Κατηγορία
Όπως εξομολογείται ο ίδιος στην αυτοβιογραφική του αφήγηση: «Eίχα κουραστεί αφάνταστα να γράψω τη Θητεία. Δεν ήταν εύκολο. Το κουραστικό βέβαια δεν ήταν να γράψω τις ομοιοκαταληξίες, αυτό ήταν εύκολο, δεδομένο. Έπρεπε να προσαρμόσω ιδέες, αναμνήσεις, καταγγελίες, οράματα, αγανάκτηση και ελπίδες στις ομοιοκαταληξίες. Αυτό ήταν ο κόμπος…Το μόνο που θυμάμαι από τα «Μαλαματένια λόγια» είναι ότι γράφτηκαν με πάρα πολύ άγχος. Κυριακές, από τη μαύρη νύχτα μέχρι το βράδυ. Σάββατα απόγευμα, υπέφερα κυριολεκτικά με αυτό
το τραγούδι».
Έτσι γεννήθηκαν τα «Μαλαματένια λόγια»! Ένα τραγούδι-ποταμός που σφραγίζει το έργο του, ορίζει τελεσίδικα την τοποθέτησή του απέναντι στην Ιστορία και αποτυπώνει βαθιά την ποιότητα και τον χαρακτήρα κάποιων «καιρών». Μαζί με «Τα λόγια και τα χρόνια», ένα είδος ιστορικού «ντοκυμαντέρ» όπου ο σκηνοθέτης επιχειρεί να φωτίσει την Ιστορία και το κοινωνικό γίγνεσθαι από διαφορετική οπτική γωνία από την επίσημη εκδοχή, αλλά και μ’ ένα ιδιαίτερα εμπνευσμένο μοντάζ που υποτάσσεται στην ανάγκη αφενός να επικοινωνήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο με όσο δυνατόν ευρύτερο ακροατήριο, ξεφεύγοντας όμως ταυτόχρονα από τα ασφυκτικά γρανάζια της λογοκρισίας.
Κριτικάροντας αυστηρά ο ποιητής ολόκληρη την ιστορική πραγματικότητα («τοξότες, φάλαγγες και λεγεώνες με πήραν και με βάλαν σε κλουβί», «κι άλλο απ’ το μαύρο χόρτο δε γνωρίζω») , δεν σημαίνει πως πιστεύει στην ουτοπία, ούτε ότι αγνοεί τους νόμους του κοινωνικού γίγνεσθαι και τους όρους της εξέλιξής του. Τουναντίον μάλιστα, αφού, με τον αλληγορικό του λόγο στην τελευταία στροφή του ποιήματος, εδράζει την αναγκαιότητα των «καιρών» στην αέναη πάλη των αντιθέτων (πάλη των τάξεων) και συναρτά ως φυσικό επακόλουθο την κατασπατάληση των δημοσίων αγαθών μέσω της ιδιωτικοποίησής τους.
Τα δίχτυα που είχα ρίξει στο σκοτάδι
τα φέραν καταπάνω μου οι καιροί.
Κι είδα τις έξι βρύσες μου σημάδι
ληστές να τις φυλούν και θυρωροί.
Χρυσά κυπαρισσόμηλα στον άδη
και που κανείς ποτέ δεν ιστορεί.
[Μαλαματένια λόγια, Μάνος Ελευθερίου]
«Η απόρριψη», μια συλλογή 13 μικρο-διηγημάτων, αποτελεί την επιτομή του όρου «καφκικό». Κείμενα απολύτως αντιπροσωπευτικά της πένας του Κάφκα, προβάλλουν εικόνες και συναισθήματα, πράξεις και σκέψεις που κυοφορούν επίμονα μία ανοικτή και άτακτη σειρά ερωτημάτων, χωρίς απαραίτητα να ζητούν από τον αναγνώστη να δώσει απαντήσεις. Απλά να στοχαστεί πάνω στις ζωές των χαρακτήρων – και κατά συνέπεια, να στοχαστεί πάνω στην ίδια τη ζωή.
Στην ‘Απόρριψη’συναντά κανείς ποικίλα θέματα όπως την ανασφάλεια, την απελπισία, την παραίτηση, το παράλογο, την αδράνεια, την τάση για φυγή (βλ. χαρακτηριστικά τα ακόλουθα μικρο-διηγήματα: Ένα παλιό φύλλο, Επιστροφή στο σπίτι, Μικρό παραμύθι, Η αναχώρηση, Ο γύπας). Όλα σήματα κατατεθέν του ύφους του και του στιλ του συγγραφέα. Στα μικρο-διηγήματα αυτά, ο Κάφκα δεν αναφέρεται απλώς στις παραπάνω ποιότητες, αλλά διαπλέκεται μαζί τους, προσπαθεί να ενωθεί με τις ζωές των υποκειμένων και το κλίμα των περιβαλλόντων που πλάθει και αναπαριστά και να καταγράψει τον κόσμο ποικιλοτρόπως.
Διαβάστε περισσότερα
1
Τα κατάφεραν κάποτε και συναντήθηκαν πάλι, κι ας πέρασαν διακόσια τόσα χρόνια, κι ας μην ήταν αθάνατοι. Απλά ο χρόνος κυλούσε αλλιώς γι’ αυτούς. Είχαν αφήσει τον Νεύτωνα να σχεδιάζει ασκήσεις για σχολιαρόπαιδα στη γη, και μετά απ’ το φεγγάρι βρέθηκαν στον Άρη. Εκεί οργάνωσαν ένα πάρτι, όπως παλιά, για να θυμηθούνε κάτι αξέχαστες μέρες, τότε που η γη ήταν ακόμη γήινη. Ξεκίνησε να μιλά ο Ιεραπόστολος, αφού πρώτα ρεύτηκε δυνατά.
-Σας το ΄χα πει, και μην πείτε όχι! Μια πυρηνική καταστροφή θα σώσει την ανθρωπότητα. Όλα τα υπόλοιπα είναι εξαντλημένα. Χικ.
Ο Μασκολιώμας σηκώθηκε τότε και κουνώντας εμφατικά τον δείκτη του αριστερού του χεριού τραύλισε αμήχανα.
-Δεν…ίσως…θα…αλλά, τέλος πάντων, τα προβλήματα είναι ανθρώπινα, όπως και οι λύσεις…ή θα επιλύσουμε τα προβλήματα, ή θα προβληματίσουμε τις λύσεις, χα-χα, τώρα…Τώρα είμαστε εδώ, εσείς κι εγώ, εγώ κι εσείς, μόνοι μες στο παγωμένο σκοτάδι. Όνειρο, δεν συμφωνείτε; Ας πιούμε λοιπόν ό,τι βρούμε…
Πάνω στην ώρα κατέφθασαν οι Γαλαξιακοί Τραμπούκοι, καμιά δεκαριά γοριλόσχημοι, γεμάτοι τατουάζ και γιαπωνέζικα στιλέτα. Εύθυμη παρέα, λιώμα όλοι τους, όπως αρμόζει σε τέτοιες περιστάσεις. Ο Αρχηγούλης τους έκανε πρόποση.
-Η παγκόσμια τάξη πραγμάτων…ναι, αυτή…χέσε μέσα…καριόλα, χικ, δεν μου κάθεται, αλλά σε ποιον κάθεται; Στην υγειά της, λοιπόν, στην υγειά των ακάθιστων!
Ο Ιεραπόστολος φάνηκε να ενοχλείται.
-Ας σεβαστούμε ό,τι μας υπερβαίνει. Υπάρχει η ιερότητα πάνω και πέρα/από κάθε αρχηγό και πατέρα. Αρκετά με την ισοπέδωση των πάντων…είδατε τι έγινε…ας μείνουμε προσηλωμένοι στον στόχο μας…
Ο Αρχηγούλης τότε έξυσε τη μύτη του, έβαλε ένα πούρο στο στόμα και χειροκρότησε εγκάρδια. Έτσι έληξε το ζήτημα, όπως λήγουν πάντα όλα τα ζητήματα, δηλαδή εγκάρδια.
Διαβάστε περισσότερα
Και τί είναι τελικά αυτό που κάνει ένα έργο σαν την «Τελειότητα» -πέρα από την υποψηφιότητά του για το Διεθνές Βραβείο Booker 2025, που έτσι κι αλλιώς τραβάει την προσοχή- με δύο μόνο πρωταγωνιστές, δίχως αφηγηματική ένταση και ανατροπές, δίχως διαλόγους, να έχει προκαλέσει τόσο ενδιαφέρον;
Προφανώς η αφηγηματική δεινότητα του 40χρονου Ιταλού Βιτσέντζο Λατρόνικο, η οξυδέρκεια και η ακρίβειά του, η επιτυχία του να αναπαραστήσει με απόλυτη λεπτομέρεια τις ρωγμές της γενιάς των millennials οι οποίοι ζώντας σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από φρενήρεις ρυθμούς βιώνουν ασθματικά κι αμήχανα τις γρήγορες εξελίξεις, τις εναλλαγές τάσεων, τις κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές αλλαγές, έναν κόσμο σε άνοδο, πτώση και ολική κατάρρευση, την κεφαλαιοποίηση των πάντων, μα κυρίως του ανθρώπου και των ονείρων του.
Ο συγγραφέας – μεταφραστής – κριτικός τέχνης Βιτσέντζο Λατρόνικο, σε αυτό το τέταρτο κατά σειρά βιβλίο της συγγραφικής του διαδρομής, (και το πρώτο του που μεταφράζεται στα ελληνικά) με καυστικό, στοχαστικό και αποστασιοποιημένο ύφος, κατασκεύασε ένα μυθιστόρημα κοινωνικού σχολιασμού – καθρέφτη μιας γενιάς παγιδευμένης στην εικόνα της, στην αυτοπροβολή της, στους δείκτες αρεσκείας, στον άκρατο καταναλωτισμό, αποξενωμένης ουσιαστικά απ’ τον εαυτό της προμοτάρωντας τον εαυτό της, εγκλωβισμένης στα υλικά αγαθά, στο αέναο κυνήγι μιας όποιας επιτυχίας, σε ένα κενό πλασμένο από χρυσόσκονη, σε μια αλληλουχία πόθων και στόχων για ομογενοποίηση, στο άγγιγμα της τελειότητας.
Διαβάστε περισσότερα