ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

--------------------------------------------------------------------------------

14-8-1998

Κάτω απ' τίς φοινικιές, μέσ' στούς ψηλούς θάμνους καί τά κρε-
μαστά λουλούδια, άστραφταν τά λαμπερά χρώματα τών παπα-
γάλων. "Γειά σου Γέρο μου", είπα σ' έναν τεράστιο μέ λοφίο
που πρόσεχε τά μικρά καθώς έπαιζαν, "από τά φίδια φυλάς τά
μικρά;". "Άχ ναί!", είπε μ' ένα ξεβιδωμένο χασμουρητό, που έ-
κανε τό ράμφος του νά κροταλίσει σάν τήν δαχτυλιδωτή ουρά
τού κροταλία όταν συναντά κάποιαν ωραία από τό σόϊ του στά
στριφογυριστά μονοπάτια τής ερήμου. "Είναι μερικά ανόητα
γερόντια που ξεπέφτουν τήν ημέρα κατά 'δώ, προσπαθώντας
νά γεμίσουν τήν κοιλιά τους μέ τρυφερά πούπουλα. Ο αληθινός
κυνηγός βγαίνει νύχτα καί θά σέ συμβούλευα, μιά κι ήρθες κι
εσύ κατά 'δώ στά εξωτικά τούτα μέρη, νά φτιάξεις μιά φωλιά
στίς ψηλές φοινικιές σάν κι εμάς τό γρηγορότερο. Έχεις κι ένα
παχύ κρέας σάν κάστανο ξεφλουδισμένο. Από πού νομίζεις ότι
θά κρατηθεί τό κορμάκι σου άν αρχίσει νά γλιστράει σέ κά-
ποιον κατηφορικό λαιμό όπως ο δικός τους;". "Άσ' το αυτό", εί-
πα, σάν νά επρόκειτο γιά μιά ασήμαντη λεπτομέρεια. "Εγώ ήρ-
θα νά ζητήσω τήν σοφία σου πάνω στά πράγματα που μέ βα-
σανίζουν. Μή μού μιλάς γιά παχειά κρέατα καί κυνηγούς. Μί-
λα μου για τήν ομορφιά που δέν τήν καταλαβαίνω". "Καί μή-
πως είμαι άνθρωπος εγώ γιά νά σού μιλήσω γιά τήν ομορφιά,
γυμνό, δυστυχισμένο, επικίνδυνο καί γιά τήν ώρα συμπαθητικό
τέρας; Αλλά εξομολογήσου μου εσύ, άν θέλεις ν' αλαφρώσεις
τήν καρδιά σου, αυτό που όλος ο κόσμος λέει «τό μεγαλύτερο
αμάρτημα». Σ' όλες τίς φυλές, ακόμα καί στά βιαστικά εφήμε-
ρα, που είναι τόσο νόστιμα ώστε δέν προλαβαίνουν καί πολλά
νά ζήσουν πέρα απ' τό μεσημέρι, τό μυστικό περνάει από γενιά
σέ γενιά: η ομορφιά σκοτώνει τόν άνθρωπο, καί γιά χάρη της ο
άνθρωπος καταστρέφει τόν κόσμο". "Ώστε ξέρεις κι εσύ λοι-
πόν", είπα λυπημένος, "ακόμα καί τά μικρά εφήμερα τό ξέρουν,
που μόλις γεννήσουν τ' αυγά τους τό ηλιοβασίλεμα έχουν ζήσει
κιόλας μιά ολόκληρη ζωή, γιατί μάς φαίνεται σάν βούρκος αυ-
τός ο κόσμος;. Αλήθεια σάν βούρκος μάς φαίνεται γεμάτος ο-
μορφιά. Σαπίζει από τήν ομορφιά, κι η ασχήμια είναι κι αυτή
μιά ομορφιά που δέν έχουμε προλάβει νά συνηθίσουμε. Πάνω
στούς ώμους μας σαπίζει η ομορφιά, επειδή στήν αρχή η ομορ-
φιά ήτανε κάτι σάν θαύμα, καί μετά τό θαύμα εξατμίστηκε κι
άφισε τήν βαρειά ομορφιά νά τήν σηκώνει ο άν