Ο ποιητής, έλεγε ο Γ.Π. Σαββίδης, είναι σαν τα παγόβουνα. Τα τέσσερα πέμπτα του βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια. Τί μπορεί να συμβαίνει όμως όταν τα τέσσερα πέμπτα του ποιητή ευρίσκονται εντός τενάγους, ώστε τα βαλτώδη νερά να συντηρούν τον διαρκή πυρετό της έμπνευσης και όχι ελώδεις ασθένειες; Πώς τα ρηχά νερά που κρύβουν κινδύνους καταβύθισης στο τέλμα της αδράνειας δεν γίνονται πρόσχημα στασιμότητας αλλά άνοιγμα στη λιμνοθάλασσα που ονομάζουν ζωή; Γιατί, όσο κι αν νομίζουμε πως η ζωή είναι θάλασσα στην οποία υπερήφανοι πλέουμε, το πεπερασμένο της γης καθιστά ακόμη και τους ωκεανούς λιμνοθάλασσες, ας μην πω τενάγη ακόμη, υπό την αίρεση του αναπόδραστου ναυαγίου το οποίο καλούμε οι άνθρωποι θάνατο; Κάπως έτσι, το μότο με το οποίο εκκινεί η ποιητική αυτή συλλογή του Γιώργου Σαράτση δεν είναι τυχαία: Ιωάννης Χρυσόστομος, μνήμη θανάτου, αίτηση κατάνυξης. Ειδοποίηση ευθύτατη πως δεν είναι αιώνια λίμνη αυτή η θάλασσα του υπαρκτικού χειμώνα για να βρέχουμε αμέριμνοι τα πόδια. Κι αν τα πέλματα είναι παγωμένα, ποιος δεν θέλει ζεστές παλάμες αφού «η αγάπη έχει πάντα τη θερμοκρασία του σώματος».
Ανήκοντας σε μια γενιά που δεν γνώρισε ούτε την χαρά της πίστης ούτε την θλίψη της διάψευσης, ο Γ. Σαράτσης με την ποίησή του μοιάζει να βγαίνει από το τέλμα του μοντέρνου κόσμου και να περιδιαβάζει στα ερείπια, έτοιμος να δώσει μαχόμενος φωνή στο αόρατο, όχι επιζητώντας άσκοπες νίκες αλλά για να συμφιλιωθεί και να συμφιλιώσει κι εμάς με την απώλεια, να εξαγνίσει τις αισθήσεις μέσα από την κατανόηση της ανεπάρκειάς τους, να δοξάσει την ομορφιά του τοπίου την ώρα που μήτε αυτός μήτε αυτό θα είναι πια εκεί.
Εμβοές, ύπαιθρος, σύντομα, τέναγος, βλέμμα χωρίς άνθρωπο. Πέντε βήματα για να ακουστούν «ήχοι εσωτερικοί, απαραίτητοι όσο η τροφή και η σκέψη». Η σκέψη που παρά ταύτα ξέρει πως θα παραμένει εσαεί ανεπαρκής. Στο Τέναγος μπορεί να μοιάζει αφέλεια ή εγωισμός η παρουσία του ποιητή, αλλά ό,τι αυτός στερεί από τον εαυτό του επιστρέφει πάνοπλο. Τα βουνά, οι πρόγονοί του, ο χρόνος που χάνεται όπως σβήνει ένα χάδι στην άκρη των δακτύλων, μια ανοιχτή πληγή που αδειάζει διαρκώς ώστε να προλάβει κανείς τελικά μόνο όσα και όσους τον περιμένουν. Τί γίνεται όμως αν τα όνειρα αποδειχθούν μια «πλεκτάνη για να βγεις σε λάθος δρόμο», όπως γράφει σε ένα χαρακτηριστικό στίχο ο Σαράτσης, ζητώντας ή προφητεύοντας εκείνον τον πρωτογονισμό που είναι η πιο γνήσια καλλιέργεια;
Η συλλογή, διαβάζω, μιλά για την ανεπάρκεια των αισθήσεων, τις πληγές του χρόνου, αλλά και την επιστροφή στο θαύμα της απλότητας. Μοιάζει απλό. Δεν είναι. Ο τρόπος που επιστρέφει αυτός ο ποιητής, με ελάχιστες λέξεις, δεν είναι συνηθισμένος. Η ποίησή του σύγκειται από λάφυρα ματωμένα μα αστραφτερά από τη μάχη του με το μηδέν που δεν τελείται διανοητικά αλλά στο πιο επικίνδυνο περιβάλλον. Εκεί όπου η παντοδύναμη φύση κάνει τον άνθρωπο περιττό. Το ποιητικό υποκείμενο μπροστά στην φυσική ομορφιά του κόσμου νιώθει ευφορία, γίνεται μέρος της φύσης και το ίδιο, αόρατο. Όμως ακόμη και το πιο λιτό ποίημα, όταν βλέπεις έτσι τον κόσμο, γίνεται ολόκληρο σύμπαν. Χωρίς καμία επιτήδευση μορφής, με διαύγεια και με πάθος, ο Σαράτσης υπενθυμίζει πως η αληθινή ποίηση είναι όρος επιβίωσης αλλά δεν είναι ζωή.
Μακριά από την ποίηση εργαστηρίου και παραπομπών, την ποίηση που θέλει υποσημειώσεις, ξέρει να μιλά για το ουσιώδες, σε μια ποίηση άμεσης εμπειρίας, με διαδοχή λέξεων, εικόνων και συναισθημάτων, χωρίς φιλολογία και εκζήτηση. Βουνά, ρίζες, δέντρα και πουλιά. Πουρνάρια και φτελιές, κοτσύφια και παπαδίτσες, κωνοφόρα αφορμές δακρύων αλλά και αδιάλειπτη μνήμη θανάτου, όπως το ζήτησε άλλωστε εξαρχής, κρατώντας με καρδία νήφουσα χρυσάνθεμα στο χέρι, πριν χαρίσει άλλη μια μέρα στο θάνατο. Γιατί, «κάτι γαλήνιο εντός μας δεν μας αφήνει να ζήσουμε». Το πρόσκαιρο πράσινο της φύσης, ωστόσο, δεν είναι μόνο η υπόμνηση μιας εγκατάλειψης. Στην ακινησία του δάσους, μια άλλη αδράνεια, ένα άλλο στερεό πράσινο τέναγος, απλώνεται, σαν τίποτα να μη συμβαίνει. Την ίδια στιγμή όμως, ενόσω ο ποιητής αφουγκράζεται το τίποτα, το απολύτως τίποτα (και μάλιστα πραγματικά, όχι συμβολικά ή φαντασιακά), το ζεστό χώμα συντηρεί και θρέφει αθόρυβα με τα νεκρά σώματα τις ρίζες. Κι όταν θρέφονται οι ρίζες, τί έχεις να φοβηθείς;
«Η ύπαιθρος ανθισμένο κενοτάφιο. Είμαστε ό,τι πέρασε». Να ο στίχος που φωτίζει πως το Τέναγος είναι τελικά μια αφορμή καθόδου πριν την ανύψωση. Στο προσωπικό και συλλογικό μας τέλμα κάθε απόπειρα αναστοχασμού θα είναι ωστόσο μάταιη αν πρώτα δεν νιώσουμε πώς αναπνέει και το τοπίο αυτής της γης, πώς διαστέλλεται μετέωρο μέχρι κάποτε όλα να αρχίσουν ξανά, έστω χωρίς εμάς. Η τρυφερή ύπαιθρος της Μακεδονίας και οι ρεματιές του Ολύμπου είναι πάντα εδώ, με τις έγχρωμες εκτάσεις, τους μικρούς οικισμούς, τις σαν αγιασμένα λείψανα προγόνων πέτρες. Έχοντας τους προγόνους του στα βουνά, ο ποιητής ξέρει πως όποτε πληγώνουμε το χώμα, αναδίδονται οσμές κεκοιμημένων. Εξόριστος, αλλά με τη χαμένη αθωότητα και τη θαλπωρή της παιδικής ηλικίας πάντα παρούσες και ενεργές, με την αρχέγονη μνήμη εκδίωξης από τον κήπο του Θεού, ο ποιητής μπορεί να μετατρέπει την αλήθεια της οδύνης του, όχι σε θεωρίες που σκοτώνουν τον χρόνο μας όπως οι πράξεις τη ζωή μας, αλλά σε εκείνο το βλέμμα του ένθεου μπρος στο πεπερασμένο. Γιατί δεν είναι λέξεις, ούτε αριθμοί ο κόσμος.
Νομίζω πως χάρη σε αυτό το βλέμμα ακτινοβολεί ο ποιητικός του πυρήνας και αποκρυσταλλώνει σε εικόνες και στίχους τη ζωτική ορμή της ποίησης που σκάει σαν ρόδι, με χρησμούς και επιγράμματα, σπαθίζοντας τη φαντασία ή δείχνοντας πρακτικά πως όσο επιμένεις με την κατανόηση, τόσο γιγαντώνεται το ακατανόητο. Ένας άνθρωπος που χρειάζεται το παράλογο πολύ περισσότερο από τη λογική, ξέρει εκ πείρας πως, την ώρα που οι μηχανές μουγκρίζουν και η φύση κραυγάζει νυστάζω, αν αναζητάς απελπισμένα το χώμα, μπορεί να συναντήσεις και το φως. Και υπονομεύοντας ακόμη και το δικό του έργο, μας συνιστά να πάρουμε τον δρόμο όπου θα πούμε κι εμείς: «Θέλω να διαβάσω και η ομορφιά δε μ’ αφήνει». Γιατί, όπως λέει σε ένα ακόμη στίχο: «Όσο κι αν αντικρίσω την ομορφιά, βλέπω θάνατο».
Πρέπει να πω στο σημείο αυτό πως οι στίχοι του Σαράτση, αν και αυτόνομα υποβλητικοί, δεν θα έπρεπε να απομονώνονται. Τα συστατικά τους στοιχεία δεν χωρίζονται, πρέπει να δεις όλη τη σύνθεση, το κατορθωμένο σώμα, το ολοκληρωμένο όραμα, τις αισθητικές λειτουργίες του, που μυστικά φέρνουν κοντά μας όχι μια λυρική πραγματικότητα αλλά την αληθινή ζωή, τον μητρικό χώρο, από τον οποίο κάποτε εξοριστήκαμε. Επειδή «ό,τι μάθαμε μάς το ψιθύρισε κάποτε το χώμα και ο άνεμος», αλλά και επειδή «όταν βιώνεις την ύπαρξη, είσαι περισσότερο υδρόβιο φυτό παρά άνθρωπος», για να θυμηθώ άλλους δύο εξαίσιους στίχους του, πρέπει να προσθέσω πως οι συστοιχίες από εικόνες που μέσα σε γοργά αλληλοδιάδοχες στιγμές, πλάθουν το σύμπλεγμα άνθρωπος–ποιητής–Έλληνας, δεν μπορούν να ιδωθούν χωρίς αναφορά στο ελληνικό φως.
Στην Ελλάδα μάς τυφλώνει ο ήλιος, ακόμη και η λύπη είναι ολόφωτη κι αυτή, τρέφεται με φως, δεν έχει πού να κρυφτεί. Ο Παλαμάς είπε κάπου: «στη νυχτιά που είναι γλαυκή, και η τραγωδία τής ζωής, πιο τραγική». Απροσποίητος ποιητικά ο Σαράτσης, ζει μέσα στο ορεινό ελληνικό κλίμα, χωρίς καθόλου να ρητορεύει. Παραμένει φωτεινός. Ακούει νοήματα ποιητικά που αν και εκφράζονται με λόγια, ξεπηδούν από τη βίωση ενός μετανάστη που δεν θέλει απλώς να επιστρέψει αλλά έχει ως εσώτατο κίνητρο μια παθιασμένη ορμή προς τα «πέρα», προς τα άνω, προς μια κατάσταση μεταφυσικά απροσδιόριστη (για τούτο ποιητική), που δεν παύει όμως να είναι και εγκόσμια. «Η Πίνδος και ο Όλυμπος μάκρυναν το βλέμμα» του, ώστε να «κατέρχεται ζων» και να «ανέρχεται γυμνός».
Σ’ αυτή την «ποιητική κατάσταση» μάς εισάγει, πολλές φορές, με μία μονάχα εικόνα, με έναν μονάχα στίχο, μια ανάμνηση από την συνεχή οδοιπορία του στον φυσικό κόσμο, με όλα του τα χρώματα, όχι σαν ποιητής πια αλλά σαν ζων άνθρωπος. Δεν είναι ένας «ποιητής γραφειόσαυρος». Δεν είναι δηλαδή από αυτούς που μιλούν με ατάκες και εικονίζουν τον εαυτό τους σε έτοιμα κάδρα. Μόνο ένας που βλέπει με ολότελα προσωπικό μάτι τα όσα τον βλέπουν, μπορεί να ανακαλύψει τη βαθύτερη ποιητική σοφία που μάς λέει πως είναι δράση παράξενη το καθαρό θέαμα των αντικειμένων. Σε αυτή τη δράση μας καλεί, τη δράση της αδράνειας. Και πρέπει να ομολογήσουμε πως το κάλεσμά του έχει δύναμη, έχει μια έλξη. Η αξία αυτής της ποιητικής σύνθεσης που φαίνεται προσωπική, έγκειται τελικά στην διυποκειμενική, κοινωνική διάσταση, δεν περιχαρακώνει το ενδιαφέρον στο φυσιοκρατικό ή στο προσωποπαγές νόημα που συχνά αποδυναμώνει ένα ποίημα.
Ο Σαράτσης έχει την ιδιοπροσωπία, να είναι πέρα από γενιές, να έρχεται από αλλού. Μια παράδοση εξομολογητικού τόνου και τρόπου, ο ομιχλώδης βορράς, η γραφή ως προσευχή, υπάρχει βέβαια εμφανώς. Στην ποιητική εμπειρία του τα σύνορα ανάμεσα σε εξωτερικό και εσωτερικό καταργούνται: το παν ως εικόνα προσφέρεται στη διάθεση ενός πνεύματος που θέλει να ανασυνθέσει με τον τρόπο του τη διάταξη όλων των δεδομένων. Ξαναφτιάχνει έτσι τον κόσμο, πειθαρχώντας μόνο σε νόμους φυσικής ομορφιάς και ευρισκόμενος διαρκώς σε κατάσταση αναχώρησης, εξαιτίας του πόθου να επιστρέψει σ’ αυτήν. Απ’ αυτή την κατάσταση αναβρύζει η ποίησή του ως προσπάθεια να εξουδετερώσει τη γήινη βαρύτητα του τενάγους της ύπαρξης. Έτσι, οι λυρικές του ενατενίσεις απολήγουν σε ένα συναίσθημα αμετακίνητης αιωνιότητας. Ένα άλλο τέναγος, θετικό αυτό, ιδανικό τοπίο για υδρόβιους οργανισμούς. Μέσα σ’ αυτό το αίσθημα, μέσα σε αυτή την πυκνή διάρκεια, μεταβατικότητα δεν υπάρχει πια, ούτε κίνηση. Ο χρόνος δεν χωρίζεται σε εποχές ή ποιότητες, η περιπέτεια του ατομικού βίου είναι μία άλλης τάξεως έκπληξη, γεννώμενη από ένα ενεργό, εικονογραφημένο μυστήριο που κατακαλύπτει τα πράγματα, όχι για να τα καταποντίσει στο τέλμα μα για να τα αναδείξει στο αληθινό φως τους.
Ο γνήσιος ποιητής των καιρών μας δεν αναβλύζει από πηγές υδάτων και θάλασσες γαλήνιες ή φουρτουνιασμένες, αλλά από το τέναγος της μοντέρνας ή και μεταμοντέρνας ζωής, από το έλος μιας ύπαρξης εδραιωμένης πια στην άρνηση της φυσικής αγνότητας, στην περιφρόνηση του θαύματος. Ο Σαράτσης δεν παύει να γυρεύει το θαύμα του άλλου τενάγους, δεν βολεύεται σε αφηρημένες ή σε «παγκόσμιες» περιοχές. Δεν φιλοδοξεί να σπάσει τα ελληνικά του δεσμά, όπως πολλοί στον καιρό μας. Ευφραίνεται μέσα σ’ αυτά, γιατί τα θεωρεί δεσμούς και όχι δεσμά, όσο κι αν τον κάνουν συχνά να υποφέρει. Φτάνει όμως να θυμηθεί (με όποιο τρόπο) την άμετρη φύση κι αμέσως το τοπίο μουσικά και μυστικά θα απλωθεί από τα μάτια της υπαρκτικής μνήμης του και θα μετασχηματίσει κάθε τι κοινωνικό σε οντολογικό. Γιατί ξέρει πως το υπαρξιακό κακό γεννά και το κοινωνικό.
Μετά τον κατακερματισμό των ιδανικών που η προηγούμενη γενιά έζησε και εξέφρασε πολλές φορές με οξύτητα, το μόνο που απόμεινε στους ποιητές που εμφανίστηκαν αυτόν τον αιώνα, ήταν θαρρώ να διατηρήσει ο καθένας τους ό,τι μπορεί να περισωθεί απ’ την ψυχή του. Έτσι εξηγείται η ευαισθησία της νεότατης γενιάς, η απαίτηση μιας κάθαρσης μέσα στην κόλαση της καθημερινότητας, η εμμονή στον ατομικό χώρο και στην ατομική περίπτωση, αλλά με συνείδηση κοινή σε όλους, το αίτημα για έναν μεταφυσικό ρεαλισμό. Η ποίηση με τις αποκαλυπτικές της δυνατότητες ως ερμηνεία της ζωής, του μυστηρίου του κόσμου, άρση του παραλογισμού της ύπαρξης, κάνει εφικτή όχι απλώς την επιβίωση αλλά τη δικαίωση, την ολοκλήρωση της ζωής σε άξιο πεπρωμένο.
«Ο χρόνος είναι κοροϊδευτικός. Είναι αμέτοχος σαν τα περίπτερα στην κίνηση», λέει κάπου ο Νίκος Καρούζος. Η έξοδος από τον κλοιό του χρόνου λοιπόν κι όχι απλώς το κάλλος. Ναυαγός που γνωρίζει την ανάγκη αναπνοής για να κρατηθεί πάνω από την επιφάνεια στην αγωνιώδη πάλη με τα κύματα που ακόμη και σε ένα τέναγος μπορεί η ψυχή να σηκώνει, ο Σαράτσης φέρει αυτόν τον μεταφυσικό ρεαλισμό τη στιγμή που παραμένει απολύτως μέσα στη φύση. Κι αυτό είναι το σπάνιο χάρισμά του. Η χαμηλόφωνη εξομολόγησή του που έχει όμως υψηλή υπαρκτική θέρμη και οι εικόνες –έκφραση εμπειρίας που μας καίει, καημός και λαχτάρα που μας τρώει και μας παιδεύει–, κλείνουν με τρόπο ανοιχτό σε ερμηνείες, σε έναν πλανήτη κατειλημμένο από χόρτα και μικροσκοπικά έντομα, εξαντλώντας την ύπαρξη πριν εκείνη μας εξαντλήσει. Με μια προστακτική που είναι επιθυμία κι όχι απαγόρευση, παράκληση – όχι απαίτηση. «Να σώσουμε τον μόνο τρόπο που μπορεί κανείς να βλέπει, να μείνει βλέμμα χωρίς άνθρωπο». Στο άδειο αυτό βλέμμα όμως, όταν βραδιάζει, αρκεί ένα νέο, ελάχιστο φως για να φωτιστεί όχι μόνο το τέναγος του καθενός μας, αλλά ο κόσμος όλος.









