Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Dante Alighieri, «Η Ευγλωττία της Κοινής Γλώσσας» (εισαγωγή- μετάφραση- σχόλια: Νίκος Κούρκουλος), εκδ. ωκυτόκια, 2000 (Γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης)

Ο Δάντης στο βασίλειο των θνητών λέξεων

 

Ορισμένα βιβλία δεν επιβιώνουν επειδή ανήκουν στην ιστορία της λογοτεχνίας· επιβιώνουν επειδή η ιστορία δεν έχει ακόμη κατορθώσει να εξαντλήσει τα ερωτήματά τους. Η Ευγλωττία Της Κοινής Γλώσσας του Δάντη είναι ένα τέτοιο έργο: ένα ημιτελές δοκίμιο που γράφτηκε στις αρχές του 14ου αιώνα και εξακολουθεί να απευθύνεται σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να αναζητεί τη δική του φωνή. Υπάρχει κάτι σχεδόν δραματικό στην ίδια τη χειρονομία του Δάντη.

Ο ποιητής της Θείας Κωμωδίας, εξόριστος από τη Φλωρεντία, στρέφεται προς τη γλώσσα όχι ως ένας γραμματικός που καταγράφει διαλέκτους, αλλά ως ένας στοχαστής που διερευνά τις συνθήκες της ανθρώπινης κατοίκησης στον κόσμο. Γράφει στα λατινικά ένα έργο που υπερασπίζεται τη γλώσσα του λαού· χρησιμοποιεί την καθιερωμένη γλώσσα της λογιοσύνης για να νομιμοποιήσει εκείνη που θεωρούνταν ανεπαρκής για υψηλή σκέψη και μεγάλη ποίηση. Στην καρδιά αυτού του φαινομενικού παραδόξου κρύβεται μία από τις πλέον ριζοσπαστικές ιδέες του ευρωπαϊκού πνεύματος: ότι η αλήθεια δεν ανήκει αποκλειστικά στις γλώσσες της εξουσίας. Η Ευγλωττία Της Κοινής Γλώσσας δεν αποτελεί απλώς μία πραγματεία περί γλωσσικής θεωρίας. Είναι μια βαθιά στοχαστική διερεύνηση της σχέσης μεταξύ γλώσσας, κοινότητας και ανθρώπινης μοίρας. Για τον Δάντη η γλώσσα δεν είναι ένα ουδέτερο εργαλείο μετάδοσης πληροφοριών· είναι η πρώτη μορφή πατρίδας, το αόρατο σπίτι μέσα στο οποίο ο άνθρωπος αναγνωρίζει τον εαυτό του και συναντά τους άλλους.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Γιώργος Νικ. Σχορετσανίτης, «Αγαπημένες Αφροαμερικανίδες ποιήτριες», εκδ. Οδός Πανός, 2026 (γράφει ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής)

Ο Γεώργος Σχορετσανίτης, εκτός των άλλων πολύπλευρων ενδιαφερόντων του, είναι και μελετητής της αφροαμερικάνικης ιστορίας και πολιτισμού. Το παρόν βιβλίο αναφέρεται σε τρεις αγαπημένες του Αφροαμερικανίδες ποιήτριες του 18ου και 19ου αιώνα, δηλαδή στις απαρχές της εν λόγω λογοτεχνίας, την Φίλλις Ουίτλεϋ, τη Λούσι Τέρι Πρινς και την Φράνσις Χάμπερ.

Η ακτιβιστική διαμαρτυρία αρχίζει να αχνοφαίνεται στις πρώτες δυο ποιήτριες και είναι ξεκάθαρη και θυελλώδης στην τρίτη, η οποία είναι και μεταγενέστερη. Έτσι, κάποια νοήματα που εκφράζονται στα ποιήματα της Ουίτλεϋ μπορεί να μας ξενίζουν, με βάση τη γνώση και τα σημερινά ιδεώδη, αλλά θα πρέπει να ειδωθούν με βάση τις συνθήκες της εποχής εκείνης, οι οποίες τα δικαιολογούν απολύτως. Έτσι, η ανοχή της αρπαγής των ιθαγενών από τους δήθεν «εκπολιτιστές» λευκούς Αμερικάνους, που οδήγησαν τους απαχθέντες παγανιστές στον αγαστό Χριστιανισμό, θέσεις οι οποίες εκφράζονται σε ποίημα της («Για τη μεταφορά απ’ την Αφρική στην Αμερική», σ.15), η οποία περιγράφει ανάλογη εμπειρία της, σήμερα φαντάζουν προβληματικές, αλλά για την ίδια, που διέφυγε από τη σκλαβιά, μια και της «χαρίστηκε» η ελευθερία της από τη λευκή αφέντρα της, οι απόψεις αυτές είναι δικαιολογημένες.

 

Ήταν η ευσπλαχνία που μ’ έφερε απ’ την παγανιστική μου γη,

Δίδαξε τη νυχτωμένη μου ψυχή να καταλάβει

Ότι υπάρχει ένας Θεός, ότι υπάρχει κι ένας Σωτήρας

 

Ο Σχορετσανίτης είναι ερευνητής της εποχής εκείνης και από αυτή τη θέση δίνει τις τότε διαστάσεις των θεμάτων. Κατ’ αναλογία, με τα σημερινά αισθητικά δεδομένα, θα ξένιζε το μεγαλόπρεπο και υμνητικό ύφος περί αρετής (σ.21), περί φαντασίας (σ.17) και άλλων, που θα έμοιαζε με διδακτισμό, κάτι που δεν συνέβαινε την εποχή εκείνη. Ο συγγραφέας μεταφράζει ποιήματα των εξεταζόμενων ποιητριών σχολιάζοντάς τα, κάτι που μας δίνει τη δυνατότητα κατανόησης αυτού του φαινομένου. Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα φαινόμενα αυτά παρουσιάζονται στις δυο πρώτες ποιήτριες, οι οποίες είναι του 18ου αιώνα και πολύ πρώιμες και καθόλου στην Χάμπερ που είναι μεταγενέστερη και πλήρως συνειδητοποιημένη ακτιβίστρια. Στα ποιήματα των πρώτων δυο διακρίνεται μια εκκολαπτόμενη επαναστατικότητα, η οποία διερευνάται από τον Σχορετσανίτη, και έχει ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο εξέλιξης της αφροαμερικάνικης ποίησης, άρα πολύ σωστά μελετάται. Επίσης, πολύ μεγάλη σημασία είχε και το ότι οι πρώιμες αυτές ποιήτριες επέδειξαν στην εποχή τους ότι και οι μαύροι, που προέρχονταν από τις πρωτόγονες φυλές της Αφρικής, μπορούσαν να παράγουν ανώτερα καλλιτεχνικά έργα, κάτι που τότε δεν θεωρούταν αυτονόητο, αφού ο ρατσισμός ήταν έντονος και τους έγχρωμους τους θεωρούσαν κατώτερα διανοητικά όντα. Με αυτόν τον τρόπο συνεισέφεραν στο ακτιβιστικό κίνημα. Τα μετέπειτα χρόνια η κοινωνική εξέλιξη και η κατάργηση της δουλείας θα αποδεσμεύσει την αφροαμερικάνικη ποίηση από τα θρησκευτικά θέματα και αυτά της σκλαβιάς.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Κώστας Μαυρουδής, «Ο Χ. είπε», εκδ. Κίχλη, 2026 (γράφει ο Γιάννης Δρούγος)

Σταθερά και πάντα ποιητής ακόμα και στον πεζό του λόγο ο Κώστας Μαυρουδής, μετά την περίφημη συλλογή εβδομήντα ιστοριών «Η αθανασία των σκύλων» που εκδόθηκε το 2013 από τις εκδόσεις Πόλις (και επανεκδόθηκε και το 2021) χαρίζοντας στον δημιουργό το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος -Νουβέλας 2014 και το Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού «Ο Αναγνώστης», για να ακολουθήσουν η επανακυκλοφορία της συλλογής αφηγημάτων «Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι», εκδόσεις Νεφέλη, 2015 και η συλλογή πεζών κειμένων «Το αλάτι του Bad Ischl», από τις εκδόσεις Κίχλη το 2022, που απέσπασε το Βραβείο Πεζογραφίας του περιοδικού Χάρτης, ο Κώστας Μαυρουδής επανήλθε πρόσφατα -ξανά- από τις εκλεκτές εκδόσεις Κίχλη με μια ακόμα αξιανάγνωστη ανθολογία πεζών κειμένων θαυμάσιας γλώσσας, στοχαστικού ύφους, με μείξη θραυσμάτων, αναγνωστικών ιχνών, σκέψεων περί τέχνης και ζωής, κείμενα χαμηλόφωνα και περιεκτικά, υπαινικτικά και με διαύγεια με την ποίηση και τον πεζό λόγο να γίνονται ένα σώμα.

Ακούραστος δημιουργός ο Μαυρουδής, από τη δεκαετία του ’70 έως και σήμερα κινείται μεταξύ ποιητικού και πεζού λόγου παραδίδοντας έργα που μοιάζουν με μικρά γλυπτά σμιλευμένα και δουλεμένα στην εντέλεια, με αρτιότητα έκφρασης, οικονομία, ουσία και λιτότητα ενώ από το 1978 εκδίδει ανελλιπώς το λογοτεχνικό περιοδικό «Το Δέντρο», με συν-εκδότη και συνεργάτη για πολλά χρόνια τον αείμνηστο Τάσο Γουδέλη, με τον οποίο υπήρξαν ένα ωραιότατο δίδυμο παρατηρητών – ερευνητών του λογοτεχνικού και κοινωνικού γίγνεσθαι του αστικού τοπίου.

Εδώ, με τον πολύ πρόσφατο τόμο κειμένων υπό τον τίτλο «Ο Χ. είπε», παραδίδει μια σειρά υποδειγματικών υβριδικών κειμένων που περικλείουν εντός τους την ποιητική κομψότητα και το ποιητικό βλέμμα, τον δοκιμιακό λόγο, το μικροδιήγημα, την τριτοπρόσωπη αφήγηση ενταγμένη στην πρωτοπρόσωπη, ταξιδιωτικές περιγραφές καθώς και περιγραφές της χώρας μας, του κόσμου, της τέχνης, της ζωής της ίδιας. Ενώ στο προηγούμενο βιβλίο του, «Το αλάτι του Bad Ischl», τα κείμενα του Μαυρουδή διέθεταν έναν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα που τελικά αποκτούσαν τη μορφή της συλλογικής μας ταυτότητας , στο «Ο Χ. είπε», η φωνή είναι άλλη. Είναι ο αινιγματικός Χ. ένας παλιός φίλος του Μαυρουδή, είναι ο «πρωταγωνιστής», η εσωτερική και η εξωτερική φωνή, το υποκείμενο και το αντικείμενο μαζί, κι όσα έρχονται στο φως δια χειρός του ποιητή – συγγραφέα είναι λεγόμενα, γραφόμενα, σκέψεις, κείμενα και ποιήματα δικά του που έγιναν η αφορμή κι έδωσαν σάρκα και οστά για να χτιστεί με ακριβά, ήσυχα υλικά αυτό το σημαντικό βιβλίο.

Ο Χ. λοιπόν κι οι ιστορίες του, οι απόψεις του, οι μνήμες του, τα ταξίδια του, οι στοχασμοί και τα σχόλιά του για το καθημερινό, το θεατό και το αθέατο, το φθαρτό και το άφθαρτο, για την αμφισημία του βίου και της πραγματικότητας, οι αναφορές του σε συγγραφείς και κορυφαία λογοτεχνικά έργα, σε μουσικές, σε ταινίες, σε πρόσωπα που πέρασαν απ’ τα μονοπάτια της ζωής του.

Ο Μαυρουδής μεταφέρει τα όσα ο Χ. είπε σε κατ’ ιδίαν συνομιλίες τους, χωρίς χρήση διαλόγων και χωρίς προφορικότητα και μετατρέπει τα όσα ο φίλος Χ. είπε και έγραψε, σε μικρούς μονολόγους υψηλής γλωσσικής ποιότητας και λεπτού γλωσσικού κι εκφραστικού χειρισμού, σε ένα μεγάλο μωσαϊκό στοχασμών, ιδεών, συναισθημάτων, αφορισμών και ιστοριών από το παρελθόν το οποίο κομμάτι κομμάτι διαμορφώνει και διαμόρφωσε αυτό που ο Χ. έγινε – ήταν – είναι – θα είναι. Χωρισμένο σε επτά μέρη, το παρόν βιβλίο περιέχει μικρές προτάσεις – αφορισμούς και κείμενα που καταλαμβάνουν το πολύ μία σελίδα που κρύβουν μέσα τους άφθονο πλούτο έκφρασης και ύφους και προσφέρουν τροφή προς σκέψη, που ανασύρουν τη μνήμη και τα πολύτιμα θραύσματά της απ’ τα συρτάρια της λήθης. Ο Χ. δεν δημοσίευσε ποτέ τα γραπτά του, δεν τον ενδιέφερε να τα βγάλει στο εκδοτικό φως, έτρεμε τη γραφικότητα του να μεταμορφώσει την ενασχόλησή του με τον γραπτό λόγο σε κεντρική ασχολία. Λάτρευε την ανάγνωση και τους κόσμους που του αποκάλυπτε, έχοντας μια σχεδόν εμμονική προτίμηση προς τους κλασικούς συγγραφείς που ήδη τα είχαν πει τα πάντα περί ύπαρξης μέσω των εμβληματικών τους έργων.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Γιάννης Βάλλιος, «Ιδεοτρόπια», εκδ. Ιωλκός, 2026 (γράφει η Γκέλη Ντηλιά)

Αν κάτι έχω συνειδητοποιήσει στο πέρασμα των χρόνων, είναι η έννοια της αβεβαιότητας ως τη μοναδική παράμετρο της δια βίου παρακίνησης για οτιδήποτε. «Τη σιγουριά με τον καιρό/ τη σκουριάζει η μεταβλητότητα/ που κρύβεται στο βάθος/ της κβαντικής μας αβεβαιότητας.» (Το κερί).

Αρκούσαν τέσσερις στίχοι από το δεύτερο ποίημα της Α ενότητας για να μπω στο πνεύμα της σκέψης του Γιάννη Βάλλιου. Σε αυτήν ασχολείται με τον χρόνο που μαζί με τη σιωπή αποτελούν  «το στοιχειωμένο φάντασμα του μυαλού»,  εξακοντίζοντας ερωτήσεις ρητορικού τύπου, «Ποιος είσαι, τι κάνεις στη ζωή μου;» (Σαν το νερό που κυλάει).

Η σιωπή φαντάζει λυτρωτική, γαλήνια την ύστατη στιγμή του αποχωρισμού του φθαρτού με το άφθαρτο, την ψυχή δηλαδή. «Ήρθες σιωπή, αφήνοντας σκέψεις ατελέσφορες». (Επίσκεψη χωρίς τέλος).

Αν ο κόσμος, σύμφωνα με τον Σοπενχάουερ, είναι μια δική μας ιδέα εκφρασμένη σε λέξεις που δεν λείπουν όταν την κατέχεις, σύμφωνα με τον Φλομπέρ, ο άυλος κόσμος των ιδεών του Βάλλιου δίνουν με ποιητικό τρόπο ολοκληρωμένες εικόνες καθημερινότητας, έχοντας παραχθεί ύστερα από επεξεργασία. Έρχονται για να καθορίσουν τον τρόπο σκέψης μας. Εξ ου και ο νεολογισμός Ιδεοτρόπια.

Από τα ποιήματα αυτής της συλλογής θα πάρουμε ιδέες που θα δώσουν μια άλλη τροπή στη ζωή μας, καθώς κανένας και τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια ιδέα όταν έχει έρθει η ώρα της. Ιδέες παραστατικές, κατευθυντήριες, αλλά και φιλοσοφικές, παρελαύνουν ως στίχοι και προκαλούν τη σκέψη μας, κάνοντάς μας να διανοηθούμε ακόμη και τα αδιανόητα.

Στο Β μέρος το ερώτημα από πού ερχόμαστε και πού πάμε είναι απαντημένο. «Έτσι έμαθαν να ζουν/στη γη των λωτοφάγων./ Από το πουθενά να έρχονται/ και στο περίπου να πηγαίνουν.» (Η γη των λωτοφάγων). Η ποσότητα της βρώσης λωτού που καταναλώνουμε για να αντέξουμε τις δοκιμασίες είναι ατομική ευθύνη. «Ξεκινάς έναν δρόμο/ και αυτός σε βγάζει αλλού,/ ενώ σε αφήνει να αναρωτιέσαι/ γιατί έφτασες ως εδώ.»    

Πλέουμε στα νερά της αλήθειας που το ψέμα τα θολώνει. «Σίγουρα η πραγματικότητα,/  όχι εκείνη των αισθήσεων/  μα η κρυμμένη, η ανείπωτη/  στο τέλος περιμένει να μας εκπλήξει/  με τρόπους που δεν φανταστήκαμε.»   (Αναμένοντας την αλήθεια). Οι λέξεις είναι βάρκες και μέσα τους αρμενίζουν οι ιδέες του.

Στο Γ μέρος, με άρωμα ψηφιακού κόσμου, «…/ μέσα από φίλτρα κατασκευασμένων πεποιθήσεων…/ με «Λόγια που μαρτυρούν ένα μέλλον χωρίς προορισμό» (Οράματα του μέλλοντος) καταγράφεται το δυσοίωνο του πράγματος και η συναισθηματική και αισθητική μας αποχαύνωση, αφού «όλοι και όλα στριμώχνονται/ στο ψηφιακό μας πεπρωμένο.»  (Με ενόραση για το αύριο). Στη σελίδα 36 το ποίημα με τίτλο Η ψευδαίσθηση της αυταρέσκειας, ολοκληρώνεται με τη διαπίστωση ότι, «Έχει και η ματαιοδοξία τη γοητεία της/ κι ας είναι εφήμερη.». Η ανησυχία του ποιητή για την αναδυόμενη πραγματικότητα που έχει επηρεάσει καταλυτικά πρωτίστως τη σχέση με τον εαυτό μας και δευτερευόντως τη σχέση μας με τους άλλους είναι εμφανής. Στην ίδια ενότητα οι εποχές συρρικνώνονται, αφυδατώνονται και μεταλλάσσονται, προκαλώντας τις ανθρώπινες αντοχές, φτάνοντάς τες στα όριά τους. «Κάθε βιαστική άνοιξη/ γεννά ένα θερμό καλοκαίρι/ και ο χρόνος μας αποχαιρετά/ με έναν ακόμα θερμότερο.», (Μια άνοιξη που βιάζεται). Αντιστοίχως η πρώτη στροφή του ποιήματος Απρόσμενη ζέστη, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ως οφείλει, «Έπιασε μια ζέστη σήμερα/ μέχρι και τα αγάλματα ίδρωσαν/ αφήνοντας έναν ουρανό πορφυρό/ με ακίνητο αέρα να αιωρείται/ πάνω μας άσπρο σεντόνι.».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Δημήτρης Δημητριάδης, «Ανθρωπωδία» (εκδ. Καστανιώτη, Σμίλη & Ιανός) [γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης]

Η Βία της Οικειότητας

 

Η Ανθρωπωδία του Δημήτρη Δημητριάδη αποτελεί ένα από τα πιο ακραία και φιλόδοξα εγχειρήματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας: ένα έργο ανοιχτό, πολυφωνικό, αδιάκοπα επεκτεινόμενο, που δεν επιδιώκει να αφηγηθεί μια ιστορία με την παραδοσιακή έννοια αλλά να συλλάβει τον άνθρωπο στη γυμνή, ανυπεράσπιστη ουσία του. Μέσα από τους τόμους της, η «Ανθρωπωδία» οικοδομεί έναν κόσμο όπου το σώμα, η επιθυμία, η απώλεια και η γλώσσα συνυπάρχουν σε μια ασταμάτητη διαδικασία αποσύνθεσης και αναγέννησης. Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα· πρόκειται για μια αδιάκοπη ανατομία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Στον πυρήνα της πλοκής βρίσκεται μια φαινομενικά απλή αλλά καταστροφική εμπειρία: ένα βλέμμα, ένας έρωτας που δεν εκπληρώθηκε ποτέ, μια σχέση που δεν ολοκληρώθηκε και που μετατρέπεται σε τραύμα ολόκληρης ζωής. Ένας άνθρωπος που δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτα και προσπαθεί να επανορθώσει ανά χίλια χρόνια, ανεπιτυχώς δυστυχώς. Από αυτό το αρχικό ρήγμα ξετυλίγεται ένας τεράστιος λεκτικός και υπαρξιακός λαβύρινθος. Οι μορφές της «Ανθρωπωδίας» —άντρες, γυναίκες, εραστές, γονείς, παιδιά— κινούνται μέσα σε έναν κόσμο όπου κάθε ανθρώπινος δεσμός είναι ταυτόχρονα αναγκαίος και αδύνατος. Οι οικογένειες αποσυντίθενται, οι ερωτικές σχέσεις μετατρέπονται σε πεδία εξουσίας και εγκατάλειψης, η επιθυμία οδηγεί όχι στη λύτρωση αλλά στη βαθύτερη επίγνωση της μοναξιάς.

Διαβάστε περισσότερα