Μιχαήλ Μιτσάκης, Αυτόχειρ (Αφήγημα για τον Καινούριο Χρόνο…)
5Ιαν
Αυτόχειρ
του Μιχαήλ Μιτσάκη
Για το παρόν εκδόσεις Ιστός 1996
Την ημέραν αυτήν, όπως τόρα απαράλλαχτα, δεν ηξεύρω πλέον πως και τι, επερνούσ’ από τας Πάτρας. Είχα φθάσει το πρώϊ , έρριξα όπως συνήθως την βαλίζα μους είς ένα έκ των δωματίων της «Μεγάλης Βρεταννίας», εκεί πάνου, είς το τρίτο πάτωμα, ψηλά- ψηλά, με την Βαράσοβαν αντίκρύ, και όλο το λιμάνι αποκάτου και εβγήκα είς την πόλιν. Εις την πόλιν, η πρώτη μου δουλεία ήτον να περάσω μια ματιά από την Νομαρχίαν και να ίδω τον Χρηστάκη Παλαμάν, τον φίλον μου, τότε γραμματέα της, – διότι ήτον πεπρωμένον άνωθεν ως φαίνεται ο άνθρωπος αυτός να διαβιώση εν τη νομαρχία των Πατρών, ως γραμματεύς, ως διευθυντής και ως νομάρχης της, – να τον αφήσω επείτ’ από λίγο στα χαρτιά και στα γραψψίμια του, να τραβήξω προς το Κάστρο και ν’α αρχισω να γυρίζω στα καντούνια και στης ρούγες του, τα γραφικά στενά του και τους περίεργους μαχαλάδες του, Ετσι, χάσκοντα επί υψώματος τίνος προ του εξαισίου πανοράματος οπού απλόνει προ των οφθαλμών σου σμαραγδένιος ο κορινθιακός, των αντικρύ βουνών η ράχες η κοκκινωπές, η ηλιοψημένες, και πέραν το ευρύ το πέλαγος, με κατέλαβε το μεσημέρι και με ανάγκασε να κατέβω προς το Μαρκάτο, να χωθώ σ’ ένα μπακάλικο, και εκεί, προ του θεάματος της ιδιορρύθμου του πλατείας της στενής και τετραγώνου με τη βρυσούλα εις τη μέση, από την οποίαν έπαιρνε νερό ένα μπακαλόπαιδο με έναν τενεκέ στο χέρι, γεμάτη από της φωνές των πωλητών, από τα σύρτα φέτρα των αγοραστών, από καπότες και τσαρούχια χωρικών, να καθήσω και να φάω. Επείτα, εροβόλησα σιγά- σιγά προς την Πλατεία Γεωργίου, και ανέβηκα στην λέσχη, όπου εβυθίσθην εις την ατέλειωτον ανάγνωσίν της Ντεμπά και της Ρεβού, λίαν προσφηλών πνευματικών εντυφημάτων είς τους καλούς εμπόρους των Πατρών. Φάινεται Δε ότι η διανοητική αυτή κραιπάλη θενά διήρκεσυ πολύ, διότι, όταν ξαναβγήκα, ήτον ήδη σχεδόν σούρπα, και για τούτο, συναντήσας μετ’ ολίγον και τον φίλον μου τον Λεωνίδαν Κανελλόπουλον, καγκελλάριον του τουρκικού προξενέιου εν τη πόλει και λογογράφον είς τας ώρας του, τον επήρ’ από το μπράτσο και ετράβηξα μαζί του για το μώλο, όπου ο συνηθέστερος πατρινός περίπατος.
Διαβάστε περισσότερα











