Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Ο Γατόπαρδος» (Netflix-2025) (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)

 

Η αδυσώπητης δύναμης της προόδου

 

Αν δεν σου αρέσει κάτι στον κόσμο, άλλαξέ το. Αν δεν μπορείς να το αλλάξεις, άλλαξε τον τρόπο που το αντιμετωπίζεις. Αλλά για όνομα του θεού σταμάτα να κλαψουρίζεις.

Η φιλόδοξη νέα σειρά του Netflix, «Ο Γατόπαρδος», είναι ένα ιστορικό δράμα που ζωντανεύει το θρυλικό μυθιστόρημα του Τζουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα. Όπως και η βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα ταινία (1963) του Λουτσίνο Βισκόντι, αυτή η διασκευή αποτυπώνει το μεγαλείο, την πολιτική ίντριγκα και την υπαρξιακή μελαγχολία μιας αριστοκρατίας σε παρακμή. Η ιστορία διαδραματίζεται τον Μάιο του 1860 και εξιστορεί την κομβική στιγμή στην ιστορία της Σικελίας, όταν οι δυνάμεις του Τζουζέπε Γκαριμπάλντι αποβιβάστηκαν στο νησί, επιταχύνοντας την ενοποίησή του με την Ιταλία και σηματοδοτώντας το λυκόφως της μοναρχίας των Βουρβόνων. Στον πυρήνα του, «Ο Γατόπαρδος», είναι μια ιστορία για την αλλαγή, τόσο την πολιτική όσο και την προσωπική, που αφηγείται μέσα από τον φακό ενός από τους πιο ισχυρούς ευγενείς της Σικελίας, του Ντον Φαμπρίτσιο, πρίγκιπα Ντι Σαλίνα (Κιμ Ρόσι Στιούαρτ).

Ο πρωταγωνιστής, ο πρίγκιπας Ντι Σαλίνα, ενσαρκώνει τις αντιφάσεις της παλιάς τάξης πραγμάτων: είναι ένας άνθρωπος με τεράστια δύναμη και επιρροή, αλλά αναγνωρίζει το αναπόφευκτο της αριστοκρατικής παρακμής. Είναι διανοούμενος και πραγματιστής, βαθιά συντονισμένος με το μεταβαλλόμενο πολιτικό τοπίο, αλλά δεσμευμένος από μια ζωή προνομίων και παραδόσεων. Μέσα από τα μάτια του, παρακολουθούμε τη διάβρωση ενός κάποτε ακλόνητου φεουδαρχικού συστήματος, καθώς η ανερχόμενη αστική τάξη, ενθαρρυμένη από τον επαναστατικό ζήλο του κινήματος του Γκαριμπάλντι, προσπαθεί να διεκδικήσει τη θέση της στην κοινωνία. Ο ανιψιός του Φαμπρίτσιο, ο Τανκρετι, αντιπροσωπεύει αυτή τη νέα γενιά, καιροσκόπος και πρόθυμος να αγκαλιάσει την αλλαγή, διακηρύσσοντας περίφημα: «Για να παραμείνουν τα πράγματα ίδια, όλα πρέπει να αλλάξουν». Η απόφασή του να ευθυγραμμιστεί με τις νικηφόρες δυνάμεις και να παντρευτεί εκτός της αριστοκρατίας σηματοδοτεί μια υπολογισμένη προσαρμογή και όχι μια πράξη εξέγερσης.

Στο επίκεντρο του «Ο Γατόπαρδος» βρίσκεται η δύσκολη συμμαχία μεταξύ του Τανκρετι και της η Αντζέλικα (Ντέβα Κασέλ), της όμορφης αλλά κοινωνικά κατώτερης κόρης ενός πλούσιου επιχειρηματία. Υποδυόμενη την Αντζέλικα η εντυπωσιακή Κασέλ, η οποία είναι μια γοητευτική και φιλόδοξη νεαρή γυναίκα, προτάσσει και τον νεοαποκτηθέντα πλούτο της ο οποίος της επιτρέπει να διεισδύσει στα ίδια τα σαλόνια που κάποτε απέρριπταν την οικογένειά της. Το ειδύλλιό της με τον Τανκρέντι είναι ταυτόχρονα μια ιστορία αγάπης και μια μεταφορά για την κοινωνική αλλαγή που κατακλύζει τη Σικελία. Ο γάμος τους είναι μια στρατηγική κίνηση, που εξασφαλίζει το μέλλον του Τανκρέτι σε μια νέα τάξη πραγμάτων όπου το χρήμα μιλάει πιο δυνατά από την ευγενή καταγωγή. Εν τω μεταξύ, η αριστοκρατία, με παράδειγμα τον Δον Φαμπρίτσιο, παλεύει με την οδυνηρή συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος της καταρρέει, όχι μέσω βίαιης ανατροπής αλλά μέσω αφομοίωσης και σιωπηλής παράδοσης.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Sherwood Anderson, «Οι ιστορίες έχουν κρύα χέρια», εκδ. Ηριδανός, 2025 (γράφει ο Γιάννης Δρούγος)

Ο Σέργουντ Άντερσον (1876 – 1941) υπήρξε από τους κορυφαίους εκπροσώπους των αμερικανικών γραμμάτων των αρχών του 20ου αιώνα κι από τους πιο επιδραστικούς καθώς έδειξε τον δρόμο της έκφρασης και της μαγείας / θεραπείας της λογοτεχνίας επηρεάζοντας κατοπινά ιερά τέρατα της γραφής από τους Ουίλλιαμ Φόκνερ, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Φ. Σ. Φιτζέραλντ ως τον Ρέιμοντ Κάρβερ.

Ακούραστος και βασανισμένος εργάτης του λόγου και της γλώσσας, αντισυμβατικός με την επιτυχία και τη λάμψη της, αφού εκείνο που επιδίωκε ήταν όχι να δημιουργήσει λογοτεχνικές σαπουνόφουσκες αλλά να αναπτύξει και να βελτιώσει -μέσω της γραφής- την ικανότητά του να νιώθει, να διαβάζει, να ερμηνεύει τα σκοτάδια, τις ρωγμές και το λιγοστό φως που τρυπώνει από τις χαραμάδες του κόσμου, να μπορεί να ακούει και να οσφραίνεται τ’ αρώματα της γης, την μεταλλική γεύση της ματαιότητας και της πίκρας, τον ψίθυρο της βροχής, την ευλογία και την κατάρα των επιθυμιών και των δρόμων τους.

Δημοσιογράφος, ποιητής, έξοχος διηγηματογράφος και συγγραφέας, καθιερώθηκε με το «Ουάινσμπεργκ, Οχάιο» , μια συλλογή διηγημάτων που συνδέονται μεταξύ τους σχηματίζοντας ένα περίφημο σπονδυλωτό μυθιστόρημα στο οποίο αποτυπώνεται με ακρίβεια η αμερικανική επαρχία στην περίοδο της προ-βιομηχανοποίησης, (στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 1991 από τις εκδόσεις Μέδουσα) και το οποίο εκδόθηκε το 1919 λαμβάνοντας αρνητικές κριτικές. Στην πορεία βρήκε, ως ένα βαθμό, τη θέση που του αξίζει καθώς άρχισε να διαβάζεται και από νεότερες γενιές και διδάσκεται σε σεμινάρια αμερικανικής πεζογραφίας. Στη γλώσσα μας επίσης ,το μακρινό 1984, οι εκδόσεις Οδυσσέας εξέδωσαν το «Μαύρο γέλιο». Πολλά χρόνια αργότερα, το 2019, οι εκδόσεις Έρμα επανέφεραν αυτόν τον σπουδαίο μα τόσο αδικημένο συγγραφέα, με τη θεσπέσια συλλογή διηγημάτων «Θάνατος στο δάσος».

Κι έπρεπε να περάσουν άλλα έξι χρόνια για να επανέλθει στο προσκήνιο ο Άντερσον, αυτή τη φορά μέσω των εκδόσεων Ηριδανός -σε φροντισμένη μετάφραση από τον ποιητή και δοκιμιογράφο Γιάννη Λειβαδά- με μια συλλογή επτά εξαιρετικών διηγημάτων υπό τον τίτλο «Οι ιστορίες έχουν κρύα χέρια». Ένας μικρός, καλαίσθητος τόμος που, εκτός των επτά ιστοριών, εμπλουτίζεται με ένα σκίτσο και φωτογραφικά πορτρέτα του συγγραφέα. Η υψηλή πρόζα συνδιαλέγεται με την ποίηση, ο σκληρός ρεαλισμός και η -σε σημεία- ωμή γλώσσα συνυπάρχουν με τον φιλοσοφικό στοχασμό, την αλληγορία και οι εκλεπτυσμένες, κοφτερές, τραγικές και κωμικοτραγικές ιστορίες βρίθουν ενσυναίσθησης, διάχυτης μελαγχολίας, μεστότητας, περιέχουν μια τρυφερή καλοσύνη ακόμα κι όταν σ’ αυτές περιγράφονται ο πόνος, η απελπισία, η ανάγκη φυγής, η μικρότητα, η απογοήτευση, το πέρασμα του χρόνου, η ασημαντότητα και το (αμερικανικό) όνειρο που ενώ ο ουρανός ξημερώνει εκείνο εξατμίζεται.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

John Steinbeck, «Σε αμφίβολη μάχη», εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1989

 

Νομπελίστας στα εξήντα του, ο Τζων Στάινμπεκ γεννήθηκε το 1902 στο Σαλίνας της Καλιφόρνιας, κοντά στην εύφορη κοιλάδα του Σαλίνας – που είναι και το φόντο πολλών απ` τα βιβλία του. Έτσι κι εδώ, στους πλούσιους μηλεώνες της Καλιφόρνιας, εννιακόσιοι εργάτες που μαζεύουν μήλα ξεσηκώνονται `σε αμφίβολη μάχη` ενάντια στους χτηματίες. Το σύνολο αυτών των ανθρώπων αποχτά τη δική του δύναμη – κατά πολύ ισχυρότερη από τα άτομα που το αποτελούν και πολύ πιο απειλητική. Καθοδηγημένη από ένα νεαρό επαναστάτη, η απεργία στηρίζεται πάνω στον τραγικό του ιδεαλισμό – στην `άκαμπτη φρόνηση, στο σθεναρό κουράγιο`.
Το βιβλίο αυτό δεν είναι παρά μια άλλη εκδοχή του αιώνιου αγώνα του ανθρώπου ενάντια στην αδικία. Μια θαυμάσια εξερεύνηση της δύναμης του συνόλου – για το καλό και το κακό. Μια στέρεα δομημένη ιστορία που μπορεί να σαρώσει πολλές προκαταλήψεις.

[Απόσπασμα από το κείμενο παρουσίασης ]

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Ο Κρυστάλλης σε 350 λέξεις» (γράφει ο Χρήστος Κανελλόπουλος)

Φορώντας το βαρύ το κανελί το πανωφόρι με τον βελουδένιο γιακά

έφτασε στην Αθήνα με τον καινούριο χρόνο,

είχε ελπίδες, μα τα φερε η ζωή ανάποδα, ψυχρά, κακά

και λίγα χρόνια έζησε μόνο.

 

Πίστευε πως είναι πλασμένος για ποιητής

μα δούλευε εργάτης στο τυπογραφείο

Ήταν φτωχός και στην αρρώστια δεν του στάθηκε κανείς

μα κέρδισε τρεις μήνες πριν πεθάνει το λαχείο.

Πώς θα μπορούσε κάποιος να συνοψίσει την ιστορία της ζωής του Κωνσταντίνου Κρυστάλλη μέσα σε 350 λέξεις;

Την συνόψισε ο ίδιος σε 40 στίχους.  Σε 41 για την ακρίβεια.

Κρατάω έναν που επαναλαμβάνεται τρεις φορές:

… Ανάθεμά σε ξενιτιά με τα φαρμάκια πο’ χεις …

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937), «Η Πασχαλιά της λευτεριάς»

[Πασχαλινές λιχουδιές στην Πάρο 1965, Μουσείο Μπενάκη]

Ετελείωνε η εκκλησιά. Ο παπάς στεκότανε μπροστά στην Ωραία Πύλη κι αντί Δι΄ευχών και των αγίων πατέρων ημών …… έλεγε Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω….

Όλο το χωριό σταυροκοπιόταν , και διπλή χαρά ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό του. Τέτοια χαρούμενη Λαμπρή δε θυμόνταν κανείς να έχει ιδεί εκεί- πέρα.Τελειώνοντας ο παπάς το τελευταίο του Χριστός ανέστη είπε:

-Χριστός ανέστη , χωριανοί! Και του χρόνου να είμεστε καλά. Κι ο Μεγαλοδύναμος να μας φέρει καλά τ΄αδέρφια μας που πολεμούνε στο γεφύρι της Πλάκας, στο Λούρο , στην Πρέβεζα και στα Πέντε Πηγάδια….

Την τελευταία του φράση την επρόφερε με δάκρυα ,κι όλο το χωριό , άντρες και γυναίκες , έκλαψαν μέσα στην εκκλησία, αλλά έκλαψαν από χαρά κι από αναγαλλιασμό , και φιλιόνταν γκαρδιακά ο ένας με τον άλλον για την Ανάσταση του Χριστού και για την ανάσταση , που νόμιζαν , της σκλαβωμένης Πατρίδας.

Ο παπάς ξαναμπήκε στο Ιερό για να αποτελειώσει τη λειτουργία, και το χωριό άρχισε να βγαίνει από την εκκλησιά φαμίλιες -φαμίλιες .Πρώτα έβγαιναν οι μεγαλύτερες οι φαμίλιες κι ύστερα οι μικρότερες ,κι από τις φαμίλιες πάλι πρώτοι έβγαιναν οι γέροντοι με τις γριές , και παραπίσω οι νιοι και οι νιες και τα παιδιά.

Πρώτος -πρώτος βγήκε ο προεστός του χωριού , ο γερο-Λιόλιος , γέρος μ΄εβδομηνταπέντε χρόνια και πλιότερο στη ράχη του και με κάτασπρα μαλλιά και με κάτασπρα μακριά μουστάκια , κρατώντας με το ζερβί του χέρι την άσπρη του λαμπάδα κι ακουμπώντας με το άλλο σε μιά ροζιάρικη και χοντρή πατερίτσα.

Αποπίσω ερχόνταν δύο παιδιά του , απάνω από σαράντα ή σαρανταπέντε χρόνων το καθένα , δυό παντρεμένα αγγόνια, εφτά νυφάδες από παιδιά και δυό αγγονονύφες , και καμιά εικοσαριά αγγόνια από είκοσι χρόνων και κάτω.Απ΄ τα επίλοιπα πέντε παιδιά του γερο-προεστού , που δεν ήτανε στην εκκλησιά , δυό ήταν πεθαμένα και τρία ξενιτεμένα , κι από τα τρία πάλι το ένα ήταν εθελοντής στον ελληνικό στρατό.

Διαβάστε περισσότερα