουργεί ως το γνωστό χημικό διάλυμα, που καίει, απολυμαίνει, λευκαίνει τις μνήμες και αναγκάζει το τραύμα να αφρίσει πριν την επούλωση. Η Νίκη Αλεξίου, με την πρώτη της αυτή ποιητική κατάθεση, εισέρχεται σε μια μακρά παράδοση της νεοελληνικής ποιητικής, η οποία συνδέει το σώμα με την οδύνη, προτείνοντας, ωστόσο, μια ανανεωμένη οπτική.

Στο ποιητικό σύμπαν του Οξυζενέ, ο έρωτας απογυμνώνεται από κάθε ρομαντική εξιδανίκευση και μεταφυσική προστασία. Δεν συνιστά καταφύγιο, αλλά πεδίο μάχης και απώλειας. Στο πεζοποίημα «Όπλα» (σ. 26), η ποιήτρια διατυπώνει με αφοπλιστική ευθύτητα: «Είναι ο έρωτας εμπόλεμη ζώνη. Είτε ξεψυχάς, ενώ κρέμεται η καρδιά και τα σπλάχνα σου έξω από το κορμί σου. Αλλιώς φεύγεις κενός, ηττημένος […].». Ο έρωτας παρουσιάζεται ως εμπειρία υπαρξιακού ακρωτηριασμού, χωρίς όμως να εξαντλείται στην καταστροφή. Αντίθετα, αναδεικνύεται ως δύναμη μεταμόρφωσης του υποκειμένου μέσα από την ίδια του την οδύνη, καθώς, όπως σημειώνει η ποιήτρια, «[…] ο έρωτας δεν σε αφανίζει, σε πλάθει απλά αλλιώς… συνέχεια σε εξυψώνει ακόμη και στις πιο επίπονες στιγμές». Η σχέση με τον Άλλον ισορροπεί ανάμεσα στην απόλυτη έλξη και την καταστροφή, σε ένα αυστηρά σαρκικό πλαίσιο, όπως αποτυπώνεται στο πεζοποίημα «Χριστουγεννιάτικες ευχές» (σ. 11).

Έτσι, η σωματική διάψευση μετατρέπεται σε βασική κινητήρια δύναμη της ποιητικής δημιουργίας και ο έρωτας προσεγγίζεται ως «ψεύτικες υποσχέσεις που δίνουν οι εραστές που πραγματικά έχουν χάσει κάθε έλεγχο και νόημα στη ζωή τους και ντρέπονται να το παραδεχτούν». Η σαρκική επιθυμία μετατρέπεται σε έναν τυφλό, σχεδόν τιμωρητικό μηχανισμό που, αν δεν βρει ανταπόκριση, γεννά το απόλυτο κενό, παγιδεύοντας τον εραστή να βρίσκεται «εγκλωβισμένος στο ενδιάμεσο». Ακόμα και όταν ο έρωτας αποδεικνύεται μια πικρή, αναδρομική αυταπάτη, όπως στο «Λάθος» (σ. 25), η ανάμνησή του παραμένει εγγεγραμμένη στις αισθήσεις ως σωματική αντίδραση. Ένα φιλί μετατρέπεται σε χλευασμό, αφήνοντας τη γεύση της πίκρας και του ξένου σάλιου να ανεβαίνει στον οισοφάγο. Έτσι, η μνήμη λειτουργεί ως σωματικό σύμπτωμα, επιβεβαιώνοντας ότι το τραύμα της ερωτικής διάψευσης επιβιώνει πρωτίστως μέσα στο σώμα.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Aguilera, G., Barros, P., και Guajardo, C., «Κοίταξέ με κατάματα / Mírame a los ojos: Δίγλωσση ανθολογία χιλιανού φεμινιστικού μικροδιηγήματος», εκδ. Άνω Τελεία, 2026 [γράφει η Άννυ Κουτροκόη)

 

Ανθολόγηση/Επιμέλεια έκδοσης: L. M. Fuentes Bustamante

Μετάφραση: Β. Εμμανουηλίδου, Α. Παυλίδου, Μ. Σιμχά

Πρόλογος: Κ. Παλαιολόγος

 

 

 

Στα στενά μονοπάτια της ενσυναίσθησης

 

Τρεις γυναίκες συγγραφείς από την Χιλή, η Γκαμπριέλα Αγκιλέρα Βαλδίβια (1960), η Σίλβια (Τσίβι) Γουαχάρδο (1948) και η Πία Μπάρος (1956) γράφουν διηγήματα μπονσάι (μικροδιηγήματα) γεμάτα αισθησιασμό, και βία, αφιερωμένα στις ανθρώπινες αδυναμίες.

Αναρωτιόμαστε αν υπάρχει γυναικεία γραφή ή όχι. Σε αυτή την ανθολογία διαπιστώνουμε ότι ναι υπάρχει, οδηγούμενοι από τη θεματική. Δεν είναι ότι γράφουν γυναίκες αλλά ότι γράφουν για τη γυναικεία σύσταση, τη διερώτηση περί των σχέσεων από δική τους σκοπιά, τα πάθη, τον πόνο τους, την οδύνη τους και την απόγνωσή τους εξαιτίας του άνδρα, συζύγου, πατέρα, εραστή. Τόσο μακριά μας γεωγραφικά, αλλά και τόσο κοντά βιωματικά.

Τα γεγονότα απεικονίζονται επιγραμματικά και ο πόνος, το αίμα, η βία διατρέχουν την πλοκή των λέξεων και κρατούν σφιχτά το νήμα των πράξεων. Θαρρείς ότι η κατάσταση χαράς και τυχόν ευτυχισμένων στιγμών απουσιάζει παντελώς. Καθώς η ζωή είναι παζλ μεικτών στιγμών και πραγμάτων υπάρχει ένα έλλειμμα πραγματικότητας, δικαιολογημένο γιατί ο στόχος της συγγραφής του κειμένου είναι να επικεντρωθεί στο έντονο, στο αδιέξοδο και την οδύνη.

Έξυπνα κείμενα, διακρίνουμε στη σύνθεσή τους ευφυείς επιλογές έκφρασης με περιορισμένο το συναίσθημα καθώς αφήνεται σε εμάς η ανίχνευσή του. Η αφηγηματική πλοκή απουσιάζει, γι’ αυτό και μειώνεται δραματικά η έκταση των κειμένων.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Αλέκος Ε. Φλωράκης, «Εν παραβολαίς αινιγμάτων»,εκδ. Κουκκίδα, 2025 (γράφει ο Λάζαρος Λαζάρου)

 

 

Αλλά η κουρτίνα αρνείται να παραμερίσει,

γαντζώνεται πεισματικά, χλευάζει,

πρέπει να απαλλαγεί απ’ αυτήν,

τη σέρνει με μανία, την ξεσκίζει,

παράθυρο όμως δεν υπάρχει εκεί,

πίσω της μόνο απροσπέλαστος ο τοίχος.

(«Η κουρτίνα»)

 

«Εν παραβολαίς αινιγμάτων» (Κουκκίδα, 2025) τιτλοφορείται η τελευταία, δέκατη συνολικά, ποιητική συλλογή του εκλεκτού ποιητή Αλέκου Ε. Φλωράκη, αποτελούμενη από 28 ποιήματα. Ο τίτλος λόγιος, σχεδόν βιβλικός στη σύνταξη και στον ηχητικό του απόηχο, προϊδεάζει για μια ποίηση αλληγορική, όπου το βίωμα δεν εκφέρεται ευθύγραμμα, αλλά μετασχηματίζεται σε συμβολική εικόνα. Αυτό δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής, παρμένος από το βιβλίο Σοφία Σειράχ (κεφάλαιο μζ΄, στίχος 15), το οποίο αναφέρεται στο έργο και τη σοφία του Βασιλιά Σολομώντα.

Η λέξη «παραβολαίς» παραπέμπει στον έμμεσο λόγο και η λέξη «αινιγμάτων» ενισχύει την υπαινικτική διάσταση: ο κόσμος μας, είναι ένα αίνιγμα και η ποίηση είναι ο μόνος αλληγορικός τρόπος για να το προσεγγίσουμε, να το ερμηνεύσουμε και, τελικά, να το αντέξουμε (παράβαλε εδώ τους στίχους της Κικής Δημουλά πως «Αίνιγμα δανείστηκα,/αίνιγμα επέστρεψα./Άφησα να μην ξέρω/πώς λύνεται ένα χθες,/ένα εξαρτάται,/το αίνιγμα των ασυμπτώτων»). Συνεπώς, η σύνδεση των δύο όρων υποδηλώνει πως το βαθύτερο νόημα εμφανίζεται θραυσματικά. Το εξώφυλλο, πολυσημικό και βαθιά υπερρεαλιστικό, οπτικοποιεί ακριβώς αυτή την ποιητική: ένα βλέμμα εγκλωβισμένο στη φθορά (ρωγμές, γυμνά τούβλα) και μια καρδιά εκτεθειμένη πίσω από παράθυρο (μετάβαση από τα κρυμμένα στα ορατά) συνθέτουν έναν εσωτερικό κόσμο που αποκαλύπτεται μόνο αποσπασματικά, σαν αίνιγμα προς αποκρυπτογράφηση.

Στην ανά χείρας ποιητική συλλογή ο Αλέκος Ε. Φλωράκης οικοδομεί έναν ρευστό κόσμο, όπου το πραγματικό μετατοπίζεται διαρκώς προς το ονειρικό, το μεταφυσικό και το εσωτερικό βίωμα. Τα ποιήματα λειτουργούν σαν μικρές παραβολές, οι οποίες αφηγούνται φαινομενικά απλά περιστατικά, τα οποία όμως ανοίγουν διαρκώς προς βαθύτερες υπαρξιακές, κοινωνικές και φιλοσοφικές αναγνώσεις. Η συλλογή καταφέρνει να συμπυκνώσει όλα τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Φλωράκη, όπως έχουν καταγραφεί από προηγούμενές του συλλογές: εικονοπλαστική δεινότητα, κριτική ματιά, λεπτή ειρωνεία και έντονοι υπαρξιακοί προβληματισμοί (παράβαλε τον στίχο «τύχη αγαθή που κατοικώ σε τόπο παράκτιο» («Η κατάδυση») με τη χαραλαμπίδειο δήλωση πως «είναι τύχη αγαθή που γεννήθηκα σε χώρα υπό κατοχή».

Στις υπαρξιακές αναζητήσεις του ποιητή συμπεριλαμβάνονται ο θάνατος, η ζώσα μνήμη, η φθοροποιός δύναμη του βιωμένου χρόνου, η αγωνία για το μέλλον της ανθρωπότητας. Θίγονται, επίσης, η μοναξιά και η αλλοτρίωση: «Έφυγαν πάλι., ας επιστρέψω στη σάλα,/ ολότελα άδεια πια,/ τα έπιπλα λείπουν,/ τα παράθυρα κλειστά,/ ένας καθρέφτης μόνο, χωρίς είδωλο» (Οικογενειακή γιορτή»). Αυτοί οι στίχοι μας θυμίζουν το ποίημα «Διακοπή» του Θ. Κουγιάλη: «Φύγαν οι καλεσμένοι μας. Το σπίτι/ είναι άδειο και σιωπηλό» (…) «Μείναμε μόνοι με την καθημερινότητα/με τις φροντίδες, τα προσωπικά προβλήματα/ και τις κρυφές πληγές μας».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Χρήστος Κανελλόπουλος, «Το βοτάνι της οσίας Βερονίκης»

 

Την 3η Μαρτίου εμείς που πιστεύουμε στην ποίηση εορτάζουμε την γέννηση της οσίας  Βερονίκης.

 

ΒΙΟΣ

Η οσία Βερονίκη των Δαλακούρα αιμορραγεί ασταμάτητα και σκουπίζει τον ιδρώτα από τα πρόσωπα εκείνων που ανεβαίνουν τον Γολγοθά.

Σε κάθε επέτειο των γενεθλίων της φυτεύει στη βάση του μαρτυρικού μας ανήφορου ένα βοτάνι κι όποιος το βράσει και το πιεί μένει νέος για πάντα.

 

Η ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ

Πράγματι απορώ. Γιατί θέλουν όλοι να παίζουν με το μικρό μου στήθος; Οποτεδήποτε συναντώ κάποιον  –  το μαντεύω: το χέρι κατ’ αρχήν στο ύφασμα, κατόπιν σίγουρα στις δύο ρόγες τις οποίες στριφογυρίζει διαδοχικά. Και γιατί όλα αυτά; Προς τι εγώ να πονώ και πολλές φορές να καυλώνω; Η όποια μουσική θα προσέφερε υψηλότερη και δεν αποκλείεται καλυτέρας ποιότητος ηδονή. Σχεδόν πάντα λοιπόν βρίσκομαι θύμα αυτών των αφελών τάχα κινήσεων και δεν εξαιρούνται ούτε τα θηλυκά από τις εμπειρίες μου.

Όμως το σώμα εκείνου που αγάπησα παραμένει η πιο εναργής μου φαντασία. Είχε στους μηρούς μαύρες στιλπνές τρίχες και ξαπλωμένος ανάσκελα επιθυμούσε να μου πονέσει το στήθος. Αρνήθηκα κι εκείνος ακινητοποιώντας τους καρπούς έβαλε ολόκληρο τον αριστερό μαστό στο στόμα του. Ήθελε στ’ αλήθεια να τον καταπιεί γιατί σε κάποιο σημείο της επώδυνης ηδονής μου αισθάνθηκα τα δόντια του στην ευαίσθητη επιφάνεια.

Ήρθε τότε η κοινή ανάμνηση από τον πίνακα του μεσαιωνικού νέου: η Ναυσικά που κοίταζε τον εραστή της να φεύγει, αφού πρώτα ετοποθέτησε τα μάτια στα γόνατά της, και ο ίδιος πάλι ξαναγεννημένος ζωγράφος την αναγέννηση, να συνευρίσκεται κατ΄όναρ

– νεκρός πλέον – με τη φίλη μου.

Τι μουσικές, τι πείνα τις εποχές των γαϊδάρων – ποτέ δεν τρόμαξα τις αργές δεισιδαιμονίες γιατί εκείνοι σκάβοντας τον πιο μικρό λάκκο υποσχέθηκαν τον έσχατο έρωτα. Μόνο έκοψα τα δάκτυλα να τιμωρήσω την ασπλαχνία τους. Φαντάσματα τότε ζητούσαν να πιούν γάλα από το στήθος μου. Αναστέναζαν μες απ’ τον ήχο της Τζιοκόντας και όταν ο Ποντσιέλλι ταράχτηκε έδωσαν τις ψυχές τους στον δαίμονα διπλά πικραμένοι

από το παιχνίδι.

Διαβάστε περισσότερα