Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Χρήστος Κανελλόπουλος, «Η βασίλισσα με την ευαίσθητη καρδιά»

 

Στην Α. 

 

 

«Η ζωή είναι σκληρή σαν την βάρδια στο εργοστάσιο, ανέμπνευστη σαν θόρυβος πλυντηρίου και πεζή σαν το εν – δυό – τρι».

Μόλις έμαθε τα νέα η βασίλισσα με την ευαίσθητη καρδιά, αναστατώθηκε πάρα πολύ. Κλειδαμπάρωσε την ευαισθησία της στο αριστερό συρτάρι ενός μικρού γραφείου στην πιο απομακρυσμένη σοφίτα του παλατιού και πέταξε το κλειδί στο ποτάμι.

Από τότε ούτε στεναχωριόταν, ούτε χαιρόταν, ούτε έκλαιγε ποτέ για τα βάσανα της αγάπης. Μόνο εφάρμοζε ανέραστη κάθε μέρα το  πρόγραμμά της και πρόκοβε.

Σηκωνόταν στις 7 το πρωί, και έτρεχε ακατάπαυστα σαν ωτομοτρίς ως αργά το βράδυ: Τακτοποιούσε υποθέσεις, παραχωρούσε ακροάσεις, πραγματοποιούσε εθιμοτυπικές επισκέψεις, έχριζε ιππότες, διοργάνωνε βασιλικά γεύματα, και μοίραζε ζεστό ψωμί σε συσσίτια.

Ήταν όμορφη όπως η γάτα, έξυπνη όπως το δελφίνι και εργατική όπως η μέλισσα. Χόρευε υπέροχα, μιλούσε τέσσερις ξένες γλώσσες, κορόιδευε τους ερωτευμένους και γελούσε στωικά με τα πικρά αστεία που σκαρώνει στους ανθρώπους η μοίρα.

Όταν έφτασε η ώρα να παντρευτεί, οι επίδοξοι μνηστήρες σχημάτισαν ουρά χιλιομέτρων μπροστά στον θρόνο της, με τον πυρετό της επιθυμίας να τους καίει τα χείλη,

έτοιμοι για όλα,

πρόθυμοι να της χαρίσουν τον ουρανό με τ΄άστρα για ένα φιλί.

Στην αίθουσα της αναμονής συνωστίζονταν βασιλιάδες από ξένες χώρες, αστέρες του κινηματογράφου, επιτυχημένοι τραγουδιστές, πάμπλουτοι επιχειρηματίες, μποέμ καλλιτέχνες, καβαλάρηδες απάνω στ’ άτι και παιδιά του λαού. Εκείνη όμως κουνούσε πάντοτε αρνητικά το κεφάλι, κρατούσε τις αποστάσεις και έμενε ανένδοτη.

Άλλοι τράβαγαν τα μαλλιά τους μήπως τους λυπηθεί, άλλοι προσπαθούσαν να την αγοράσουν με πλούσια δώρα, άλλοι την απειλούσαν ότι θα την σκοτώσουν και άλλοι ότι θα σκοτωθούν.

Μάταιος κόπος.

«Τι με μέλει αν πονάτε»; τους έλεγε. «Εγώ δεν πονώ. Περάστε έξω. Από εκεί είναι η πόρτα… Ο επόμενος παρακαλώ».

Ήμουν ο επόμενος. Ο άνδρας που την αγάπησε και την πόθησε περισσότερο από κάθε άλλον, δεν είχα ωστόσο καλύτερη τύχη.

Έφυγα από το παλάτι με την ψυχή λαβωμένη και περιπλανήθηκα σαν το άδειο λεωφορείο στους δρόμους της πόλης.

Την πρώτη νύχτα ήπια μέχρι να γίνω στουπί, την δεύτερη έκλαψα σαν μωρό παιδί σε ένα παγκάκι και την τρίτη κατέβηκα στην ακροποταμιά για να σκεφτώ τις μελλοντικές μου κινήσεις.

Με έλουζε απόκοσμα στο ασήμι το φεγγαρόφωτο, έσπαγε το γλυκό κελάρυσμα του νερού ο μακρινός απόηχος των αεροπλάνων, ακουγόταν καθησυχαστικό γύρω – γύρω το τραγούδι των γρύλων, και φύτρωναν στα περιβόλια μικροί σταυροί.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μαρία Πολίτη, Δύο διηγήματα

 

Oι γυναίκες μου

Από μικρός λάτρευα τη νύχτα. Οι γονείς και οι φίλοι μου με φώναζαν νυχτοπούλι. Δεν είχαν άδικο. Όταν όλοι έπεφταν για ύπνο και ο έξω κόσμος ησύχαζε, εγώ έβγαινα βόλτα στο δάσος και αφουγκραζόμουν τους παράξενους θορύβους της νύχτας. Έπιανα κουβέντα με τις κουκουβάγιες, κυνηγούσα τις νυχτερίδες και ύστερα αποκαμωμένος ξάπλωνα δίπλα στο νυχτολούλουδο και παρατηρούσα τους αστερισμούς στον μαύρο ουρανό. Τότε το νυχτολούλουδο άνοιγε τα πέταλά του και ευωδίαζε ο τόπος. Αυτή η μυρωδιά με καθήλωνε στο ίδιο σημείο για ώρες. Ήθελα να μείνω εκεί για πάντα. Σα ναρκωτικό επενεργούσε μέσα μου και με μεταμόρφωνε. Όταν έγινα τριάντα χρονών και όλοι σχολίαζαν πόσο παράξενος ήμουν και ότι στεναχωρούσα τους γονείς μου, γιατί δεν θα παντρευόμουν ποτέ και δεν θα έβλεπαν ποτέ εγγόνια, εγώ πήγαινα κρυφά τα βράδια και κοιμόμουν δίπλα στο νυχτολούλουδο. Εκεί ένιωθα ασφαλής. Εκεί ζούσα χίλιες ζωές κι ας έλεγε ο κόσμος ότι ήμουν απόκοσμος κι αλλόκοτος. Αυτή η μυρωδιά του φυτού ασκούσε πάνω μου μια παράξενη γοητεία. Έφτανε ως το πιο μακρινό μου κύτταρο και απελευθέρωνε στο κορμί μου ουσίες, που μου χάριζαν την ευτυχία, που μου έκλεβαν οι άνθρωποι.

Ένα βράδυ εξουθενωμένος από τα «κυνηγητά» του πραγματικού και του φανταστικού μου κόσμου, αποκοιμήθηκα στη ρίζα του και ονειρεύτηκα ότι είχα βρει την ιδανική γυναίκα. Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη, ήταν, όμως, σχεδόν απόκοσμη. Φορούσε ένα φόρεμα αέρινο, τα μαύρα μαλλιά της έφταναν ως τους γοφούς της, τα μάτια της ήταν όμοια με τα πέταλα του νυχτολούλουδου και ήταν διαρκώς ξαπλωμένη σ’ ένα κρεβάτι και διάβαζε. Πρέπει να είχε ασθενική υγεία, γιατί δεν σηκώθηκε ποτέ από εκείνο το κρεβάτι. Εγώ κουλουριαζόμουν στα πόδια της και αυτή μου διάβαζε ιστορίες και ποιήματα για όντα, που ζούσαν σε σύμπαντα παράλληλα. Ένα από αυτά τα βράδια την έκανα δική μου. Το νυχτολούλουδο μοσχομύριζε και η ένωσή μας ήταν λες και διήρκησε αιώνες. Ύστερα από εκείνη τη νύχτα η ζωή μου άλλαξε. Η Μίραμπελ έγινε γυναίκα μου κι εκείνη η γωνιά του δάσους έγινε το σπίτι μας. Δυστυχώς η υγεία της χειροτέρευε μέρα με την ημέρα κι εγώ ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της νύχτας. Ένα βράδυ η Μίραμπελ ξεψύχησε δίπλα στο νυχτολούλουδο, αφού έφερε στη ζωή την κόρη μας. Τις πήρα και τις δυο αγκαλιά κλαίγοντας για ώρες. Η μικρή καθώς μεγάλωνε γινόταν ίδια η μητέρα της. Είχε κληρονομήσει όλα της τα χαρακτηριστικά, ακόμη και την εύθραυστη υγεία της. Την ονόμασα Άιρον ως κρίκο συνδετικό με τον έξω κόσμο προσδίδοντάς της τάχα μια κάποια δόση αθανασίας. Η μοίρα, όμως, την ήθελε δίπλα στη μητέρα της. Το νυχτολούλουδο πήρε την τελευταία της ανάσα μια βροχερή νύχτα και την έχασα μέσα από τα χέρια μου, όπως ακριβώς την μητέρα της. Τότε μίσησα το νυχτολούλουδο, το ξερίζωσα και το κάρφωσα στην κοιλιά της. Την σκέπασα μ’ ένα τούλι και φύτεψα γύρω της κάθε λογής λουλούδια. Αυτή η γωνιά που ήταν κάποτε το σπίτι μου έγινε το οικογενειακό μου νεκροταφείο. Μέσα στην καταχνιά του δάσους υπάρχει ένα μέρος πολύχρωμο, όπου κοιμούνται οι αγαπημένες μου. Σε λίγο θα πάω να τις συναντήσω. Φύτεψα ένα νέο νυχτολούλουδο. Το δηλητήριό του, μου είπαν, δεν κάνει διακρίσεις. Σκοτώνει όλα τα πλάσματα του κόσμου, αυτού που ζούμε κι αυτού, που ονειρευόμαστε.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Στέλλα Ρώτου, «Μετέωρο ταξίδι», εκδ. Γκοβόστη, 2020 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

Μία λογοτεχνικη (ιδιότυπη) σπουδη  πάνω στο αίσθημα του φόβου

 

Η δεύτερη συλλογη διηγημάτων της Στέλλας Ρωτου που τιτλοφορείται ‘’Μετέωρο ταξίδι’’ και κυκλοφόρησε το 2020 απο τις εκδόσεις Γκοβόστη, αποτελείται απο 34 μικρα, πολυ σφιχτοδεμένα, διηγήματα, με το μικρότερο να εκτίνεται σε μία σελίδα και το μεγαλύτερο σε τέσσερις!

Έχω διαπιστώσει πως τα περισσότερα απο αυτα τα διηγήματα (πιο σωστα μέρος απο το καθ’ ένα) μοιάζουν με σκηνες βγαλμένες απο ταινίες τρόμου όπως, λόγου χάρη, αυτες του Άλφρεντ Χίτσκοκ και ειδικα την περίφημη ταινία-του ‘’Τα πουλια’’ (1963), όπου τα λυσσασμένα κοράκια σκορπουν παντου τον πανικο και κυρίως στους ανθρώπους με τη μαζικη παρουσία-τους και την εκδικητικη συμπεριφορα-τους! Στο διήγημα «Ο φόβος της απώλειας» όμως, αντι για κοράκια, η Σ. Ρωτου αντιμάχεται με τις λαίμαργες ακρίδες! Γράφει:

 

«Σμήνος ακρίδων που ήδη έχουν καταστρέψει μια ολόκληρη σοδεια πραγματοποιουν συνεχεις ενοχλητικους ελιγμους πάνω απο το κεφάλι-μου κι εγω υποψιάζομαι ότι πρόκειται για μια πλεκτάνη που δεν έχει άλλο σκοπο παρα να με αποπροσανατολίσει και να με οδηγήσει στην καταστροφη. Για μια στιγμη μου παρνάει απο το μυαλο ότι πρόκειται για ψυχες που απεγκλωβισμένες απο τα σώματά-τους κινούνται ελεύθερες άσκοπα, χωρις να ξέρουν ποιος είναι ο προορισμος-τους».

σ. 17

 

Θέλω να τονίσω πως τα περισσότερα απο αυτα τα διηγήματα είναι θεμελιωμένα πάνω στο ψυχοφθόρο αίσθημα του φόβου, που βασανίζει  τους ανθρώπους και το οποίο μπορει να προέρχεται απο διάφορες αιτίες (σκοτάδι, σεισμο, θόρυβο, σκιες, παράξενο όνειρο, ασίγαστες ενοχες, εμφάνιση κάποιου κουκουλοφόρου, προμήνυμα θανάτου κ.α.) αλλα και να εκδηλώνεται με διαφορετικους τρόπους. Για την ακρίβεια, ο φόβος είναι ο κεντρικος άξονας γύρω απο τον οποίο ξεδιπλώνεται η  υπόθεση αρκετων διηγημάτων.

Με αυτα τα δεδομένα, θα έλεγα πως η Στ. Ρωτου με τη δεύτερη συλλογη-της, που είναι ποιοτικα σαφως ανώτερη απο την πρώτη, επεδίωξε και κατάφερε να μας δώσει με λογοτεχνικο τρόπο μία ολοκληρωμένη αλλα ιδιότυπη σπουδη πάνω στο θέμα του φόβου και τις καταστροφικες  συνέπειες που επιφέρει το αίσθημα αυτο στην ανθρώπινη κοινωνία, όπως η ίδια φυσικα αισθάνθηκε ή βίωσε, κατα καιρους, την βλαβερη  επενέργειά-του πάνω στο σώμα και την ψυχη-της, που τώρα βάλθηκε να το αποτυπώνει και στα διηγήματά-της. Γράφει στο διήγημα «Ο φόβος της απώλειας»:

 

«Πολλες φορες συνέλαβα τον εαυτο-μου να φοβάται ότι έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, ο απροσδιόριστος φόβος της απώλειας μπορει να γίνει η αιτία μιας άλλης απώλειας, πραγματικης και οπωσδήποτε μεγαλύτερης».

σ.σ. 21-22

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αθανασία Κακαράντζα, «Μαραθώνια»

Περπατάω, περπατάω, περπατάω. Οδό την ανώνυμη οδό, τετράγωνο το απόμερο τετράγωνο. Υπολογίζω την αξία του οικοπέδου, απ’το χαντάκι μαζεύω ξερά χόρτα για προσάναμα. Θαυμάζω τα μπάζα και τα μηχανήματα, τις αποθηκες με τις παλιατζούρες και τα μνήματα. Σε μια απειρη λιστα τα καταγράφω με σχολιασμό πολύτιμο για να παραδώσω στον επόμενο. Με μέτρο των ποδιων 7/8 κάνω ορατή την ύπαρξη μου σε κάθε ντόπιο περαστικό. Είναι πανέμορφη η επαρχία, αναπολώ το παιδικό παρελθόν, εμπιστεύομαι την χημική μαγεία. Ο ήλιος γυρίζει σαν ντισκόμπαλα ομοιόμορφα με χαστουκίζουν τα φωτόνια. Σκέφτομαι, απαλά δαχτυλοχτυπώ το μέτωπο, εκπέμπω τηλεγραφικά μηνύματα. Σκέφτομαι, βίωνω απαθώς έντονα την σκέψη αλλά δεν μπορεί ο ψυχισμός να αντέξει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Αγκαλιάζω τον ξύλινο στύλο του ηλεκτρισμού. Μοιάζει εύκολη η ευτυχία αλλα γιατί δυσκολεύστε; Έφτασα στο λιθόσπιτο, η τρυφερή κληρονομιά. Μυρίζω την δροσιά αρωματίζω τα χέρια με τα κούτσουρα, ζεσταίνω νερο για να πιώ φασκόμηλο. Κυλάνε τα γεγονότα ομαλά. Οραματίζομαι το μέλλον με αίσθημα γενικευμένου καθήκοντος και η θηλιά περιστρέφεται ακατάπαυστα σαν να πετάμε στο διάστημα. Έχω μισθό 850 καθαρά και λογαριασμό σε επενδυτική εφαρμογή, κάπου κάπου ξύνω και ένα σκρατς, έχω φιλοδοξιες, παρέξενιες ορατά φαντάσματα και μία βαθιά στεναχώρια, έχω οικογένεια και καρδιακά φιλικά πρόσωπα αλλά επιμένω να ξεχνάω τα σημαντικότερα.

Αδιαφορώ για το ποιός είσαι. Συγνώμη; Δεν με ενδιαφέρει άνθρωπε μου. Δεν νιώθω όσα λες, μην μονολογείς άλλο, ένας θεός ξέρει τι παλιάνθρωπος είσαι. Κάνε αυτό που πρέπει να κάνεις. Απλά είναι τα πράγματα. Τι πρέπει να κάνω και πως; Ούτε τα βασικά δεν ξερεις. Μείνε ακριβως εκει που εισαι, σκεπτόμενο άγαλμα. Εγκλωβισμένος στην βαθιά σου στεναχώρια, οι άνθρωποι δεν είναι για να σε ξυπνάνε απ΄τον λήθαργο. Μην παραπονιέσαι άλλο, φτάνει, δεν ξεθύμανες; Να σου πω ένα αστείο; Για γέλια είσαι, πράγματι!

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νάσια Διονυσίου, «Μη γράφετε Αρθούρος», εκδ. Πόλις, 2025 (γράφει ο Γιάννης Δρούγος)

Η Νάσια Διονυσίου ανήκει στο νέο κοχλάζον αίμα των συγγραφέων που μας απασχολούν ευχάριστα περιμένοντας (και παρακολουθώντας) κάθε επόμενη συγγραφική τους κίνηση και, αποδεδειγμένα, κάθε επόμενο βήμα τους είναι ωριμότερο του προηγούμενου, καινοτόμο, γεμάτο σφρίγος, αφοσίωση, εντιμότητα και πάθος ειλικρινές για την τέχνη της γραφής.

Γεννημένη στη Λευκωσία, με σπουδές Νομικής και Διεθνούς Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ήδη βραβευμένη για τις δύο προηγούμενες λογοτεχνικές της καταθέσεις, η Διονυσίου απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος / Νουβέλας Κύπρου για τη συλλογή διηγημάτων «Περιττή ομορφιά», (εκδόσεις Το Ροδακιό, 2017) και το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος / Νουβέλας Ελλάδας για την εξαίρετη νουβέλα «Τί είναι ένας κάμπος», (εκδόσεις Πόλις, 2021) που της χάρισε αναγνώριση και σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, μιας και επρόκειτο για ένα λογοτεχνικό δείγμα πανάξιο ανάγνωσης που συνδύαζε την τεκμηρίωση με τη λογοτεχνία, την Ιστορία, την ατομική και συλλογική μνήμη και την αέναη μάχη μεταξύ του Καλού και του Κακού. Στο «Τί είναι ένας κάμπος», η Διονυσίου μας μετέφερε στην Αμμόχωστο και στα βρετανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και στον ξεριζωμό που ακολούθησε.

Λίγο καιρό πριν, η ταλαντούχα Κύπρια δημιουργός επανήλθε ξανά από τις εκδόσεις Πόλις με το νέο της έργο, το μυθιστόρημα «Μη γράφετε Αρθούρος» όπου με λόγο στοχαστικό και άκρως ποιητικό υψώνει μια γέφυρα μεταξύ Ιστορίας και προσωπικής μνήμης και κατασκευάζει μια μαγευτική πολυφωνική αφήγηση που φέρνει κοντά την φλεγόμενη ποιητική φωνή και παρουσία του Αρθούρου Ρεμπώ με την Κύπρο της περιόδου της Αγγλοκρατίας. Με πάντρεμα μυθοπλασίας και πραγματικών γεγονότων, η Διονυσίου κεντά ψιλοβελονιά ένα εντυπωσιακό λογοτεχνικό υφαντό με κεντρικά μοτίβα την ταυτότητα, τη σιωπή, τη μνήμη και τις συνέπειες της (όποιας) αποικιοκρατίας σε έναν ολόκληρο λαό παραδίδοντας ένα μυθιστόρημα που προκαλεί θαυμασμό με τη γλώσσα και τη δομή του.

Διαβάστε περισσότερα