Αυτόχειρ
του Μιχαήλ Μιτσάκη
Για το παρόν εκδόσεις Ιστός 1996
Την ημέραν αυτήν, όπως τόρα απαράλλαχτα, δεν ηξεύρω πλέον πως και τι, επερνούσ’ από τας Πάτρας. Είχα φθάσει το πρώϊ , έρριξα όπως συνήθως την βαλίζα μους είς ένα έκ των δωματίων της «Μεγάλης Βρεταννίας», εκεί πάνου, είς το τρίτο πάτωμα, ψηλά- ψηλά, με την Βαράσοβαν αντίκρύ, και όλο το λιμάνι αποκάτου και εβγήκα είς την πόλιν. Εις την πόλιν, η πρώτη μου δουλεία ήτον να περάσω μια ματιά από την Νομαρχίαν και να ίδω τον Χρηστάκη Παλαμάν, τον φίλον μου, τότε γραμματέα της, – διότι ήτον πεπρωμένον άνωθεν ως φαίνεται ο άνθρωπος αυτός να διαβιώση εν τη νομαρχία των Πατρών, ως γραμματεύς, ως διευθυντής και ως νομάρχης της, – να τον αφήσω επείτ’ από λίγο στα χαρτιά και στα γραψψίμια του, να τραβήξω προς το Κάστρο και ν’α αρχισω να γυρίζω στα καντούνια και στης ρούγες του, τα γραφικά στενά του και τους περίεργους μαχαλάδες του, Ετσι, χάσκοντα επί υψώματος τίνος προ του εξαισίου πανοράματος οπού απλόνει προ των οφθαλμών σου σμαραγδένιος ο κορινθιακός, των αντικρύ βουνών η ράχες η κοκκινωπές, η ηλιοψημένες, και πέραν το ευρύ το πέλαγος, με κατέλαβε το μεσημέρι και με ανάγκασε να κατέβω προς το Μαρκάτο, να χωθώ σ’ ένα μπακάλικο, και εκεί, προ του θεάματος της ιδιορρύθμου του πλατείας της στενής και τετραγώνου με τη βρυσούλα εις τη μέση, από την οποίαν έπαιρνε νερό ένα μπακαλόπαιδο με έναν τενεκέ στο χέρι, γεμάτη από της φωνές των πωλητών, από τα σύρτα φέτρα των αγοραστών, από καπότες και τσαρούχια χωρικών, να καθήσω και να φάω. Επείτα, εροβόλησα σιγά- σιγά προς την Πλατεία Γεωργίου, και ανέβηκα στην λέσχη, όπου εβυθίσθην εις την ατέλειωτον ανάγνωσίν της Ντεμπά και της Ρεβού, λίαν προσφηλών πνευματικών εντυφημάτων είς τους καλούς εμπόρους των Πατρών. Φάινεται Δε ότι η διανοητική αυτή κραιπάλη θενά διήρκεσυ πολύ, διότι, όταν ξαναβγήκα, ήτον ήδη σχεδόν σούρπα, και για τούτο, συναντήσας μετ’ ολίγον και τον φίλον μου τον Λεωνίδαν Κανελλόπουλον, καγκελλάριον του τουρκικού προξενέιου εν τη πόλει και λογογράφον είς τας ώρας του, τον επήρ’ από το μπράτσο και ετράβηξα μαζί του για το μώλο, όπου ο συνηθέστερος πατρινός περίπατος.
Εις το μώλο τέσσερες – πέντε συντροφιές έφερναν βόλτες, δεμένα εις τα εκατέρωθεςν κανόνια τα μπηγμένα εις την γη με τα χονδρά των παλαμάρια δέκα – είκοσι καράβια εσιγόκινούντο, ανατείνοντα τα λόγχας των ιστών των η προς τον καθαρόν αποπάνω ουρανόν, ένα βαπόρι, υπερύψηλον, πλατύ, μακρύ, υρθώνετο, κατάμαυρος όγκος, εις την άκρη, δροσερός εφυσούσε ο αέρας από τη στερεά, ήσυχη εξαπλώνετο η θάλασσα, και μόνο εις τα πλάγια των πετρών εγλυκοσβύνετο του κύματος το αδιάκοπο τραγούδι. Και αφού εκάναμε και εμείς μερικές γύρες, όταν το αιχμηρόν φανάρι που φρουρεί ως μιναρές το τέρμα του βραχίονος έρριξε την ακτίνα του λευκού φωτός του επ’ αύτού εχωρίσθήκαμε, καθ’ ένας αντιθέτως, ο μεν προς το σπητάκι του, ο Δε, εγώ τουτέστι, προς το ξενοδοχείον. Η σάλα όπου εκπηροί τα χρέη ρεστωράν της παμμεγίστης Βρετάννίας, όταν εμπήκα, ήτο άδεια, κανείς δεν έιχε έλθη ακόμη γα να φάη, μονάχοι Δε ευρίσκοντο εντός αυτής , όρθός και στηριγμένος είς το μπάγκον, υπό την θαμβην ανταύγειαν του γκάζ, στρογγυλός και ρεμβάζων, ο αγαθός Κοσμάς, και καθισμένοι, εις ένα εκ των πρώτων τραπεζιών, τελειώνοντες ως εφαίνετο το δείπνον των, ο φίλος μου, ο κυρ Παναγιώτης ο Χρυσανθάκης, ο διευθυνής, η κυρά- Γκιοβάνα, η υψήλη και εύσωμος ουγγαρέζα σύζυγός του, κ’ ένας νέος , με στενά, με μαύρα γένεια , ως τριάντα- τριάντα δύο χρονών. Τους εκαλησπέρισα λοιπόν, και προσκληθείς από τον κυρ Παναγιώτην, εκάθησα στο τραπέζι των, είς το κενόν τέταρτον κάθισμα, και έστειλα τον προσδραμόντα αγαθόν Κοσμαν να μου φέρει μια μπριζόλα.
– Αι. που επήγατε εκάματε περίπατο; με ερώτησε, άμα εκάθησα, η κυρά- Γκιοβάννα.
– Ναι, αρκετά, απάντησα εγώ.
– Επήγατε στο Γεροκομειό: επήλθεν ερωτών και ο φίλος μου ο κυρ Παναγιώτης,
– Όχι, στο μώλο επήγα λίγο, απεκρίθηκα εγώ, χωρίς να μπορέσω να κρατήσω ελαφρόν χαμόγελο, ως γνωρίζω την αβλαβή αδυναμίαν των αξιολόγων Πατρινών να απευθύνουν πρώτην- πρώτην κι απαράιτητον είς κάθε ξένον, που πατεί το πόδι του στην πόλιν των την ερώτησιν, αν πήγε στην ωραίαν άλλως εξοχήν των, το Γεροκομειό.
– Και πως σας φαίνεται η πόλις μας, κύριε Μητσάκη; υπέλαβεν ο τρίτος εκ των καθημένων, ο νέος με τα μαύρα γένεια, προστιθέμενος και αυτός,
– Ο κύριος αστυνόμος, φίλος μας, διέκοψεν η κυρά – Γκιοβάννα, συνιστώσα.
– Μα, την ήξευρα, είχα έρθη και άλλοτε, εν είνε η πρώτη φορά, εμένα μ’ αρέσει, είπα εγώ.
– Α. εμπορική πόλις .οι ξένοι συνήθως δεν ευχαριστούνται εδώ. δεν έχει κανείς τίποτε να ιδή.
– Ω, όχι . εγώ πάντα βρίσκω πολλά πράμματα που να μ’ενδιαφέρουν.
– Και θα σας εχώμεν πολλάς ημέρας εδώ;.
– Αι, λίγες ακόμη.
– Είχαμε και μίαν αυτοκτονίαν σήμερα,, εμάθατε βέβαία.
– Όχι. μπα!.τίνος;.
– Μα. ενός ξένου. είχε έρθη χθες. και εκάθησε σ’ έν απ’ αυτά τα ξενοδοχεία της παραλίας..είπε πως ήρθε από τας Αθήνας.αλλά δεν ήτον από κεί.νομίζω πως θα ήτον από τη Σμύρνη.μάλιστα εις το ξενοδοχέιον δεν ήξευραν ακόμα ούτε τα’ όνομά του..
– Και, κάλα, δεν εγνώσθη τίποτε, τι είχε;.
– Μα. λέγουν ότι έπασχε από ένα χρόνιον νόσημα ξέρω κι έγω. άφησε την βαλίτσα του και εβγήκε, εγύρισε αργά, κοιμήθηκε, το πρωί ζήτησε τον καφφέ του, ήσυχος, το εξωτερικό του δεν έδείχνε τίποτε, ξαναβγήκε, έκαμε έναν περίπατο προς της Ιτιές, το μεσημέρι έφαγε σ’ ένα άλλο ξενοδοχείο μ εγύρισε κατά της δύο, εχαιρετίσε το παίδι που ήτον στην πόρτα, ανέβηκε στην καμάρα του και ύστερ’ από λίγο άκουστσαν στην πιστολιά. Μου μήνυσαν, έσπασα την πόρτα, τον ηύρα ντυμένο απάνου στο κρεββάτι,, βαρεμένος εδώ.και ο αστυνόμος έδειξε την καρδιά του- . στη στιγμή . Δε θα έζησε ούτε δευτερόλεπτο . Άφησε και ένα χαρτί μάλιστα.
Και ο νέος αστυνόμος, έβγαλε το πορτοφόλι του, το άνοιξε, ετράβηξε ένα χαρτάκι, διπλωμένο εις τα δύο , άπλωσε το χέρι του από παν’ από τα πιάτα και μου τώδωκε για να το διαβάσω. Ήτον το μισό κομμάτι μισής κόλλας του χαρτιού εκείνου του ταχυδρομείου, που μεταχειρίζονται συνήθως εις της επαρχίες του ριγωμένου κατά πάτος, με τα πράσινα ριγώματα, ζαρωμένο αρκετά , τσαλακωμένο μ’ ορατά τα ίχνη των δακτυλιών, ως να επέρασε από διαφόρους χείρας, άγραφο όλο, και μονάχα είς την μίαν των γραμμών, την πρώτην, διεκρίνοντο, λεπτά- λεπτά γραμμένες με μικρότατα ψηφία, πέντε λέξεις: «Αυτοκτονώ. Ας μην ενοχληθεί κανείς». Και από κάτου το όνομα της πόλεως, η ημερομηνία και το έτος και ολίγο παραπέρα, η υπογραφή του αυτοκτόνου. Τίποτ’ άλλο. Κι’ ολ’ αυτά , γραμμένα καθαρώτατα, με στερεόν χέρι , ευανάγνωστα, χωρίς καμμίαν ανορθογραφίαν, δίχως ούτε τόνος ούτε κόμμα καν να λείπη, από άνθρώπο εγγράμματον προδήλως, δίχως ίχνος τρόμου, συγκινήσεως, ανησυχίας καν, απλούστατα, φυσικώτατα, κοινότατα. Εκύτταξα ολίγο το απαίσιον χαρτί, το ζαρωμένο και τσαλακωμένο, εις το οποίον επεριλαμβάνετο η τελευταία εκδήλωσις μιάς ζωής, το εδίπλωσα εκ νέου, και το απέδωκα προς τον αστυνόμον. Και μετά τινας άλλας αδιαφόρους ομιλίας, αφού ετελείωσα κ’ εγώ το φαγητό μου, επροσκάλεσα τον φίλον μου Κοσμάν, επλήρωσα, τους εκαληνύχτισα και διεύθύνθηκα προς το δωμάτιόν μου. Η σκάλες του ξενοδοχείου, υψηλές και μισοσκότεινες, ανερριχώντο προς τα ύψη του πολύβαθμοι, έρημοι εξετείνοντο οι διάδρομοι, τα φώτα δεν είχαν ακόμη αναφθή καλά- καλά, ησυχία εγβασίλευε. Μόνο το υψηλότερόν του πάτωμα, κωδωνισμός αντηχεί, παρατεταμένος και επίμονος, οξύς και βίαιος τριλλλίζως, ως άνθρωπος κρούοντος πρό ώρας και ανυπομονούντος επιτέλους και από τα ζοφερά βάθη των κλιμάκων, κάτω εις την είσοδον, φωνη ανέβαινε, βοώσα, ωργισμένη, του θυρωρού φαίνεται, προς άλλον υπηρέτην:
– βρέέέέ Δηημηητράάκηηη, δεν ακούς μωρές κουφαϊδόνι, τρεις ώρες χτυπάει ο άνθρωπος στο τρίτο, την Παναγία σου μέσα, ρουφιάνε.
Και μετ’ ολίγον, ενώ επερνούσ’ από το δεύτερον δκιά διεβηκε κοντά μου, τρέχουσα μ΄εσκούντησε κ’ εχάθη , αναβαίνουσα. Εκριξ’ υπό τους πόδας της το ξύλον , εδούπησαν βαρεία τα βήματά της, πνοή ανέμου εμφυσήσασα διά του ερήμου κορριντόρ έκλεισε με ορμή τα τζάμια παραθύρου, το κουδούνισμα εξεπνευσε εις ήχον καρυσμένον και ασθενή, ντριν ντριν! Και ίοταν ανέβηκα επάνου, είδα την σκιάν του υπηρέτου, στεκομένην έξωθεν της πόρτας του πλαγτίου στο δικό μου δωματίου διά μέσου της οποίας, μισοανοιχτής, γυνή τις, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, κλινουσα προ τοα πρόσω το γυμνόν της στήθος και τα ξέσκεπά της μπάτσα, έτεινε προς αυτόν λεκάνη. Έβαλα το κλειδί μουε είς την πόρτα μου, την άνοιξα, ευρήκα ψάχωντας τα σπίρτα μου, άναψα το κερί μου, και πλησιάσας, ακούμπησα στο παράθυρο, το οποίον έβλεπε, αβέρτο, προς τα σκότη, Μέσα στη νύχτα, η οποία πλέον ήρχετο,, εκτείνετο εις μαύρην λειότητα, ευρείαή η ακύμαντος επιφάνεια της θαλάσσης, ακίνητα τα πέραν βουνά, ανώρθωναν τας σκιώδεις κατατομάς των, αι στέγαι των πέριξ οίκων συνεχέοντο εις επίπεδον σκοτεινόν, ο ουρανός έιχε αρχίσει να σπέρνεται με άστρα, και εις τον κάτω δρόμον, αναμμένα, ετρεμούλιαζαν, τα πρώτα ράμφη του γκάζ. Και ένώ έσκυφτα έξω απ’ αυτό. Ροφών και με τας πέντε αισθήσεις μου, και τον βαθύν της θαλάσσης ανασασμόν και την από των πέραν βουνών καταφερομένην μαλακήν πνοήν , και τον από των πέριξ οίκων αναδιδόμενον αόριστον θρούν της ζωής, και του μακρυνού άστρου την ακτίνα, και την από τον κάτω δρόμον αναβαίνουσαν συμμικτον κίνησιν, η φράσις του χαρτιού το οποίον είχα ίδη προμικρού έπληξεν έξαφνα το πνεύμα μου και πάλιν, βαρέια, ως σφύρα επί άκμονος , επανήλθε διαμιάς απροσδοκήτως εκ νέου εις αυτό, εν εισβολη ακαθέκτω και βιαία, εν τω λακωνισμώ της τω παραδόξω και τω τραχεί.
Ας μην ενοχληθή κανείς, Ώσαν να ενωχλέιτο ποτέ κανείς εις τον κόσμο, δι’ όσους η χερ του Θανάτου σημειόνει με την μαύρην σφραγίδα της! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η αρπαγή του Πάθους, της Νόσου ή της Ανάγκης σκορπίζει εις τα τετραπέρατα του ορίζιβτις, αγέλην οικτρών σφαγίων! Ωσάν να ενωχλέιτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δια τους δυστυχεις ή τους ανοήτους, όσοι κατατρεγμένοι από την Μοίραν των ή καββαλικεμένοι από την Χίμαιράν των δεν επρόφθασαν να σκεφθούν πως έμελλαν ν’ αποθάνουν! Ποιος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άγνωστος αυτός ξένος , ο οποίος ήρθε χτές μια νύχτα για να κοιμηθή σήμερα τον τελευταίον του ύπνος εις ένα ξενοδοχείον; Ποιος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο αλλόκοτος αυτός ταξειδιώτης, ο οποίος ήρχετο από τας Αθήνας, πιθανόν όμως να ήτον από την Σμύρνη, ίσως ίσως να ήτον και από τον Τσεσμέν, αλλά διόλου παράξενο να ήταν και από το Βουκουρέστι; Ποιος λοιπόν ήθελε να ενοχληθεί για την ευγενίαν του ο άνθρωπος αυτός, του οποίου και αυτά τα γκαρσόνια που τον υπηρέτησαν δεν ήξεραν ακόμη το όνομα; Μήπως ήθελε να ενοχληθή η άπειρος αυτή θάλλασσα, η οποία κουρασμένη από τον αένναον αγώνα της προς υπονομεύσιν των στερεών και προς καταβρόχθισιν των πλοίων εκοιμώτανε τόρα , εκεί κάτω, ανασαίνουσαν υπόκωφα και βαθειά, ως χορτασθέν κτήνος: Μήπως ήθελε να ενοχληθούν τα ήσυχ’ αυτά βουνά τα οποία εκύτταζαν προς το πέλαγος, καλοκαθισμένα εις τα πόδια των τα γερά , και ανεπαύοντο εις όλην την απόλαυσιν τηνς υπάρξεως ακίνητα και γαλήνια; μήπως ήθελε να ενοχληθουν τα μακρυνά αυτά άστρα, τα οποία εστέλναν το ένα προς το άλλο, εν κρυφία συνεννοήσει, θα έλεγες ώσαν ββλέμματα ερωτικά τους τρελλούς των σπινθηρισμούς; Μήπως ήθελε να ενοχληθουν οι αμαυροί αυτοί οίκοι, από των οποίων ανεπέμπετο, αόριστος , ο συμμικτός θρους της ζωής; μηπως ήθελε να ενοχληθούν ή κυρά – Γκιοβάννα ή ο κύρ Παναγιώτης, οι οποίοι απηυδημένοι από το κα΄ματον της ημέρας των, εξηντλημενοι από τον κόπον της τιμίας εργασίας των, έτρωγαν τόρα, ευχαριστημένοι, εις αυτό το τραπέζι, με τον φίλον
των τον αστυνόμον; Μήπως ήθελε να ενοχληθή ο πορτιέρης αυτός, ο οποίος εβριζοκοπούσε το συντροφόν του, ή ο υπηρέτης αυτός, ο οποίος έτρεχε, ανεβαίνων ττης σκάλες για να ιδή ποίος τον καλεί; Μήπως ήθελε να ενοχληθή η γυνή αυτή, η οποία έτεινε την λεκάνην απομέσ’ από την πόρτα της, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, κλίνουσα προς τα πρόσω το γυμνόν της στήθος και τα ξέσκεπά της μπράτσα κ’ ετοιμαζομένη διά τον καλλωπισμόν της; ή μήπως τυχόν ήθελε να ενοχληθώ, εγώ, ο οποίος έχασκα, απολαμβάνων τη δροσιά της πρωϊας, επάνω εις το ύψωμα του Κάστρου; και μισογελών, μισοφουρκισμένος διά την τοιαύτην ανοησίαν της εσχάτης σκέψεως ενός επιθανάτου, εκλείσα το παράθυρο, επήρα το καπέλλο μου και κατέβηκα στο δρόμο.
Η όδος Αγίου Ανδρέου ήτον πλήρης κόσμου, ο οποίος επηγαινενοήρχετο, και προς το μέρος της ιδίως όπου είνε μαζωμένα τα μπακάλικα κοντα είς το Λεσχίδιον, ανεκινείτο πολυθόρυβος, Έφεγαν εκείνα, υπό την παλλομένην προς αυτών γραμμήν του γκάζ, με την σειράν των βαρελιών τα οποία περετάσσοντο εις μήκος εμπροσθεν των θυρών ή των παραθύρων των βομβούντ’ από τον κρότον των αδιάκοπον των πλητττομένων παλαντζών ή των μετρουμένων κερμάτων ή των συγκρουομένων ποτηριών, από τον ήχον των βημάτων, από την βοήν των συνομιλιών, ενώ όσμή βαρειά σαρδέλλας και τυριού εξωρμα εξ εκάστου, και τα μπακαλόπαιδα στεκόμενα ορθοί φλουροί των βαρελιών με την κατάβρεχτην ποδιά των έβαλλαν κραυγάς οξείας διαλαλούντα το εμπόρευμα. Ποικιλόμορφον, το πλήθος των διαβατών, ανδρών και νέων και γερόντων, πολιτών και στρατιωτών, αστών και εργατικών, ναυτικών και εντοπίων, φουστανελλάδων και φραγκοφορεμένων, εστάθμευε κατά ομίλους προ αυτών ή εν τω μέσω της όδου εσυνδιαλέγετο, επεριπατούσε, έμπαινε και εψώνιζε, εκύτταζε, διαγκωνίζετο,, αλληλοεκερνάτο. Εν γένει Δε καθ’ όλο το τετράγωνον αυτό, η κίνησις ήτον μεγάλων ζωηρά, αποτελούσε που και που συμπαγή μάζαν, σκορπιζομένην εις τους γύρω δρόμους, και πάλιν ανανεουμένην, και μεταξύ του πλήθους τούτου του συμφυρομένου διαρκώς και πολυτρόπως, επηγαινοήρχοντο επίσης, άλλοι πωληταί, φωνάζοντες κι αυτό, αίροντες χειροφόρητον το μαγαζί των, κηρύττοντες, ούτος μεν τα ψάριά του, εείνος Δε τα’ αυγά του , και ο τρίτος τα λαχανικά του, παρά το ρείθρον του πεζοδρομίου, εκεί- πέρα, στη γωνιά, ένας εκάθετο , και έχων προ αυτού ένα κοφίνι, ούτινός εμαύριζε το βάθος, έκρωζε βραχνώς
– μια πεντάρα δύο οι αχιναίοι ! μια πεντάρα δύο οι αχιναίοι!,
ενώ δύο άλλοι κρατούντε καθ’ ένας εκατέρωθεν, καλάθαν παμμεγέθη, φωτισμένην από μέσα, με μικρόν λυχνάρι, αποτεθειμένος εις τον πάτον της, επέρναγαν βοωντες
– Γαρίίδααα! Φρέέσκαα γααρίίδαα!.
Παραπέρα, το Λεσχίδιον ανοιχτό, κατάφωτον, με τα μακρά του τζάμια, από των οποίων διέβαινε, ακώλυτος της έσωθεν συναθροίσεως ο αλαλητός και της κουβέντας το σούσουρον και του ταβλιού ο πλαταγισμός και ναι των μετακινουμένων καθισμάτων οι κριγμοί και των ανακατεβομένων του ντόμινου κοκκάλων οι παφλασμοί και ο μονότονος του αεριόφωτος σιγμός και του ναργιλέ το κοχλάζον γουργουρητό και των εις τον μυχόν συγκρουομένων σφαιρών του μπιλλιάρδου το ξηρόν κράκισμα. Εμποστά του Δε, η μικρή πλατεία εξετείνετο κενή, διαστιζομένη μόνον από μερικά τραπέζια και καρέκλες, και κάτω, εις το μώλο προς τον οποίον επροχώρησα, το αιχηρόν φανάρι, έρριχνε πάντοτε στρεφόμενον την άσπρην του ακτίνα επ’ αυτού, τα δέκα – είκοσι καράβια τα δεμένα δώθε – κείθε εσιγοκινούντο, το κατάμαυρο βαπόρι ωρθωνε τον όγκον του στην άκρη και ήη συντροφιές έιχαν επαναλάβη μετά το φαγί ως φαίνεται, τον περίπατό τους. Ευθεία, ή στενή λωρίς της γης, αρχίζουσα από την μικράν πλατείαν, την προ του Λεσχιδίου, εισηρχετο μέσα εις τη θάλασσα, επρόβαινε, και ετελείωνε στον φάρον, ο οποίος εφραττε το τέρμα της, με τους μικρούς του δύο φανούς τους βλέποντας προς μέσα, ολίγον υπέρ το έδαφος, παρά το εξωτερικόν του τοίχωμα,και τον μεγάλον λύχνον του, το κυκλικόν ψηλά εκεί- επάνου. Ελευθέρα, την στιγμή αυτήν, δεν εσκέπαζετ’ από τιποτ’ άλλο, παρά μόνον από λίγους κάδους, στρογγυλούς και φουσκομένους, αποτεθειμένους εις την μιάν των πλευρών της. Τα κανόνια, τα χωμένα κάθετα μέσα είς το χώμα και προβάλλοντα εκείθειν όρθιον, τον ημισύν κορμόν των, μαυρωπόν παράδοξον, όγκώδη, υπερήφανα άλλοτε όργανα πολέμου ταπεινοί σήμερον υπηρέται της ειρήνης, την εφύλατταν, κατεβαίνοντ’ άνωθεν , από τα ένα κι’ απ το άλλο μέρος της κατά γραμμήν, αντικρύζομενα, εν τη αφώνω εκπλήρωσει του χρέους των του παθητικού. Και παρ’ αυτά , οι στύλοι του γκαζιού, υψώνοντο επίσης, ομοίως κατά γράμμην και αντικρύζομενοι, λεπτοί ευθυτενείς , με το ελαφρόν των διάδημα , υέλινον, επικορυφής. Δύο βαρούλκα, απ’΄το ένα το πλευρών κοντά- κοντά, έξετειναν τους βραχίονάς των, εστραμμένους προς τα εντός , οξεείς
, χονδρούς , άκαμπτους και απειλητικούς. Πέρα, το πρασινοβαφές ξύλινον επιθάλασσον παράπηγμα, το παρά τον φάρον, εκολλάτο εις τα πλάγιά του, προσλαμβάνον εις το σκότος ως αλλόκοτον τινά μορφήν κολοσαίου φυσικού εκφύματος, οστρεώδους βρυοσκεπούς. Και μεταξύ των καραβιών, παρά της σκάλες , μερικές βαρκούλες, δεμένες και αυτές, ελικνίζοντ’ ως εκείνα , ενώ μία, επεριπλανάτο ανά τα νερά, φέρουσα εις την πρύμη μέγα φως, ρίχνον βαθείαν φλόγα κόκκινην επάνω εις αυτά υπό την λάμψιν της οποίας ο βαρκάρης της εψάρευε. Και επί της στενής αυτής λωρίδος του εδάφους, αρχίζοντες επάνωθεν, κι ανακοπτόμενοι προ του τοιχώματος του φάρου οι περιπατηταί έφερναν της βόλτες των, κανονικές και ωρισμέναις, κατά μήκος, στιφογυρίζοντες εκάστοτε. Δύο- τρεις κυρίες, την φοράν αυτήν, ήσαν μεταξύ των, και ηκούοντο οι κιχλισμοί μιας κοντής και στρουμπουλής, γελώσης. Ένας παχύς, προγάστωρ, περπατών με μικρά- μικρά γρήγορα βήματα και ξεφυσών, ως ασθματικός, έλεγε περνών προς τον σύντροφόν του.
– Ένας κεφαλαιούχος δεν ημπορεί, κύριε, να εμπιστευθή τα κεφάλαιά του κατ’ αυτόν τον τρόπον. Πρέπει να έχη εγγυήσεις.
Η τάβλες οπού χρήσιμεύουν προς ανάβασιν εις τα δεμένα πλοία έκριζαν ενίοτε, ένας καραβοσκυλος, ορθός επί της πλώρης, εγαύγιζε αγρίως τους διαβαίνοντας. Επάνω Δε , το λιμεναρχείον από το ένα μέρος , και το τελωνείον από τα’ άλλο σιωπηλά, εστέκοντο παρά την αρχήν του. Και πέραν τούτου, θαμπορφωτισμε΄νη από τα ολιγοστά φανάρια της, η παραλία εξαπλώνετο, μακρά. Τα καβαλέττα από των οποίων κρέμονται η πλάστιγγες δι’ ων ζυγιάζετ’ η σταφίς, έρριχναν επ’ αυτής τους ίσκιούς των, προσπαίζοντας , και κατά διαστήματα, τα κασσονάκια της μελαχρινής ανάσσης των Πατρών, συμμαζωμένα εις πλατείς σωρούς, ετοίμους διά την επιβίβασιν, επρόβαλλαν τα λευκάζοντα πλευρά των, διανυκτερύοντα υπαίθρια. Η αποθήκες της κλειστές, αμίλητες, και τα’ άλλα της οικήματα βυθισμένα εις την νάρκην, Βαρέλια, κάδοι, σάκοι, χειράμαξια, αφειμένα πρόχειρα διά την μέλλουσαν εργασίαν της αυγής, εσκέπαζαν τα πεζοδρόμιά της , κατά μέρη. Δύο- τρία κάρρα . ξεζεμένα , ευρίσκοντο εκεί που και αυτά, εις μιαν άκρη της, και ακουμπούσαν, μπρουμουτισμένα , τους ρυμούς των εις το χώμα. Ένα- δύο καφφενέδες, νυσταλέοι, άφιναν λίγο φέγγοες κ’ έβγαινε από τα’ ακάθαρτα γυαλιά των, δίχων να μπορή να διαλύση το σκοτάδι, ως δεν ίσχυε να το διαλύση η ανοιμική των φανών λάμψις. Ούτε κίνησις κόσμου, ούτε θόρυβος ζωής, επάνω είς αυτήν. Εργαζομένη όλην την ημέραν, έλεγες πως εβιάζετο να κοιμηθή μια ωρ’ αρχήτερα. Σπανίως, κανείς αραιός διαβάτης επερνούσε απ’ αυτήν , και μέσα εις το νερό, από τη μιάν άκρη ως την άλλη, καθ’ όλην την έκτασίν της, αραγμένα, ήσυχα, τα καραβάκια ωνειρεύοντο. Μονάχα, πέρα- πέρα εις ένα μαγαζί, μια παρέα ιταλών ετραγουδούσε κουτσοπίνοντας και ακουοντο τα ρεκάζοντα τραχέα στον αέρα. Και μόνο δυό χαμίνια, ορέχθέντα φαίνεται φλαναρισμα ερημικόν, έσερναν της γυμνές πατούσες των στη σκόνη επιμόνων και εκραύγαζαν προς το κενό:
Σαν τι το θελ’ η μάνα σου
Σαν τι το θελ’ ή μάνα σου
Σαν τι το θελ’ η μάνα σου
Τη νύχτα το λυχνάρι, ωχ
Τη νύχτα το λυχνάρι ωχ
Οπώχει μέσ’ στο σπίτι της
Οπώχει μέσ’ στο σπίτι της
Οπώχει μές’ στο σπίτι της
Τα’ άστρι και το φεγγάρι ωχ
Τα άστρι και το φεγγάρι ωχ
Εσταμάτησα δύο- τρείς που ηύρα μπρος μου, ερωτών αυτούς που έγινε η αυτοκτονία διότι ήμουν περίεργος να ιδώ τι όψιν καν θα είχε το ξενοδοχείον, όπου έγινε το πράγμα μα κανείς δεν ήξερε να μου απαντήση. Τέλος πάντων, ένας όπου εκάθετο έξω από ένα μικροκαφφενέν, μου έδειξε το σπήτι, απ’ τα πρώτα της γραμμής, εκεί- που, οπίσω και ολίγο δώθε από το τελωνείον. Και πλησιάσας, εκύτταξα προς αυτό προσεκτικά, εξετάζων την όλην θέαν του. Υψηλό , αφώτιστον, σιγών, εγείρετο, ωσάν άωυχον εν τη σκιά. Κανένας δεν εστέκετο προ αυτού, κανένας δεν εφαίνετο κινούμενος μέσα εις αυτό. Ήρεμον, και άφωνων, και σκοτεινόν, ώθοστατούσεν επί της θέσεώς του, απαθώς αποβλέπον προς την οδόν. Μόνο οι φανοί της εισόδου του, έκαιαν, με ασθενές φώς και μόνον εις ένα έκ των παραθύρων του, επάνω , εις το τρίτο πάτωμα , απομέσ’ από το τζάμι, διεκρίνετο, τρεμολάμπον, ένα κερί. Παραμέσα θα έκειτο βέβαια το πτώμα, δύσμορφος σωρός, ακίνητος, επάνω εις το μαύρο του κρεββάτι, το κρεββάτι το αγκαλιάζον τον ξένον, τον οποίον κανένας δεν θα έκλαιε αύριον, και λυπημένος την φοράν αυτήν, χωρίς καλά- καλά να ξέρω κ’ εγώ γιατί, μ την καρδίαν σφιγγομένην υπό αόριστου αγωνίας προ της εντελούς ησυχίας του οικήματος, εστριψ’ απ’ τη γωνιά του, κι’ ετράβηξα και πάλι προς τα άνω. Και μετά πέντε – δέκα βήματα, διά του πλαγίου δρόμου εβγαίνα στην οδόν του Αγι’ Ανδρέου. Εις τα μπαλκόνια, η κίνησις είχε πλέον λιγοστέψη αισθητώς , οι πλειστοί των αστών θ είχαν πάη από ώρα εις τα σπίτια των, φέροντες τα οψώνιά των, και μόνον μερικοί βραδύναντες ακόμη έκαμπταν ανερχόμενοι τους κοντινούς δρόμους. Όμιλοι ουχ’ ήττον αρκετοί, εστάθμεύαν, περνούσαν, μέσα στα μαγαζιά ο σαλαγός ήτον πάντα ζωηρός, τα μπακαλόπαιδα εφώναζαν διαρκώς, έφεγγαν τα γκάζ, οι αίροντες της γαρίδες εκυκλοφορούσαν, και ο αρχηγός των αχιαναίων εξελαυριγγίζετο κραυγάζων. Μία άμαξα, βραδεία, διέβαινε αψόφως σχεδόν κυλιομένη επί του κονιορτού και εκτοπίζουσα τους βρισκομένους εμπροστά της. Και παρά πίσω της, ένας μικρουλάκος, εκυλούσε ένα χειραμάξι, παταγώ, και φωνάζων στεντορέιως Βάάάρδααα: ωσάν να ήτον δεκατρείς φ
ορές μεγαλήτερο από την εμπρός άμαξαν. Δυο στρατιώτες εβγαίναν από ένα μαγαζί , σκουντώμενοι, μετά πρόχειρον κρασοποσίαν προφανώς και σφουγγίζοντεςμ με το χέρι των ανάποδα , τα βρεμμένα χείλια των. Κ’ εις την στροφήν του δρόμου, προς την λέσχην, τέσσαρρες – πέντε μαζεμένοι, εστέκοντο και εμιλούσαν με σφοδρότητα και ο ένας εξ αυτών ψηλός ευρύνωτος, χειρονομών βιαίως, έλεγε προς τους άλλους
– θέλεις φίλε μου να σ’ εκτιμάη και να σ’ αγαπαή ο άλλος; Ναν του κάνης κακό!.
εις την πλατείαν Γεωργίου, όπου μετ’ ολίγον έφθασα, ερημία κεκυριαρχούσε, τα περισσότερα εκ τν τριγύρω μαγαζιών ήσαν σφαλιστά, κάμποσα αμάξια, άεργα, ανέμεναν κ΄΄ έν τη σιωπή τα δυό αναβρυτήρια του μακαρίτη Γιώργη Ρούφου, με τους φανταστικούς των γρύπας εξέχυναν τους σταλαγμούς των εις της γούρνες, φλοισβίζοντα γλυκά. Σι πηλές επίσης η καμάρες των οδών της πόλεως, έφρατταν αυτάς δώθε και κείθε με τους στύλους τους ογκώδεις των και με τα ημικυκλικά των τόξα , υπό τα οποία, άρχιζε πλέον να λωφάζη, η πληθύς των ποικίλων καταστημάτων όπου φωλεύουν εις αυτάς. Διαμέσου Δε αυτών, έτράπην προς την επάνω χώραν, ανέβηκα την μακράν τριμερή μαρμαρίνην σκάλαν η οποία φέρνει εις αυτήν, ενώ ένας φουστανελλάς, μεσόκοπος, μισομεθυσμένος, την ανέβαινε κι’ αυτός κρατούμενος από τα καγκέλλά της, μετά μόχθου, και μουρμουρίζων αδιάκριτα τινά , κατά φρένα και κατά θυμόν, και άρχισα να πλανώμαι στα σοκάκια της, Η ίδια ησυχία εβασίλευε κ’ εδώ, η ίδια ερημία και μόνο σε καμμιά ταβέρνα, της οποίας την κόκκινη παντιερούλα εκυμάτιζε η νυκτία αύρα, ομιλίες αντηχούσαν, ετσουγγρίζοντο ποτήρια, ή εγόει αμανές. Σκεπαζόμενα από το βαρύ ίσκιο του γηραιού κάστρου, ωσάν στρουθία που εζήτησαν θα έλεγες προφύλαξιν υπό τας ευρέιας πτέρυγας αητού, τα μικρά σπιτάκια τη, ανέβαιναν, κατέβαιναν, εστριμώνοντο, εξελίσσοντο επί των πλευρών του, και μεταξύ αυτών περιεπλέκοντο οι δρομακηδές της, η σκαλίτσες της , τα μονοπατάκια της, τα ποικιλώτατα και τα χαριέστατα, Αμπαρωμένες η πορτίτσες τους, μανταλωμένα τα παραθυράκια τους, η φτωχολογιά εξεκούραζε το κεφαλάκι της, υπό την εύνουν στέγην του οικίσκου της , έτσι, κατέληξα εις τα Ψηλ’ Αλώνια και έξεμπουκάρισα, από έναν στενωπόν σ’ αυτά. Ο ώμμορφος κάμπος ήτον τυλιγμένος εις την συνήθη του γαλήνην, το φεγγάρι εκρέμετο άνωθεν αυτού, αχνό, η χλόη του έφρισσεν ελαφρά υπό την μαλακήν πνοήν που ήρχετο μακρόθεν, και απαλή, απαλή και ττρυφερά, σου εχάιδευε, ως διά θωπείας αγαπωντος χεριού, τα πόδια, τα δέντρα του εθροούσαν ζοφερά και μυστηριώδη, και προσεγγίσας εις την άκρη- άκρη των, εκεί όπου τα λιθινά των κάγκελλα δί
νουν είς την ώμμορφη πλατεία ως όψιν τινά παμμεγέθους φυσικού εξώστου, εγειρομένου υπέρ την χαμηλήν εκείθεν χώραν, ακούμπησα και είδα προς τα κάτω. Και προ της αμόρφου μάζας της μισοκοιμωμένης τέλος πόλεως, προ της απολύτου ηρεμίας της θαλάσσης, προ της βαθυτάτης ακινησίας και της αδιαλείπτου σιγής των απέναντι βουνών, ο νους μου επέταξε και πάλιν προς τον δυστυχή, ο οποίος εκοίτονταν κεί- κάτου, μοναχός επάνω εις το άψυχο κρεββάτι του σκοτεινού ξενοδοχείου. Α βεβαίως, εάν η ζωή τον είχε απατήση, αλλά επιθύμησε τουλάχιστον να εκπληρώση και πιστότατα την τελευταίαν θελησίν του! Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν ούτε ο παχύς αυτός και ο κοιλαράς, ο οποίος επερπατούσε, με μικρά – μικρά γρήγορα βήματα, και εξεφυσούσε ως ασθματικός και εμιλούσε προς τον συντροφόν του περί κεφαλαίων κ’ εγγυήσεων. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε τα μπακαλόπαιδα αυτά, τα οποία παρετάσσοντο, με την καταβρεχτήν ποδιά των ως ορθοί φρουροί των βαρελιών, υπό την παλλομένην των ραμφών του γκάζ γραμμήν, και διαλαλούσαν τα εμπορεύματα των. Δεν είχαν ενοχληθή εβαάια γι’ αυτόν, ούτε οι κουβεντιάζοντες οιτοί μέσα στο Λεσχίδιον, ούτε οι πλαταγίζοντες τα ζάρια του ταβλιού, ούτε οι ανακατεύοντες τα κόκκαλα του ντόμινου, ούτε οι μπιλλιαρδίζοντες οργίλως εις το βάθος. Δεν είχαν ενοχληθή βεβαία γι’ αυτόν ούτε τα καβαλέττα αυτά,λ τα οποία επιρίμεναν, ρίχνοντα εις την παραλίαν τους προσσσπαίζοντάς των ίσκιους, την επαύριον για ν’ αρχίσουν τη δουλειά των, ούτε τα κασσονάκια, τα διανυκτερεύοντα υπαίθρια, εις πλάτεις σωρούς οπού εκαρτερούσαν, με τα λευκάζοντα πλευρά των, ν έρθη η ώρα να μπαρκαρισθούν γι’ αγνώστους χώρας. Δεν είχαν ενοχληθή βεβαία γι’ αυτόν, ούτε τα καραβάκια αυτά, τα οποία αραγμένα, ήσυχα από τη μίαν άκρη ως την άλλη, καθ’ όλην την έκτασίν της, ωνειρέυοντο, τρέμοντα ακόμα, τους ανέμους του πόντου και του κύματος την ορμήν, Δεν είχαν ενοχληθή βεβαία γι’ αυτόν ούτε οι ιταλοί αυτοί ψαράδες, οι οποίοι εκουτσόπιναν μέσα στην ταβέρνα, και ερέκαζαν τραχέα εις τον αέρα, Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν ούτε οι στρατιώτες αυτοί, οι οποί
οι εβγαίναν,κ ευφρανθέντες απομέσ’ απ το μπακάλικο, και επάστρευαν τα χείλια των με την παλάμη των ανάποδα. Δεν είχε ενοχληθή βεβαία γι’ αυτόν ούτε ο φιλόσοφος εκείνος, είς την γωνία, ο ευρύνωτος και ψηλός, ο οποίος εχειρονομούσε, και εδίδασκε τους εταίρους του, ότι για να σ’ εκτιμάη και να σ’ αγαπάη ο άλλος πρρέπει ναν του κάνης κακό: και εν τω μεταξύ, η πόλις εβυθίζετο επί μάλλον και μάλλον εις τον ύπνον, η νύχτα επρόβαινε μεγάλη, τα άστρα εσπινθηριζν λαμπρά, δροσιά κατέβαινε, οξεία, εισδυουσα μέσα είς τα κόκκαλα. Αργά – αργά , εκύλισ’ απ τον πέρα δρόμον, όπου φέρνει διά μικρού εξοχικού γύρου προς εκείνον τοων Ιτιών, εβγήκα προς τους αγρούς. Τα χωράφια, νεόσκαφτα, ανεπεμπαν, δριμείαν ευωδίαν χώματος και χόρτού, επρασίνιζαν οι φράχτες, ο άγρυπνος μικρούλης κόσμος των εντόμων αναδεύετο μέσα εις αυτούς, ζωηρός ως εν χαρά , ένα αηδόνι, μεθυσμένο από την εμμορφιά της νύχτας, έστελνε προς αυτήν τους γλυκούς του χαιρετισμούς, αποπάνω από μια λεύκα, όμιλος μπακάκων εκόαζε φαιδρώς, υπό την διαυγή αταραξίαν του ουρανού, παρά την λείαν νωχέλειαν της θαλάσσης, η γη,, ασφαλής εξεκουράζετο κι αυτή. Οι κήποι με τα ευρωστά των δέντρα, με τα υψιτενή των κυπαρίσσια, με τους πλούσιούς των ανθώνας επλέαν εις την δρόσον κα’ είς το άρωμα. Και τα αμπέλια, διέγραφαν επ’ αυτής, ευθείς και κανονικούς τους αυλακάς των, εκτεινομένους από δω και από κει, καθ’ όλας τας διευθύνσεις πανταχόθεν. Και απομέσα κι’ από κείνους κι’ απ αυτά επρόβαλλαν, τα εξοχικά σπίτια , οι ληνοί εις όγκους λευκούς ή σκιερούς βωβούς, ωσάν να βγαλμένους και αυτούς από τα σπλάγχνα της μητέρας. Που και που, καμιά λαμπυρίδα, εφτερούγιζε, χαμοπετούσα, και ταχεία εχάραζε λεπτήν φωτεινήν γραμμούλαν, άφινε βραχείαν αλλά θαμβούσαν αστραπιτσαν, ξεφεύγουσαν από τον μικρόσκοπικόν της πισηνούλην. Φύλλα εσείοντο, κρυφομιλούντα, καλάμια εψιθύριζαν, σιγά Ρυάκι έτρεχ’ εκέι- κάπου άλλα τόσο αγαλινά όπου ενόμιζεν ότι δεν ήθελε να ταράξη την γαλήνην. Τίποτε δεν δέκοπτε της γης την μυχίαν ανακούφισιν, τίποτε δεν αμαύρωνε της φύσεως την άφραστον καλλονήν. Ο Παναχαϊκός, μακρός και υψηλό
ςεδόσποζε της πεδιάδος επιβάλλων, Από κάτω αντικρύ μου, ομάς περιπατητών ήρχετο, επροηγείτο ζεύγος νέων, κι αποπίσω εις απόστασιν τίνα, δύο κύριοι μετά δύο κυριών άπαντες γεροντοποιοί. Ο νέος έπαιζε με το μικρό μπαστούνι του, έκλινε προς την νέαν και της έλεγε, καθ’ ήν στιγμήν διέβαινε κοντά μου
– Πως δηλαδή το λέγετε αυτό;
– Σας το λέγω διότι με επειράξατε, απαντούσε η νεάνις, με κελάδημα τρυγόνος, χαριεντιζομένη και ανακλίνουσα τον λαιμόν.
Το ζεύγος επέρασε, γιούλια εμύρισαν. Η κόρη είχε ένα ματσάκι εις τα στήθη της. Κατέβηκα εις τον παράλιον δρόμον , τον προς της Ιτιές, έστριψα προς τα μέσα. Μετ’ ολίγον έμπαινα εκ νέου στην οδόν του Αγι’ Ανδρέου, έκαμπτα την έκκλησιάν όπου είνε στην άρχή της και εξ ης έχει το όνομα. Και σταθείς απέβλεψα προς αυτήν, προς τους λευκούς της τοίχους , προς την πόρτα της την θολωτην, προς τον επί της στέγης της σταυρόν, προς το πελώριον δίπλα καμπαναριό, ένδοξον δημιούργημα του Γράβαρη. Σιωπηλή κι αυτή, κατακλειστη, και ήρεμη, εκοιμάτο, απαθής. Επροχώρησα ακόμη. Η ιδία ησυχία, η ιδία σιγή βαθυτέρα, πυκνοτέρα. Οριστικών πλέον, τα σπίτια, όλα ήσαν αποκαρωμένα, έρρεγχε η πόλις. Άλλ’ από μεγάλο οικοδόμημα ορθόν, εκεί- που, εις το πλάγι, εν τούτοις ανεδίδετο βοή. Ένας ατμόμυλος, πελιδνός την όψιν εβόγγα εν τη νυκτί. Άνθρωποι εδούλευαν, παρασκευάζοντες το ψωμί το οποίον θρέφει το κόσμον, και λίγο παραπέρα, από άλλο σπίτι, κρότοι οργάνων εξορμούσαν, τόνοι βιολιού κλαρίνου στόνοι, τραγούδι έσχιζε τα σκότη. Καφφέ – σανταν αγρυπνεί, ίδρυμα γλεντιού και άλλοι άνθρωποι, εδώ, επρόσφεραν τον φόρον των εις την απόλαυσιν. Ανηλθα την στενήν του σκάλα, εξήτησα μια μπύρα και εκάθησα, επί της πενιχράς σκηνής του, υπό την μαύρη των γλωσσών του γκάζ καπιάν, εστέκετο μια γυναίκα φέρουσα παρδαλά φορέματα, κοντά εώς εις το γόνα, υπό τα οποία διεφαίνοντο ακάλυπτες οη παχείες της γάμπες, σφιγγμένες μέσα εις της μαύρες κάλτσες της, ντεκολτέ, με βιαίως πουδραρισμένα τα λευκά της μπράτσα, τα μισά την στήθη έξω κόκκινη τα μάγουλα και τραγουδούσα. Άνοιγε το στόμα της πλάτυ, επρόβαλλε το πόδι, έφερνε το χέρι προς τα’ αριστερό της μάτι, το τραβούσε από κάτω, το διέστελλε και ουρλίαζε βραχνώς.
Και προέξας κάπως, αναγνώρισα σ’ αυτήν την ημιγύμνην γυναίκα, η οποία έτεινε την λεκάνην προς τον υπηρέτην, με τις κάλτσες και το υποκάμισον,, από την πόρτα του πλάγιου στο δικό μου δωματίου.
Επείτα την διεδέχθη άλλη και εκείνην άλλη πάλι, ενώ τα βιολιά και τα κλαρίνα εξακολουθούσαν να γογγύζουν. Και αφού ετελείονε καθεμιά το τραγούδι της, επερν’ ένα δισκάκι ή ένα σακουλάκι, και κατέβαινε τα δυό- τρία σκαλούνια της σκηνής, κι άρχιζε να γυρίζει, περιφέρουσα αυτό ανά την σάλαν, μεταξύ των στοίχων των είς τα τραπέζια καθημένων. Και η μωρία του νεκρού διεγράφη εκ νέου εμπροστά μου, κολοσσαία, εν τη λακωνική της συντομία. Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, ο πουλών τους αχιναίους ή ο πουλών της γαρίδες; ποιος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν ο φουστανελλάς αυτός, ο οποίος μισομεθυσμένος εσκαρφάλονε τη σκάλα της επάνω χώρας, και έτρίκλιζε και επιάνετ’ απ τα κάγκελλα προσπαθών να στηριχθή; Ποιος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, το αηδόνι αυτό, το οποίο μεθυσμένο πό την εμμορφιά της νύχτας και από τη γλυκά της φωνής του, εκολυμπούσεν ευτυχισμένο εις την δροσιά του αέρος και εις το φως του φεγγαριού; Ποιος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, ο νέος αυτός που ερωτολογούσε με την κόρην, η κόρη αυτή η οποία έφερε τα γιούλια εις το στήθος, και εχαριεντιζετο, με κελάδημα τρυγόνος , ανακλινουσα τον λαιμόν: Μήπως ήθελε να ενοχληθούν της εκκλησίας ή καακελιστοι θύραι, οι άσπροι τοίχοι και ο κοιμωμένος σταυρός, μήπως ήθελε να ενοχληθουν οι δουλεύοντες μέσα στο ατμόμυλον, τον βογγώτα εν τη νυκτί , και παρασκευάζοντες με ίδρωτα, το ψωμί, το οποίον θρέφει τον κόσμο; Μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι γλεντώντες αυτοί, εις το καφφέ- σανταν και χάσκοντες προ των ευρώστων κνημών και προ των λιγωμένων βλεμμάτων των γυναίων; Βαθμηδόν, η σάλα άδειασε, τα φώτα εχαμπήλωσαν, τα βιολιά εσωπάσαν, έκλεινε το καφφέ- σαντάν. Κατέβηκα τη σκάλα τελευταίος, ετράβηξα ολίγο προς το μώλο .
Το αιχμηρόν φανάρι έρριχνε πάντοτε στρεφόμενον την άσπρη του ακτίνα επ’ αυτού δεμένα εσιγοκινούντο τα καράβια, ήσυχη εξαπλώνετο η θάλασσα., δροσερός εφυσούσε ο αέρας από τη στερεά και μόνον εις τα πλάγια των πετρών εγγλυκοσβύνετο του κύματος το αδιάκοπο τραγούδι. Ψυχή δεν εφαίνετο σ’ αυτόν, άχνα δεν ακούετο. Μαυρωπά τα κανόνια παρετασσοντο, προβάλλοντα τον έξω του εδάφους ήμισυν κορμόν των, εντεύθεν και εκείθεν, αντικρυζόμενα εν τη εκπληρωσει του χρέους των του ειρήνικού, οι στύλοι του γκαζιού, λεπτοί και ευθυτενείς τα παρεστάτουν. Τα βαρούλκα τα επί την μίαν των πλέυρων έτειναν τους χονδρούς βραχίονάς των, εστραμμένους προς τα εντός΄, ακάμπτους και απείλητικούς. Ο σωρός των κάδων, εμπόδιζε από το ένα μέρος την διάβασιν ώγκουντο η κοιλιές των βλακωδώς, υπό την περιοδικής του φανού λαμψιν. Η βάρκα με το πυροφάνι ειχ’ εκλειψη, θα ησύχαζε κ’ εκείνη προφανώς προσδεθείσα εκεί- κάπου η σιγαλιά ήτον μεγάλη, κι’ ούτ’ αυτές η τάβλες που ανέρχονται στα πλοία έκριζαν καθόλου. Ο καραβόσκυλος θα είχε κοιμηθή κι’ αυτός πάνου εις την πλώρη του βαρυμένος να γυγίζη. Το φεγγάρι εβασίλευε, το σκοτάδι επυκνόνετο. Ένα φως έλαμπε μακρυά , μέσα στην θάλασσα. Βαπόρι ήρχετο, από τα βάθυ του πελάγους, επλησίαζε ταχύ ακούσθη ο βαρύς ανασασμός του, το σφύριγμά του ανεδόθη, παρατεταμένο και απότομον. Εγύρισαγια να κοιμηθώ, επέρασα και πάλι, απεξ’ απ το ξενοδοχέιον, όπου έκειτο το πτώμα. Τα φανάρια της εισόδου του ήσαν κι αυτά σβυμένα πλέον, θεοσκότεινο, κατακλειστο, υψώνετο εν τη σκιά. Μονάχα, εκεί – πάνοω εις το τρίτο πάτωμα ωσάν φοβισμένο, έτρεμε το κερί ωχρόν και εξηντημένον. Έφτασα στο κατάλυμά μου, εβροντήξα τξην πόρτα, ο πορτιέρης ξύπνησε μυχθίζων, με το σώβρακο μου άνοιξε. Ανέβηκα επάνω εμπήκα εις την κάμερά μου, γδύθηκα, επλάγιασα. Όλο το ξενοδοχέιον άφωτον, και άφωνον ήταν βυθισμένο εις τον ύπνον. Μόνο από το δεύτερο, εν τη σιγή τη απολύτω , βροντερώτερον φαινόμενον, ανέβαινε ρουχαλητό, κάποιου των κοιμωμένων διαπερών θύρας και παράθυρα και σχεδόν σείον τα τοιχώματα. Και από του δίπλα στο δικό μου δωματίουν ώ είχα ίδη διαβαίνων την
ημιγύμνον αοιδόν, αηθεις ήχοι ανεδίδοντο, παράδοξοι θόρυβοι αντήχουν, σκεπασμάτων θρούς και σεντονιών ψίθυρος , το κρεββάτι επηγαινοήρχετο, προσέκρουε συνεχώς κατά του τοίχου, κλυδωνίζτο σφοδρως ως πλοίον εν καταιγίδι. Α μα την αλήθειαν, επιτέλους, εξάπαντος ο άνθρωπος αυτός ήτον μωρός! Μήπως ήθελε να ενοχληθή το παιδί αυτό, το οποίον έλεγγε το βράδυ, σέρνον επί της σκόνης τες γυμνές πατούσες του, το τραγούδι του λυχναριού; μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι νυκτερινοί αυτοί ναυτικοί, οι οποίοι ήρχοντο από τα βάθη του πελάγους με τα μάτια καρφωμένα εις την πυξίδα των, προσέχοντες μόνον εις το τέρμα του δρόμου των και ζητούντες τα’ αυλάκι του, μέσα είς τον αρμυρόν κάμπόν; Μήπως ήθελε να ενοχληθεί ο ροχαλίζων αυτός ο οποίος εχόρταινε τον ύπνον, τον εροφούσε δι’ όλων των πόρων του και διέσειε τα τοιχώματα, ή μήπως οι επί της κλίνης ταύτης ασελγαίνοντες;
Και εστριφογύριζα, επάνου στο κρεββάτι μου ανήσυχος. Το χράμι βέβαια οπού μου είχε βάλη απομέσα, μου έτρωγε το κορμί και δεν με άφινε να κοιμηθώ, Δύο- τρείς ώρες επέρασαν και δεν είχα καταφέρει να κλείσω μάτι. Η νύχτα έφευγε καλπάζουσα, η αυγή είχε προχωρήση γγιγαντίως, και απελπισθείς ότι θα ήμπορούσα να κοιμώνουν, εσήκωθηκα, τράβηξα τους μπερτέδες και άνοιξα το παράθυρο. Η θάλασσα εξετείνετο κάτωθεν αυτού, γαληνιαία, ακίνητοι ωρθούντο των πέραν όρεων αί κατατομαί και από του Παναχαϊκού ο ήλιος ανέτελλε, θαυμασίως, ομοιομορφος και απαραμίλλως αναλλοίωτος.
επιμέλεια για το “ποιείν” Νίκος Λέκκας









