Στην Α. 

 

 

«Η ζωή είναι σκληρή σαν την βάρδια στο εργοστάσιο, ανέμπνευστη σαν θόρυβος πλυντηρίου και πεζή σαν το εν – δυό – τρι».

Μόλις έμαθε τα νέα η βασίλισσα με την ευαίσθητη καρδιά, αναστατώθηκε πάρα πολύ. Κλειδαμπάρωσε την ευαισθησία της στο αριστερό συρτάρι ενός μικρού γραφείου στην πιο απομακρυσμένη σοφίτα του παλατιού και πέταξε το κλειδί στο ποτάμι.

Από τότε ούτε στεναχωριόταν, ούτε χαιρόταν, ούτε έκλαιγε ποτέ για τα βάσανα της αγάπης. Μόνο εφάρμοζε ανέραστη κάθε μέρα το  πρόγραμμά της και πρόκοβε.

Σηκωνόταν στις 7 το πρωί, και έτρεχε ακατάπαυστα σαν ωτομοτρίς ως αργά το βράδυ: Τακτοποιούσε υποθέσεις, παραχωρούσε ακροάσεις, πραγματοποιούσε εθιμοτυπικές επισκέψεις, έχριζε ιππότες, διοργάνωνε βασιλικά γεύματα, και μοίραζε ζεστό ψωμί σε συσσίτια.

Ήταν όμορφη όπως η γάτα, έξυπνη όπως το δελφίνι και εργατική όπως η μέλισσα. Χόρευε υπέροχα, μιλούσε τέσσερις ξένες γλώσσες, κορόιδευε τους ερωτευμένους και γελούσε στωικά με τα πικρά αστεία που σκαρώνει στους ανθρώπους η μοίρα.

Όταν έφτασε η ώρα να παντρευτεί, οι επίδοξοι μνηστήρες σχημάτισαν ουρά χιλιομέτρων μπροστά στον θρόνο της, με τον πυρετό της επιθυμίας να τους καίει τα χείλη,

έτοιμοι για όλα,

πρόθυμοι να της χαρίσουν τον ουρανό με τ΄άστρα για ένα φιλί.

Στην αίθουσα της αναμονής συνωστίζονταν βασιλιάδες από ξένες χώρες, αστέρες του κινηματογράφου, επιτυχημένοι τραγουδιστές, πάμπλουτοι επιχειρηματίες, μποέμ καλλιτέχνες, καβαλάρηδες απάνω στ’ άτι και παιδιά του λαού. Εκείνη όμως κουνούσε πάντοτε αρνητικά το κεφάλι, κρατούσε τις αποστάσεις και έμενε ανένδοτη.

Άλλοι τράβαγαν τα μαλλιά τους μήπως τους λυπηθεί, άλλοι προσπαθούσαν να την αγοράσουν με πλούσια δώρα, άλλοι την απειλούσαν ότι θα την σκοτώσουν και άλλοι ότι θα σκοτωθούν.

Μάταιος κόπος.

«Τι με μέλει αν πονάτε»; τους έλεγε. «Εγώ δεν πονώ. Περάστε έξω. Από εκεί είναι η πόρτα… Ο επόμενος παρακαλώ».

Ήμουν ο επόμενος. Ο άνδρας που την αγάπησε και την πόθησε περισσότερο από κάθε άλλον, δεν είχα ωστόσο καλύτερη τύχη.

Έφυγα από το παλάτι με την ψυχή λαβωμένη και περιπλανήθηκα σαν το άδειο λεωφορείο στους δρόμους της πόλης.

Την πρώτη νύχτα ήπια μέχρι να γίνω στουπί, την δεύτερη έκλαψα σαν μωρό παιδί σε ένα παγκάκι και την τρίτη κατέβηκα στην ακροποταμιά για να σκεφτώ τις μελλοντικές μου κινήσεις.

Με έλουζε απόκοσμα στο ασήμι το φεγγαρόφωτο, έσπαγε το γλυκό κελάρυσμα του νερού ο μακρινός απόηχος των αεροπλάνων, ακουγόταν καθησυχαστικό γύρω – γύρω το τραγούδι των γρύλων, και φύτρωναν στα περιβόλια μικροί σταυροί.

Ξάφνου, εκεί που στεκόμουν συννεφιασμένος στην όχθη, στις σκέψεις μου βυθισμένος, ανήμπορος να ανατρέψω το οτιδήποτε, ξεπρόβαλε μπροστά μου μες απ’ τα βούρλα ένας θεόρατος βάτραχος, πράσινος σαν την φανέλα του Παναθηναϊκού, που μου μίλησε με ανθρώπινη φωνή και μου είπε:

«Μη με βλέπεις έτσι. Μια κακιά μάγισσα με καταράστηκε να γίνω βατράχι. Μπορείς να με σώσεις. Φίλησε με στο στόμα. Χρειάζομαι ένα  φιλί και θα μεταμορφωθώ αμέσως σε πρίγκιπα»

«Γιατί να το κάνω αυτό»; απάντησα ενοχλημένος. «Άσε με στα βάσανά μου. Τί έχω να κερδίσω; Δεν μου αρέσουν οι βάτραχοι»

«Σε ποιόν αρέσουν;» αντιγύρισε ο βάτραχος. «Αν όμως με φιλήσεις θα σου δώσω αυτό το κλειδί το περίτεχνο που το βρήκα πριν από χρόνια κάτω από μία κροκάλα. Έχε δε υπ΄όψιν σου ότι το και το».

Δυσκολευόμουν να πιστέψω σε ένα τόσο απίθανο ριζικό, αλλά αποφάσισα να ρισκάρω.

Ανταλλάξαμε ένα περιποιημένο γλωσσόφιλο, ακούστηκε ευδιάκριτο το ποφ όπως κάνει ο φελλός της σαμπάνιας, και στη θέση του βάτραχου εμφανίστηκε μεμιάς  ένας πρίγκιπας με ξανθά μαλλιά.

Ήταν άσχημος όμως πολύ γοητευτικός. Δώσαμε τα χέρια και χωρίσαμε.

Την επόμενη νύχτα πήρα ένα κλεφτοφάναρο, τρύπωσα στο παλάτι, ανέβηκα πατώντας στα νύχια των ποδιών μου ως την πιο απομακρυσμένη σοφίτα, βρήκα το μικρό γραφείο και ξεκλείδωσα το αριστερό συρτάρι

Αμέσως με τύφλωσε ένα δυνατό φως και αναγκάστηκα να κλείσω τα μάτια μου. Όταν τα ξανάνοιξα στεκόμουν μπροστά στη βασίλισσα κρατώντας ένα μπουκάλι κρασί.

Στο βάθος ήταν το κρεβάτι της. Ήταν κι ένας καθρέφτης. Δεν ξέρω αν ήταν ο μαγικός.

Αρχίσαμε να πίνουμε, εναλλάξ γουλιά γουλιά κι άσπρο πάτο,

κι όσο κατέβαινε το μπουκάλι, ξεδίπλωνε για μένα αβίαστα τα φύλλα της καρδιάς της γυμνά, ώσπου ένιωσα να ανθίζει στο βλέμμα της,

βαθιά μέσα,

η άνοιξη.

Και τότε θα την φιλούσα, σας τ΄ορκίζομαι, θα την φιλούσα πάρα πολύ ωραία,

αν δεν γύριζα την τελευταία στιγμή το κεφάλι μου

και δεν έβλεπα στον καθρέφτη

ότι στην πραγματικότητα

κοιτάζει κεραυνοβολημένη τον πρίγκιπα, τον γοητευτικό και τον άσχημο, που εμφανίζεται φάντης μπαστούνι στο κατώφλι της πόρτας και της χαμογελάει με μια ανθοδέσμη στα χέρια.

Και το κατάλαβα, το κατάλαβα, το κατάλαβα.

«Η ζωή είναι σκληρή σαν την βάρδια στο εργοστάσιο, ανέμπνευστη σαν θόρυβος πλυντηρίου και πεζή σαν το εν – δυό – τρι».