Η Νάσια Διονυσίου ανήκει στο νέο κοχλάζον αίμα των συγγραφέων που μας απασχολούν ευχάριστα περιμένοντας (και παρακολουθώντας) κάθε επόμενη συγγραφική τους κίνηση και, αποδεδειγμένα, κάθε επόμενο βήμα τους είναι ωριμότερο του προηγούμενου, καινοτόμο, γεμάτο σφρίγος, αφοσίωση, εντιμότητα και πάθος ειλικρινές για την τέχνη της γραφής.

Γεννημένη στη Λευκωσία, με σπουδές Νομικής και Διεθνούς Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ήδη βραβευμένη για τις δύο προηγούμενες λογοτεχνικές της καταθέσεις, η Διονυσίου απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος / Νουβέλας Κύπρου για τη συλλογή διηγημάτων «Περιττή ομορφιά», (εκδόσεις Το Ροδακιό, 2017) και το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος / Νουβέλας Ελλάδας για την εξαίρετη νουβέλα «Τί είναι ένας κάμπος», (εκδόσεις Πόλις, 2021) που της χάρισε αναγνώριση και σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, μιας και επρόκειτο για ένα λογοτεχνικό δείγμα πανάξιο ανάγνωσης που συνδύαζε την τεκμηρίωση με τη λογοτεχνία, την Ιστορία, την ατομική και συλλογική μνήμη και την αέναη μάχη μεταξύ του Καλού και του Κακού. Στο «Τί είναι ένας κάμπος», η Διονυσίου μας μετέφερε στην Αμμόχωστο και στα βρετανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και στον ξεριζωμό που ακολούθησε.

Λίγο καιρό πριν, η ταλαντούχα Κύπρια δημιουργός επανήλθε ξανά από τις εκδόσεις Πόλις με το νέο της έργο, το μυθιστόρημα «Μη γράφετε Αρθούρος» όπου με λόγο στοχαστικό και άκρως ποιητικό υψώνει μια γέφυρα μεταξύ Ιστορίας και προσωπικής μνήμης και κατασκευάζει μια μαγευτική πολυφωνική αφήγηση που φέρνει κοντά την φλεγόμενη ποιητική φωνή και παρουσία του Αρθούρου Ρεμπώ με την Κύπρο της περιόδου της Αγγλοκρατίας. Με πάντρεμα μυθοπλασίας και πραγματικών γεγονότων, η Διονυσίου κεντά ψιλοβελονιά ένα εντυπωσιακό λογοτεχνικό υφαντό με κεντρικά μοτίβα την ταυτότητα, τη σιωπή, τη μνήμη και τις συνέπειες της (όποιας) αποικιοκρατίας σε έναν ολόκληρο λαό παραδίδοντας ένα μυθιστόρημα που προκαλεί θαυμασμό με τη γλώσσα και τη δομή του.

Η συγγραφέας, με προσήλωση, μελέτη, κάνοντας βαθιά έρευνα για τα γεγονότα και την ατμόσφαιρα της περιόδου εκείνης και μεταπλάθοντας με ελευθερία και τόλμη αποσπάσματα από την ποίηση και τις επιστολές του Ρεμπώ τα οποία ενσωματώνει αριστοτεχνικά σε ολόκληρο το σώμα του κειμένου της, χτίζει επιτυχώς μια μακρινή και άγνωστη -στους περισσότερους από εμάς- ιστορική περίοδο της Μεγαλονήσου σκιτσάροντας παράλληλα ένα νέο πορτρέτο του κορυφαίου εκπροσώπου του συμβολισμού ο οποίος, τότε, το 1878, βρέθηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην Κύπρο έχοντας εγκαταλείψει την ποιητική του τέχνη για να εργαστεί ως επόπτης σε λατομείο στην περιοχή Ποταμός.

Σύντομο το πέρασμα του Ρεμπώ από τη ζωή και τον ωκεανό της ποίησης της παθιασμένης, της επαναστατικής, της ορμητικής και προκλητικής, της εμβληματικής και σπινθηροβόλας, που έμεινε ανεξίτηλη στο χρόνο και στους αιώνες, στο τώρα και στο πάντα, για να συνομιλεί με ψυχές στροβιλιζόμενες σε σκοτεινούς βυθούς αμφισβητώντας ό,τι λάμπει στην επιφάνεια. Ρηξικέλευθος, προβοκάτορας, αμφισβητίας, αντικοινωνικός, αντισυμβατικός, αιώνιο πνεύμα εφηβείας κι εξέγερσης, κολασμένος περιπλανώμενος από τόπο σε τόπο κι από χώρα σε χώρα, ο Ρεμπώ, με πολυτάραχο -έκλυτο για τα δεδομένα της εποχής του και των ηθών της- βίο (είναι γνωστή η θυελλώδης και καταραμένη ερωτική του σχέση με τον Βερλαίν), λιποτάκτης και κυνηγημένος από εχθρούς κι απ’ τον εαυτό του, καταζητούμενος από τον γαλλικό στρατό, βρισκόταν σε μια διαρκή μετακίνηση. Μέχρι τα 20 του είχε ήδη γράψει τα δυο του εμβληματικά έργα, «Εκλάμψεις» και το ανατριχιαστικό πολυφωνικό πεζοποίημα «Μια εποχή στην κόλαση». Κι ύστερα, χάνοντας την πίστη του στις λέξεις και στον άνθρωπο, εγκατέλειψε την ποίηση κάνοντας ριζική στροφή στη ζωή του, ταξιδεύοντας, εξερευνώντας κι αναζητώντας εργασία.

Αυτός ο μεταφραστής τ’ ουρανού, της γης, της θάλασσας και των άστρων, της κόλασης και της λάμψης της, αυτός ο δαιμονισμένος άγιος που ευλογούσε την κατάρα και το θαύμα του κόσμου, που τόλμησε κι έβγαλε γλώσσα στα ήθη και στον καθωσπρεπισμό του καιρού του, ένα πνεύμα σε μόνιμο υψηλό πυρετό, δεν σταμάτησε να μετακινείται και να αλλάζει αντικείμενο εργασίας. Από δάσκαλος, μισθοφόρος, λιμενεργάτης, έμπορος όπλων. Από τη Γερμανία στη Στοκχόλμη, στο Παρίσι, στο Λονδίνο ώσπου το 1878 προσελήφθη ως διερμηνέας σε μια κατασκευαστική εταιρεία με έδρα την Κύπρο κι εκεί τελικά στην περιοχή του όρους Τρόοδος έγινε επικεφαλής στο λατομείο. Πάντα επιμελής σε / με ό,τι κι αν καταπιανόταν επαγγελματικά, το ίδιο επιμελής και στον τόπο που καταφθάνει και, με την μυστηριώδη παρουσία του, την αινιγματική του προσωπικότητα και τα σφραγισμένα του χείλη, προκαλεί αναστάτωση στην καθημερινότητα των Άγγλων αριστοκρατών, των μηχανικών, των εργατών, και των χωρικών και των ζαπτιέδων και των ντόπιων.

Είναι ο Γάλλος που εκπέμπει μια επικίνδυνη γοητεία, ένας μποέμ, ένας ξένος που πασχίζει να παραμείνει ξένος, ο αυτός που είναι ένας άλλος, αποτραβηγμένος και σιωπηλός, ύποπτος, φυγάς κι οραματιστής, με μια φονική πέτρα στην καρδιά και στα χέρια του. Κι όπως ξαφνικά έκανε την εμφάνισή του στο Τρόοδος για να ανοίξει βουβό διάλογο με τα δάκρυα του όρους, έτσι ξαφνικά εξαφανίστηκε: σαν διάττοντας αστέρας (όπως και στην ένδοξη μικρής διάρκειας ποιητική πορεία του). Για να βρεθεί αργότερα στην Αφρική και να αναπτύξει σύντομη επιχειρηματική δραστηριότητα.

Η Νάσια Διονυσίου, αυτή η χαμηλών τόνων σπουδαία συγγραφέας ενώνει τον αφηγηματικό της ρυθμό με τον πυρετώδη, άρρυθμο ρυθμό της ποίησης του Ρεμπώ και με μια σπάνια δεινότητα και απόλυτο μέτρο, μας μεταφέρει πίσω στο χρόνο, στις αρχές της Αγγλοκρατίας , σε έναν άγνωστο κόσμο και σε μια άγνωστη Κύπρο σε μεταιχμιακό σκηνικό, με τις σχέσεις των χριστιανών και των μουσουλμάνων στο φόντο, με τη φύση τριγύρω να τραγουδά κοινωνικοπολιτικούς τριγμούς, χρώματα και σκιές, με τους Βρετανούς αποικιοκράτες να θεωρούν τον τόπο κτήμα τους, με μορφές ανθρώπινες πλασμένες από χώμα και νερό (άρα με μια μείξη ηθών και συμπεριφορών, ένωση διαφορετικών κόσμων οπότε και δημιουργία έκρυθμων καταστάσεων) να πλαισιώνουν τον ξένο Γάλλο επόπτη.

Κάθε κεφάλαιο και μια άλλη φωνή, μια άλλη οπτική. Κάθε κεφάλαιο ξεκινά με την κεντρική φιγούρα του νεαρού που έφερνε γράμματα και που αναζητά τον μυστηριώδη άγνωστο «Άμλετ». Κι όταν τον συναντά πλάι στον ποταμό, σε ονειρική ατμόσφαιρα, οι δυο τους – ο γήινος νεαρός ταχυδρόμος που αγαπά τη γη και αγνοεί την ποίηση και ο κολασμένος ποιητής που διαρρηγνύει αιώνια κι ολότελα τη σιωπή του κόσμου, που δεν ανήκει πουθενά, που επιδιώκει να σβήσει την ύπαρξή του και τα χνάρια της, που πάντα φεύγει απ’ αυτό που νιώθει / αιχμαλωτίζει και τον κυνηγά – μεταμορφώνονται σε δύο αντικριστούς ραγισμένους καθρέφτες που ψιθυρίζουν αλυσίδες αστεριών, την ορμή του ανέμου, ρίζες και μαύρες σημαίες και σκόνη κι ερείπια, καρδιά και συνείδηση κι εκδοχές, κι άλλη μια φυγή κι ένα μικρό πακέτο που ποτέ δεν βρήκε τον παραλήπτη του.

Αφηγηματικός καταρράκτης εικόνων, στοχασμών, Ιστορίας και ποίησης, μυθοπλαστική αστραφτερή βιογραφία και μελέτη, ένας πίνακας ζωγραφικής φτιαγμένος από λέξεις κι αλήθειες και συναίσθημα που αποτυπώνεται για πάντα στο νου.