Αν κάτι έχω συνειδητοποιήσει στο πέρασμα των χρόνων, είναι η έννοια της αβεβαιότητας ως τη μοναδική παράμετρο της δια βίου παρακίνησης για οτιδήποτε. «Τη σιγουριά με τον καιρό/ τη σκουριάζει η μεταβλητότητα/ που κρύβεται στο βάθος/ της κβαντικής μας αβεβαιότητας.» (Το κερί).
Αρκούσαν τέσσερις στίχοι από το δεύτερο ποίημα της Α ενότητας για να μπω στο πνεύμα της σκέψης του Γιάννη Βάλλιου. Σε αυτήν ασχολείται με τον χρόνο που μαζί με τη σιωπή αποτελούν «το στοιχειωμένο φάντασμα του μυαλού», εξακοντίζοντας ερωτήσεις ρητορικού τύπου, «Ποιος είσαι, τι κάνεις στη ζωή μου;» (Σαν το νερό που κυλάει).
Η σιωπή φαντάζει λυτρωτική, γαλήνια την ύστατη στιγμή του αποχωρισμού του φθαρτού με το άφθαρτο, την ψυχή δηλαδή. «Ήρθες σιωπή, αφήνοντας σκέψεις ατελέσφορες». (Επίσκεψη χωρίς τέλος).
Αν ο κόσμος, σύμφωνα με τον Σοπενχάουερ, είναι μια δική μας ιδέα εκφρασμένη σε λέξεις που δεν λείπουν όταν την κατέχεις, σύμφωνα με τον Φλομπέρ, ο άυλος κόσμος των ιδεών του Βάλλιου δίνουν με ποιητικό τρόπο ολοκληρωμένες εικόνες καθημερινότητας, έχοντας παραχθεί ύστερα από επεξεργασία. Έρχονται για να καθορίσουν τον τρόπο σκέψης μας. Εξ ου και ο νεολογισμός Ιδεοτρόπια.
Από τα ποιήματα αυτής της συλλογής θα πάρουμε ιδέες που θα δώσουν μια άλλη τροπή στη ζωή μας, καθώς κανένας και τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια ιδέα όταν έχει έρθει η ώρα της. Ιδέες παραστατικές, κατευθυντήριες, αλλά και φιλοσοφικές, παρελαύνουν ως στίχοι και προκαλούν τη σκέψη μας, κάνοντάς μας να διανοηθούμε ακόμη και τα αδιανόητα.
Στο Β μέρος το ερώτημα από πού ερχόμαστε και πού πάμε είναι απαντημένο. «Έτσι έμαθαν να ζουν/στη γη των λωτοφάγων./ Από το πουθενά να έρχονται/ και στο περίπου να πηγαίνουν.» (Η γη των λωτοφάγων). Η ποσότητα της βρώσης λωτού που καταναλώνουμε για να αντέξουμε τις δοκιμασίες είναι ατομική ευθύνη. «Ξεκινάς έναν δρόμο/ και αυτός σε βγάζει αλλού,/ ενώ σε αφήνει να αναρωτιέσαι/ γιατί έφτασες ως εδώ.»
Πλέουμε στα νερά της αλήθειας που το ψέμα τα θολώνει. «Σίγουρα η πραγματικότητα,/ όχι εκείνη των αισθήσεων/ μα η κρυμμένη, η ανείπωτη/ στο τέλος περιμένει να μας εκπλήξει/ με τρόπους που δεν φανταστήκαμε.» (Αναμένοντας την αλήθεια). Οι λέξεις είναι βάρκες και μέσα τους αρμενίζουν οι ιδέες του.
Στο Γ μέρος, με άρωμα ψηφιακού κόσμου, «…/ μέσα από φίλτρα κατασκευασμένων πεποιθήσεων…/ με «Λόγια που μαρτυρούν ένα μέλλον χωρίς προορισμό» (Οράματα του μέλλοντος) καταγράφεται το δυσοίωνο του πράγματος και η συναισθηματική και αισθητική μας αποχαύνωση, αφού «όλοι και όλα στριμώχνονται/ στο ψηφιακό μας πεπρωμένο.» (Με ενόραση για το αύριο). Στη σελίδα 36 το ποίημα με τίτλο Η ψευδαίσθηση της αυταρέσκειας, ολοκληρώνεται με τη διαπίστωση ότι, «Έχει και η ματαιοδοξία τη γοητεία της/ κι ας είναι εφήμερη.». Η ανησυχία του ποιητή για την αναδυόμενη πραγματικότητα που έχει επηρεάσει καταλυτικά πρωτίστως τη σχέση με τον εαυτό μας και δευτερευόντως τη σχέση μας με τους άλλους είναι εμφανής. Στην ίδια ενότητα οι εποχές συρρικνώνονται, αφυδατώνονται και μεταλλάσσονται, προκαλώντας τις ανθρώπινες αντοχές, φτάνοντάς τες στα όριά τους. «Κάθε βιαστική άνοιξη/ γεννά ένα θερμό καλοκαίρι/ και ο χρόνος μας αποχαιρετά/ με έναν ακόμα θερμότερο.», (Μια άνοιξη που βιάζεται). Αντιστοίχως η πρώτη στροφή του ποιήματος Απρόσμενη ζέστη, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ως οφείλει, «Έπιασε μια ζέστη σήμερα/ μέχρι και τα αγάλματα ίδρωσαν/ αφήνοντας έναν ουρανό πορφυρό/ με ακίνητο αέρα να αιωρείται/ πάνω μας άσπρο σεντόνι.».
Διαβάστε περισσότερα