Ο1ΚΕΙΜΕΝΑ Σαββατογεννημένη. εκδ Τσαγκαρουσιάνος, 2005

Η Μαλβίνα Κάραλη (1954-2002), σύμφωνα με το ιδιόχειρο βιογραφικό της, γεννήθηκε στο Ισραήλ και μεγάλωσε στην Αθήνα. Συλλέκτρια πανεπιστημιακών ενάρξεων (Κυβερνητική, Μαθηματικά, Ιστορία Τέχνης). Αρθρογράφος στη Γυναίκα, στα Επίκαιρα, στο Κλικ, στην Απογευματινή, Βραδυνή, Επενδυτή, και τέλος στο (symbol). Κρατικό βραβείο σεναρίου για τις Κρυστάλλινες Νύχτες της Τώνιας Μαρκετάκη. Τρία μυθιστορήματα. Κάτι τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά.
Αριθμός ταυτότητας: Ν 246935.
ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ, ΠΑΤΕΡΑ…
Μπροστά του οι ζωντανοί θυμίζουν ξόανα… ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ
Το λεξιλόγιο του αποχαιρετισμού είναι πάντα πενιχρό, Γιώργο. Δεν έχω λόγια. Δεν έχω λόγια πια. Το τρομερό βράδυ ήθελα να σου κάνω μια επίθεση αγάπης, λες και θα σε πρόφταινα. Δεν το πιστεύεις, κούκλε μου. Έκλεισα το τηλέφωνο και κάθισα στο κομπιούτερ. Χαράματα έγραψα την τελευταία μου, την οριστική μου λέξη. Έκανα αποθήκευση. Το κείμενο όμως χάθηκε. Δεν κρύφτηκε, δεν παράπεσε, δεν μπήκε στο αρχείο. Χάθηκε, σου λέω.
Ήταν νωρίς, μου είπε αυτός. Δεν το ήθελε φαίνεται ο Γ.Χ. να δημοσιευτεί τόσο νωρίς, ένα τόσο συναισθηματικό κείμενο.
Και είχε δίκιο. Τους γνωρίζει καλά τους απόντες… Δεν θα ήταν πια αγάπη, αλλά η επίδειξή της. Από κάποια που, σε έξαψη, ήθελε να ξορκίσει το «παντού νεκροί και πτώματα» και κανένας πιο ζωντανός από σένα.
Μια βδομάδα, πικρέ μου, λυπημένε Γ. Μια βδομάδα ξόρκισα το πένθος μου μέσα σε κουβέντες και θορύβους.
Αδιάφοροι άνθρωποι μπαινόβγαιναν, Δεκαεπτά Μαρτίου είχες γενέθλια, Δεκαοκτώ επέτειο γάμου, ακριβέ μου.Που «τριγυρνούσες έξω από τα ζευγάρια των ανθρώπων και ποτέ δεν πλάγιασες δίπλα σε άνθρωπο και δεν ζεστάθηκες από άνθρωπο. Δεν έπιανες παρά πορσελάνες καιχρυσά σκαλίσματα κρεβατιών και μοναχά με μάτια, μοναχά με δάκρυα τριγυρνούσες έξω από τα αγκαλιάσματα τωνανθρώπων. Χωρίς χαρά και χωρίς κανέναν τέλειωσε η βασανισμένη σου ζωή και ίσως κρυφά να το επιθυμούσες…»
Διάβαζα και ξαναδιάβαζα, κείμενα που, αν θυμάσαι, ήξερα ήδη απέξω. Και υπήρχε μεγάλη ανάγκη να διαβάζω, σαν την άλλη, που έφυγε ο πατέρας της και στην τελετή θα ακουγόταν το αντάτζιο από τη Δεκάτη του Μάλερ. Χρειάστηκε -λέει- να το ακούσει πολλές φορές πριν από την τελετή, την πρώτη έκλαψε γοερά, τη δεύτερη λιγότερο. Τηδέκατη, η δύναμη της μουσικής εξασθένισε μέσα της τηφέμινα σεντιμεντάλις. Μπόρεσε να παραστεί στην τελετή, λες και αφορούσε κάποιον άλλο. Τους μπέρδεψε όλους με την ανεξήγητη αδιαφορία της…
Ξέρω πως δεν ήθελες δάκρυα και αντιδράσεις μουζίκου -τη σπεσιαλιτέ μου-, μόνο την αγάπη που αφειδώςσου προσφέραμε όλοι και όλοι σε λατρεύαμε και σε περιμέναμε να γυρίσεις. Και δεν γύρισες.
Ψάχνω στο σεκρετέρ μου, ακριβά ενθυμήματα. Το χειρόγραφό σου από τον Εχθρό του Ποιητή. Η εισαγωγή σουστη Μήδεια. «Λοιπόν ο έρωτας έχει πάντα καταγωγή βάρβαρη, Μαλβίνα…» Εδώ, ένα δωράκι γενεθλίων με αφιέρωση, πιο κει ένα ασημένιο κουτί για χάπια, τις πιο ακατάλληλες στιγμές εστιάζω πάντα στις κατάλληλες φράσεις – μου γράφεις, «κανείς να μη μάθει πώς ζήσαμε, κανείς να μην ξέρει από πού ερχόμαστε και προπαντός, κανείς να μη μάθει ποτέ, πώς πεθάναμε».
Ένα γράμμα, για το πώς επέρχεται ο φυσικός θάνατος, μετά από ολοοργανισμική απόφαση… Μια ευχή σου που δεν κατάφερα ποτέ να πραγματοποιήσω: «Για την ώρα, επειδή σε αισθάνομαι με τον δικό σου τρόπο ευτυχισμένη(ενώ πριν λίγους μήνες δεν ήσουν), εύχομαι αυτό να κρατήσει όσο περισσότερο γίνεται και -προπαντός- να είναιευτυχισμένο ό,τι περισσότερο αγαπάς (αρκεί να μην είναιευτυχισμένο απ’ ό,τι εσύ σε καμιά περίπτωση δεν θ’αγαπούσες»>.
Κάποτε σου έφερα τις ραδιοφωνικές εκπομπές που είχα φτιάξει για σένα. Με το Μυθιστόρημα, τους Χ τίστες, το Γιατρό Ινεότη, τον Πεισίστρατο και όλα όσα, εξ αφορμής σου, τη ζωή μου φωταγώγησαν.
Δεν ήμουν μόνον εγώ, πατέρα. Όλοι δικοί σου ήταν. Οι πιτσιρικάδες που λάτρευαν τον Νικ Κέιβ σου… Οι αισθαντικοί. Οι υγιείς και όσοι «η αρρώστια τούς αφάνισε…»Στο δικό σου το μήκος, στους δικούς σου ρυθμούς… Καιμε τον τρόπο των πρώτων χριστιανών αν θες να μάθεις. Μιλούσαν για σένα, αλλά με την έξαψη της συνενοχής. Χαμηλόφωνα – και ας μη διαδίδονται σε άσχετους τα μυστικά μας…
Για σένα δεν φοβήθηκα την κοινοτοπία. Ο μεγαλύτεροςΈλληνας συγγραφέας, έγραφα σε ένα κείμενο του ’80. Εκεί που σε μεμφόμουν για την εμμονή σου με το θάνατο.Που «κοσμεί όσο και οι ιδέες»… Που είναι «σπάνιο και εκθαμβωτικό γεγονός»… Που «βγάζει στο φως την ευγενική καταγωγή των ανθρώπων»… Και «ακούστε, στο θάνατό μου, είναι κι άλλοι θάνατοι».
Άνοιξη και δεν ήθελα κουβέντα για θανάτους και τώρα εγώ πάνω από το χώμα -που δεν άγγιξα- και με μια οριστική κουβέντα σου, για πάντα εγκατεστημένη…
«Τι να είναι η ψυχή», έλεγες, «τι άλλο από ένα ακατάπαυστο σώμα που δεν καταλήγει…»
Ξέρω πόσο κινδυνεύεις τώρα πια, εσύ που ως έκθετοςάρχοντας δεν κινδύνευσες ούτε μία μέρα στη λυπημένηζωή σου. Το διαισθάνθηκα από τους επικήδειους κιόλας. Από αυτή την αδέξια συγκίνηση, στυλ έκθεση Τρίτης Γυμνασίου…
Ο μηχανισμός του μεταθανάτιου θανάτου είχε ήδη πυροδοτηθεί, πόσο θα οίκτιρες, πατέρα, ακούγοντας τόσεςκοινοτοπίες μαζεμένες… Ένας τελευταίος καφές, ένα δαχτυλίδι με μπριγιάν, άκαιρο και κουτό και παράταιρο στοχέρι μου που σέρνει το φλιτζάνι. «Μαλβίνα, γιατί βρίσκομαι εγώ εδώ;» με ρωτάει η φίλη μου στο κοιμητήριο. «Αυτό το κόσμημα εγγυάται», έγραφες κάποτε Γ. – αυτό θυμήθηκα, αυτό της απαντάω. Το κόσμημα εγγυάται Πάρε το. Σ’ αγαπώ.
Βγαίνω από κει μέσα, με ένα «Γιατί βρίσκομαι εγώ εδώ». Ο Λευτέρης και η Ειρήνη. Το κινητό. «Τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο μικρά όσο φαίνονται. Πες το καιστη Λ.».
Ποιος παρηγοριέται; Δεν το έστησε καλά το παιχνίδι ο Κύριος. Έπρεπε να πεθαίνουμε αλλιώς… Μετά το γαλάζιο της ανυπαρξίας, αυτό το γλυκό πράγμα που όρισε ο ποιητής Νοβάλις ως θάνατο, να μη μένει πίσω η τρομερά υλική παρουσία του σώματος…
Βάζω πούδρα και κραγιόν στο καθρεφτάκι του αυτοκινήτου, άσπρο και κόκκινο της μάσκας, «δεν μπορείς να μιλήσεις», μου λες -«και κανένας δεν μίλησε ακόμα, λέξηδεν ακούστηκε και τα στόματα θα ξεσφίξουν και θα ανοίξουν και θα ακουστεί ο λόγος που κρατούν και ποτέ δεντον βγάζουν μέχρι το θάνατο, ο λόγος δεν ακούστηκε ακόμα…»
Tσικvoπέμπτη, πατέρα, και εγώ τρώω σούσι στηνΑπόλλωνος.
ΟΡΟΣ ΜΕ ΚΑΡΑΜΕΛΟΑΓΕΑΑΔΕΣ
Σήμερα, λέει, ξύπνησα άρρωστη. Με μια εικόνα σφηνωμένη στο μυαλό μου. Αγελάδες. Με μάζεψαν όπως όπως. Γυμνή. Το υπνοδωμάτιό μου, σαν τη Λέρο. Ανάμεσα στα σεντόνια μου, μισοσαπισμένα φρούτα. Τους σιχτίρισα. Δεν πτοήθηκαν. Κάτι θα ξέρουν. Αφέθηκα. Με έβαλαν σ’ ένα δωμάτιο κρεμ. Άθλιο. Παράγωγο. Ψεύτες. Είναι, λέει, η σουίτα. Ξέρω τι μου ετοιμάζουν. Κάνω τον ψόφιο κοριό. Κουβαλάνε όλα τους τα φασιστικά τεχνάσματα. Οροί. Κομψοτεχνήματα παρακεντήσεων. Περίλυποι γιατροί. Τους λέω όλους «Στέλιο». Νευριάζουν. Ασπροντυμένες, με τρυφερά νύχια νοσοκόμας ή με νύχια κομμώτριας. Δίχως πρόσωπο αυτές. Μόνο γυαλιά και ανταύγειες… ΤονΕγγονόπουλο θα ζήσω. Μουγκά, λοιπόν. Ούτε κιχ. Έκαναπως κοιμάμαι. Έσκυβαν να δουν αν αναπνέω. Ξαφνικά καιαπροειδοποίητα, πετούσα δυο τρεις λέξεις απειλητικές. Σαν παραλήρημα. Πανικοβάλλονταν. Λούηδες κι έξω από την πόρτα. Μην κλειδώσεις, είπα. Για να ξαναμπούν. Να τις ξανατρομάξω. Να ξαναφύγουν. Εγώ, η ψευτοάρρωστη. Και υγιής. Το ξέρω. Κι αυτοί το ξέρουν. Μου στήσανε τον Κάφκα για να με δοκιμάσουν. Κι άντεξα. Πρώτη φορά στη ζωή μου ξεπέρασα τις προβλέψεις τους για μένα. Κι άντεξα, θα στοιχημάτιζαν δισεκατομμύρια ορούς για το αντίθετο. Και τα ‘βγαλα πέρα ένα χειμώνα, ένα καλοκαίρι, έτσι όπως κανείς δεν είχε ποτέ φανταστεί, και ιδίως εγώ…
Προχωρημένο Σεπτέμβριο άνοιξα αργά τα μάτια. Ήταν η πρώτη φορά που δεν τους αποπήρα. Σήμερα. Άρχισαν να πλησιάζουν έρποντας. Άφηναν πίσω τους σάλιο ή ίχνη δακρύων. Έβγαλα το τσαντάκι με τα καλλυντικά: πούδρες, κραγιόν, τέτοια. Καθρεφτίστηκα στο γυάλισμα του σάλιου τους και βάφτηκα. Ξεθάρρεψαν. Ήρθαν κι άλλοι. Αργά. Γύρω μου. Περίεργοι. Έβγαλα κι εγώ το χέρι από την κουβέρτα. Τίναξα την πεταλούδα του ορού σαν μπριγιάν πανάκριβο. Που πρέπει να το δει η άλλη. Να καταλάβει πόσομε προτιμάει ο άντρας μου. Αυτηνής δεν θα της πάρει ποτέολόιδιο και πανάκριβο. Αυτή σε καμιά γωνιά στρίμωγμα, σε κάνα μοτέλ με άλλο όνομα. Εγώ, επίσημη. Κι ακριβή. Τρομάξανε με την αγέρωχη κίνηση του χεριού μου. Σκύλες, όλες κρύβετε μέσα σας μια μορόζα έτοιμη να μοιχεύσει με τον άντρα της αξιοπρεπούς φίλης σας. Πισωπατήσατε, δειλοί συνωμότες. Την ξέρετε την κίνηση. Αναγνωρίσατε την ανωτερότητα της νόμιμης. «Πίσω και σας έφαγα». Όχι. Το ‘πνιξα. Σιγά μην προδοθώ προτού να σας απορρυθμίσω παντελώς και ολοκληρωτικά. Τα άσπρα σάςμαράνανε.
Το χέρι άνοιξε την τσάντα. Έκανα πως ψάχνω πεντοχίλιαρα. Αν εδώ είναι όντως νοσοκομείο, έχω μάθει πως ταλεφτά και νεκρούς ανασταίνουν. Ζυγώσατε ξανά. Και την επιταγή θέλετε. Ας είναι μεταχρονολογημένη. Αρχίσατε να ονειρεύεστε πως θα μου χώσετε φαρμακωμένους ορούς και άλλα τέτοια τελειωτικά. Προτού με ξεκάνετε, να με πιέσετε να βάλω την υπογραφή από πίσω. Να πάτε να εισπράξετε. Φτωχοδιάβολοι. Λες και δεν σας είχα δει πουψάχνατε την τσάντα μου ενώ λαγοκοιμόμουν. Δυστυχισμένα ορφανά. Ευτυχώς που εγώ γλύτωσα και δεν είμαιπλέον σαν κι εσάς. Και χόρτασα. Και λεφτά. Και οικογένεια κι αγάπη. Κυρίως αγάπη. Στο μέτωπο αγγίγματα-φιλιά. Και πλάι στα χείλη. Εγώ, που μέχρι πέρυσι, αν με άγγιζες ακόμα και εξ αποστάσεως, ούρλιαζα «πίσω μου σ’ έχω σατανά».
Εγώ χόρτασα. Ένα χειμώνα αγάπη. Μια άνοιξη ελπίδα. Κι ένα καλοκαίρι προοπτική. Ολόκληρο προοπτικές. Εγώ, η ξεγραμμένη. Χρειάστηκε να ξεγραφτώ για να μπορέσω και να συμμορφωθώ και να αγαπήσω και να αγγίξω και να
ανταποδώσω και τα πάντα. Εγώ. Όχι πια ορφανή. Γεμάτη.’ Επαρκής. Μισοσίγουρη. Και «ωραία», όπως με ήθελα. Με μακριά μαλλιά. Να ερεθίζουν ώμους και πλάτη.
Με κοιτάζατε, ξένοι μου. Τότε έκλεισα την τσάντα αργά. Ούτε πεντοχίλιαρα ούτε τίποτα. Άρχισα να απαιτώ διάγνωση με το δάχτυλο στο στόμα. Ηλεκτρολύτες, λέτε δειλά. Χαμογελάω. Ναι, εγώ χημεία, εσείς ΔΕΗ. Σε λίγο θα με πείτε παρά φύσιν ένωση με απροσδιόριστες συνέπειες. Εκρήξεις; Ποιος ξέρει. Ηλεκτρολύτες θέλετε; Κομψή ασθένεια, θα σας χαλάσω εγώ χατίρι; Ηλεκτρολύτεςφέρτε, να το κάψουμε κι απόψε, μάγκες. Ή, μάλλον, όχι. Το σατέν της μαύρης ρόμπας μου’ δωσε καινούργια, πιο σατανική ιδέα. Είδα το μάτι του βλαχονοσοκόμου στο ανοιχτό ντεκολτέ. Αν ήμουν άρρωστη, θα με κοίταζε καυλωμένος; Άπλωσα την παλάμη ανοιχτή στο στήθος. Τοχάιδεψα αργά. Όπως μπαίνατε στο κελί μου οι φοβισμένοι. Σας έφυγε η ζωή. Πού βρίσκει το κουράγιο η τρελή να παίζει τις 9 1/2 εβδομάδες σε γερμανική αναπηρική τσόντα; Ύστερα, απότομα, με ένα συριστικό ήχο των χειλιών, έμπασα το χέρι στο σουτιέν. Απότομα. Τρομάρα στο βολβόσας. Σαν αστραπή γρήγορη. Το είδα. Εδώ είμαστε.
Την τράβηξα από μέσα αιφνιδιαστικά. Ούτε που προλάβατε να οπισθοχωρήσετε. Τη γελάδα. Εκείνη με τις μαύρες βούλες. Η υπόλοιπη, κρεμ σαν το δωμάτιο. Με τοάλλο χέρι έπιασα το δεξί της πόδι. Το καταβρόχθισα. Ύστερα την ουρά, την πλάτη, μια βούλα, τελευταία το σβέρκο και το κεφάλι. Εσείς, ακίνητοι. Με αποσβολωμένα μάτια. Κοκκαλωμένοι. Παρακολουθούσατε. Στη Χασιάτα γελάδια τα καταβροχθίζετε μια χαρά, εδώ φρικάρατε. Έβγαλα και την κοκκινόβουλη. Αυτηνής σάλιωσα πρώτα λίγο τον αυχένα για να την προετοιμάσω. Μούγκρισε λιγάκι. Σχεδόν ασυναίσθητα. Άραγε, πώς μπορούν να ξέρουν οι αγελάδες ότι πρόκειται να τις φας σε λίγο; Πιοπολύ έμοιασε με μουΥκρητό ηδονής παρά φόβου. Πρώτατην έκοψα στα δύο, ύστερα τη μάσησα αργά, ώσπου περίσσεψε μόνο η ουρά της από το στόμα μου. Μπουκωμένη, σας έγνεψα «κοπιάστε». Εγώ φιλόξενη, εσείς αρχίσατε να ξερνάτε. Τώρα, πούστηδες. Τώρα θα τα πληρώσετεόλα. Και ναυτίες και ξερατά και πόνους και αδιαθεσίες καιαργοπορίες και ψευτοαγάπη και δήθεν κατανόηση. Και ό,τι άλλο μου δώσατε. Εσείς που ερχόσαστε φρεσκοπλυμένοι και καλοντυμένοι μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσετε το χάλι μου, γιατί αυτός ο πούστη ς ο τύραννος σαςείχε ειδοποιήσει εγκαίρως: «Πηγαίνετε να τη βρείτε. Τηνετοίμασα. Την έχω εκπαιδεύσει επαρκώς. Τώρα είναι ηχαρά του αρρώστου: διαθέσιμη για κάθε θρασύδειλο μυαλό. Ταμάμ για τη διαστροφή σας να εξευτελίζετε και να υποτάσσετε. Και, κυρίως, σας την έχω τρομαγμένη. Με τεράστια αποθέματα φόβου και κεκτημένης ανοχής. Και ενοχής. Τέλειο θύμα».
Αλλά εγώ σας την έφερα. Γιατρεύτηκα κρυφά και ντύθηκα ίδια, όπως παλιά, υποταγμένη κι άρρωστη. Ντεμέκ. Κι εσείς πού να το φανταστείτε. Τσιμπήσατε. Κι ήρθατε να φάτε εκτεθειμένη σάρκα και ανεκτική, κοράκια.
Τι φοβάται το κοράκι πιο πολύ; Την ήρεμη γελάδα. Αυτήν που κρύβει μέσα της και την τρελή. Εγώ; Εγώ πλέονδεν φοβάμαι. «ο τρελαμένος γιατί να φοβηθεί την τρέλατου; Ούτε ο βρεγμένος τη βροχή ούτε ο υγιής την υγειά του».
Κοιτάζατε τα μυτερά μου δόντια να ξανανοίγουν αχόρταστα με κινήσεις απειλητικές. Για σας. Για όποιον θα μεαπειλήσει ξανά. Αποσβολωμένοι κοιτάζατε. Να ανοίξει ηγη να σας καταπιεί. Και δεν άνοιγε. Κι εγώ δώσ’ του πιοαρπαχτικό ν<1;.τρομάζω τα ως τώρα αρπαχτικά κοράκια τηςζωής μας. Είδα τον τρόμο στο μάτι σας. Πιο καλά δεν έχωπεράσει ούτε στο λούνα παρκ της Σόφιας ούτε στην Ντίσνεϊλαντ, εγώ η βλαμμένη. Για πρώτη φορά στη ζωή μουνιώθω τόσο καλά. Πως μπορώ τα πάντα. Ό,τι πεθύμησα.Από την αρχή. Έτοιμη. Χορτασμένη. Πλακατζού. Αγαπημένη. Φιλημένη. Ήσυχη. Δικιά μου. Επιτέλους. Καλή βδομάδα.
ΥΓ.: Κι ύστερα ξύπνησα. Ευτυχής και υγιής, με ωραίους εφιάλτες στο τσεπάκι και καραμελοαγελάδες στο κομοδίνο. Κι επειδή οιφροϊδιστές θα αργήσουν να ‘ ρθουν στην εξουσία και φέτος, σας ταείπα τα όνειρά μου, που βγαίνουν πάντα αλήθεια. Σήμερα. Αγίου Σώζοντος, ανήμερα, αυτοπροσώπως.










Ένας Άνθρωπος πεθαίνει μόνο όταν τον ξεχνάνε.
Αυτό να το πείτε στον ίδιο.
Η Μαλβίνα Κάραλη απόφευγε να πει για την περίοδο της ζωης της που έζησε στην Χαλκίδα…
στη χαλκιδα πήγε γυμνάσιο , στην εμπορική σχολή , και ήταν συμμαθητές με τον γνωστό σχεδιαστή Μιχάλη Ασλανη ….
Απόφευγε επίσης να πει για τον πρώτο της γάμο με τον Χαλκιδαίο επιχειρηματία Κάραλη από τον οποίο απέκτησε το ένα από τα τρία παιδιά της…
Επίσης κράτησε και το επώνυμο του πρώτου συζύγου της (Κάραλη)…
Αυτά για την ιστορία
Γνωρίζουμε το μικρό όνομα του Χαλκιδαίου αυτού επιχειρηματία Κάραλη; Γιατί απόφευγε να μιλάει για αυτην την περίοδο της ζωής της;
Ο Μίνως ο γιος της, είναι επίσης γιος αυτού του Κάραλη;
«κανείς να μη μάθει πώς ζήσαμε, κανείς να μην ξέρει από πού ερχόμαστε και προπαντός, κανείς να μη μάθει ποτέ, πώς πεθάναμε».
αυτο τα λεει ολλα
Ας μου πει κάποιος που μπορω να βρω το βιβλίο της , ψαχνω παντου κ δεν υπάρχει !! αν υπάρχει εστω κάποιος να το βγάλω φωτοτυπια !!
Καλησπέρα. Αν ενδιαφέρεστε ακόμη για το βιβλίο της Κάραλη, μπορείτε να μου στείλετε μήνυμα στο zookout@windowslive.com
Πραγματικά θα ήθελα να μάθω και εγώ… γιατί η Μαλβίνα απέφευγε να μιλήσει για τη ζωή της στην Χαλκίδα… η πρώτη σκέψη που θα μου περνούσε από το μυαλό θα ήταν ό,τι ήταν κάτι προσωπικό; Εννοώ, ο καθένας μιλάει για τη ζωή του και για τις προσωπικές του λεπτομέρειες, και μάλιστα ανοιχτά προς τον όποιο άγνωστο; Είναι κάτι που συνιθίζεται;… Εσείς το κάνετε;
Ξέρω λίγο άσχετο το θεματάκι σχετικά με το άρθρο Μαλβίνα Κάραλη αλλά θέλω να με βοηθήσετε σε κάτι Όποιος ξέρει το τραγούδι που ακούγεται στο τέλος της τηλεοπτικής σειράς Σαββατογεννημένες στο 1 και το 7 επεισόδιο ας με ενημερώσει
Στους τίτλους τέλους ενώ στα σχόλια των επεισοδίων ή έστω στο κουτί της περιγραφής οποίος θα ανεβάσει please