Μία λογοτεχνικη (ιδιότυπη) σπουδη  πάνω στο αίσθημα του φόβου

 

Η δεύτερη συλλογη διηγημάτων της Στέλλας Ρωτου που τιτλοφορείται ‘’Μετέωρο ταξίδι’’ και κυκλοφόρησε το 2020 απο τις εκδόσεις Γκοβόστη, αποτελείται απο 34 μικρα, πολυ σφιχτοδεμένα, διηγήματα, με το μικρότερο να εκτίνεται σε μία σελίδα και το μεγαλύτερο σε τέσσερις!

Έχω διαπιστώσει πως τα περισσότερα απο αυτα τα διηγήματα (πιο σωστα μέρος απο το καθ’ ένα) μοιάζουν με σκηνες βγαλμένες απο ταινίες τρόμου όπως, λόγου χάρη, αυτες του Άλφρεντ Χίτσκοκ και ειδικα την περίφημη ταινία-του ‘’Τα πουλια’’ (1963), όπου τα λυσσασμένα κοράκια σκορπουν παντου τον πανικο και κυρίως στους ανθρώπους με τη μαζικη παρουσία-τους και την εκδικητικη συμπεριφορα-τους! Στο διήγημα «Ο φόβος της απώλειας» όμως, αντι για κοράκια, η Σ. Ρωτου αντιμάχεται με τις λαίμαργες ακρίδες! Γράφει:

 

«Σμήνος ακρίδων που ήδη έχουν καταστρέψει μια ολόκληρη σοδεια πραγματοποιουν συνεχεις ενοχλητικους ελιγμους πάνω απο το κεφάλι-μου κι εγω υποψιάζομαι ότι πρόκειται για μια πλεκτάνη που δεν έχει άλλο σκοπο παρα να με αποπροσανατολίσει και να με οδηγήσει στην καταστροφη. Για μια στιγμη μου παρνάει απο το μυαλο ότι πρόκειται για ψυχες που απεγκλωβισμένες απο τα σώματά-τους κινούνται ελεύθερες άσκοπα, χωρις να ξέρουν ποιος είναι ο προορισμος-τους».

σ. 17

 

Θέλω να τονίσω πως τα περισσότερα απο αυτα τα διηγήματα είναι θεμελιωμένα πάνω στο ψυχοφθόρο αίσθημα του φόβου, που βασανίζει  τους ανθρώπους και το οποίο μπορει να προέρχεται απο διάφορες αιτίες (σκοτάδι, σεισμο, θόρυβο, σκιες, παράξενο όνειρο, ασίγαστες ενοχες, εμφάνιση κάποιου κουκουλοφόρου, προμήνυμα θανάτου κ.α.) αλλα και να εκδηλώνεται με διαφορετικους τρόπους. Για την ακρίβεια, ο φόβος είναι ο κεντρικος άξονας γύρω απο τον οποίο ξεδιπλώνεται η  υπόθεση αρκετων διηγημάτων.

Με αυτα τα δεδομένα, θα έλεγα πως η Στ. Ρωτου με τη δεύτερη συλλογη-της, που είναι ποιοτικα σαφως ανώτερη απο την πρώτη, επεδίωξε και κατάφερε να μας δώσει με λογοτεχνικο τρόπο μία ολοκληρωμένη αλλα ιδιότυπη σπουδη πάνω στο θέμα του φόβου και τις καταστροφικες  συνέπειες που επιφέρει το αίσθημα αυτο στην ανθρώπινη κοινωνία, όπως η ίδια φυσικα αισθάνθηκε ή βίωσε, κατα καιρους, την βλαβερη  επενέργειά-του πάνω στο σώμα και την ψυχη-της, που τώρα βάλθηκε να το αποτυπώνει και στα διηγήματά-της. Γράφει στο διήγημα «Ο φόβος της απώλειας»:

 

«Πολλες φορες συνέλαβα τον εαυτο-μου να φοβάται ότι έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, ο απροσδιόριστος φόβος της απώλειας μπορει να γίνει η αιτία μιας άλλης απώλειας, πραγματικης και οπωσδήποτε μεγαλύτερης».

σ.σ. 21-22

Δεν είναι τυχαίο, λοιπον, που η πρώτη ενότητα του βιβλίου-της τιτλοφορείται «Του φόβου», όπου στις πρώτες-πρώτες σελίδες παραθέτει κάποια αδρα δείγματα εκδήλωσης φόβου με τα οποία επιδιώκει, πιστεύω, να προϊδεάσει  τον αναγνώστη-της για το τι θα ακολουθήσει και το τι θα συναντήσει στις επόμενες σελίδες του βιβλίου-της. Επιλέγω απο μερικα διηγήματα και αναδημοσιεύω εδω κάποια ενδεικτικα αποσπάσματα που εκδηλώνουν φόβο:

 

«Ώσπου εντελως αναπάντεχα, ένα καλοκαιρινο πρωινο, η γη άρχισε να αναταράζεται. Σεισμος! Όλοι έτρεχαν να σωθουν διασχίζοντας ερείπια τα παιδια ούρλιαζαν φοβισμένα και οι γονεις ανήμποροι, στο έλεος της καταστροφης, προσπαθούσαν να σώσουν πρώτα τα παιδια-τους και ύστερα τους εαυτους-τους».

σ. 41

*****

«Στη συνέχεια μού φάνηκε πως ακούω ακατάληπτους ψιθύρους, παρόλο που και πάλι, όπως γρήγορα διαπίστωσα, ήμουν μόνη και ένας μεγάλος φόβος με διαπέρασε όταν διέκρινα τις άκρες του ράσου ενος αόρατου μοναχου να ανεμίζουν κατα τη μερια της εξόδου».

σ. 83

*****

«Είμαι σχεδον συνεπαρμένη, όταν κάποια στιγμη αισθάνομαι την ατμόσφαιρα να βαραίνει και να σκοτεινιάζει, σαν κάτω απο ένα μεγάλο και αδιαπέραστο γκρίζο σύννεφο, ενω κάπου στο βάθος διακρίνω μιαν ανθρώπινη σκια που με τρόμο και αγωνία συνειδητοποιω ότι κινείται αργα προς το μέρος-μου».

σ. 91

*****

«Εγκλωβισμένη, παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο εφιάλτες, έντρομη, σχεδον ασυναίσθητα απομακρύνομαι απο τη φοβερη σκια του πατέρα-μου και στρέφω το βλέμα-μου προς τη βαλίτσα».

σ.94

*****

«Ένα όνειρο παράξενο που για κάποιον ανεξήγητο λόγο τον πλημμύρισε με φόβο και τον κράτησε ξάγρυπνο μέχρι το πρωι. Ύστερα απο πολυ καιρο αισθάνεται την ανάγκη να τρέξει στην αγκαλια-της, αλλα τον συγκρατει ο φόβος ότι αν την ξυπνήσει μπορει να τον μαλώσει».

σ. 99

*****

«Ανοίγω διστακτικα σαν φοβισμένη την πόρτα και τρομάζω στην ιδέα ότι μπορει να μου επιτεθουν μνήμες και να με κτυπήσουν καταπρόσωπο, να σηκωθουν απο τους τάφους φαντάσματα της ζωης-μου και να μου ζητήσουν εξηγήσεις».

σ. 110

*****

«Ακόμα και η καθαρίστρια το αποφεύγει επιμελως σαν απο κάποιο προαίσθημα κακο, σαν απο κάποιον φόβο ακατανόητο προφυλαγμένη, κάθε φορα που διασχίζει τον διάδρομο αποστρέφει το βλέμμα-της απο την κατάκλειστη πόρτα και επιταχύνει το βήμα-της».

σ. 125

*****

«Πέθανα στα εξήντα επτα πάντα φοβόμουν τον θάνατο. Πίστευα ότι τον ακολουθει πυκνο, ζοφερο σκοτάδι και είχα μια ανεξήγητη βεβαιότητα ότι η διαδρομη μέχρι την αντίπερα όχθη είναι περίπλοκη, με πολλες περιπλοκες και ταλαιπωρίες».

σ. 148

 

Απο τα αποσπάσματα που παρέθεσα πιο πάνω, διαφαίνεται πως η Στ. Ρωτου επεδίωξε να δημιουργήσει αυτα τα διηγήματα, για την ακρίβεια αυτα τα ενδιαφέροντα ψυχογραφικα κείμενα, προς όφελος πρώτα και κύρια του εαυτου-της. Δηλαδη, για να ξορκίσει και να κατανικήσει με αυτο τον τρόπο τον κακο δαίμονα που λέγεται φόβος και φώλιαζε μέσα-της, λειτουργώντας μάλιστα επικίνδυνα για τη ζωη-της, και ακολούθως να τα  παραδώσει στους αναγνώστες-της, για δικο-τους όφελος.

Στο σύνολό-τους, τα διηγήματα της Στ. Ρωτου αποτελουν ανθρώπινες  ιστορίες, αντλημένες απο τον κοινωνικο περίγυρό-της που, λίγο ή πολυ, τις ζούμε ή τις συναντούμε όλοι-μας στον καθημερινο βίο-μας, τις οποίες  όμως η συγγραφέας φρόντισε να διανθίσει και να τις εμπλουτίσει με τη δημιουργικη φαντασία-της.

Πρόκειται, σίγουρα, για ελκυστικα κείμενα, τα οποία διαπερνάει και ένας  κοσμοπολίτικος δροσερος αέρας, γεγονος που επιτυγχάνεται μέσα απο τη ζωντανη και στρωτη αφήγησή-της. Επιπλέον, τα κείμενά-της πάλλονται απο πολυκοσμία, κίνηση, δημιουργικο θόρυβο, πολύχρωμες εικόνες, φωνες ντελάληδων και μουεζίνηδων –στοιχεία τα οποία είναι ικανα να προκαλέσουν το αναγνωστικο ενδιαφέρον του οποιουδήποτε ατόμου, άνδρα ή γυναίκας, νέου ή γέρου.

Η ματια της Στ. Ρωτου, όπως απλώνεται πάνω στο θεματικο υλικο με το οποίο συνθέτει αυτα τα διηγήματα, μοιάζει μ’ ένα καλοδουλεμένο περισκόπιο που περιστρέφεται ασταμάτητα μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία όπου καταγράφει και αποθηκεύει συνεχως στη μνήμη-της εικόνες ή στιγμιότυπα, τα οποία ανασύρει σε κατοπινο στάδιο για να τα επεξεργαστει κατάλληλα και στη συνέχεια να αποτελέσουν το δομικο υλικο με το οποίο φτιάχνει τα διηγήματά-της. Επι του θέματος τούτου υπάρχει καταγραμμένη η αποκαλυπτικη ομολογία-της την οποία και παραθέτω:

 

«Παρόλο που επι τόση ώρα παρακολουθω δεκάδες ανθρώπους να αποχαιρετιούνται με διαφορετικους τρόπους, παρόλο που αμέτρητες εικόνες, χειρονομίες και εκφράσεις μού έχουν κινήσει το ενδιαφέρον, καταγράφοντάς-τις σχεδον στενογραφικα στο μυαλο-μου, ίσως για μια μελλοντικη επεξεργασία, το βλέμμα-μου καρφώνεται ασυναίσθητα στο νεαρο ζευγάρι που εξακολουθει να παραμένει αμετακίνητο και σφιχταγκαλιασμένο».

σ. 27

 

Έτσι, στα διηγήματά-της πληροφορούμαστε για την ταλαιπωρία ενος  οικονομικου μετανάστη, για τις δύσκολες στιγμες ενος παιδιου πάνω σε αναπηρικο καροτσάκι, για τις τρυφερες στιγμες ενος αταίριαστου σφιχταγκαλιασμένου ζευγαριου στο αεροδρόμιο, για δυο παράνομους εραστες που συναντώνται  για ξέφρενο σεξ σε μία μακρινη χώρα, για έναν παιδεραστη, για ένα σοβαρα τραυματισμένο μηχανόβιο, για τα ανευρεθέντα πτώματα αλλοδαπων γυναικων σε μία λίμνη, για την απώλεια του πατέρα-της και τη μνήμη-του που την πολιορκει συνέχεια κ.α.

Τα τελευταία χρόνια, υπάρχει η τάση απο μερίδα πεζογράφων για αισθητη κατάργηση (κακως κατα την άποψή-μου) των λογοτεχνικων συνόρων. Εννοω ασφαλως την κατάργηση της διαχωριστικης γραμμης ανάμεσα στα λογοτεχνικα είδη, με αποτέλεσμα το ένα είδος να αλληλοεισχωρει μέσα στο άλλο για να κατακτήσει ξένο εδάφος, φαινόμενο που παρατηρείται, έστω αραια, και σε κάποιες σελίδες της Στ. Ρωτου. Συγκεκριμένα, θέλω να υποδείξω πως υπάρχουν στη συλλογη-της κάποια διηγήματα (ευτυχως λίγα) που μέρος απο το υλικο-τους δεν μετουσιώνεται ή δεν μεταπλάθεται σε λογοτεχνία, παρα τις φιλότιμες προσπάθειές-της, πράγμα το οποίο πρέπει να προσέξει η συγγραφέας. Αναφέρομαι σε κάποια σημεία, που εντοπίζονται σ’ ένα-δύο διηγήματά-της, που δίνουν την εντύπωση πως σ’ αυτα καταγράφει απλως κοινωνικες καταστάσεις. Με άλλα λόγια, μοιάζουν περισσότερο με παράγραφο απο δημοσιογραφικο ρεπορταζ αντι να ξεχωρίζουν ως εμπνευσμένα λογοτεχνικα κείμενα. Δίνω ένα τέτοιο δείγμα:

 

Χιλιάδες άνθρωποι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα-τους. Επιβιβάζονται σε πλωτα φέρετρα με την ελπίδα να φτάσουν στην Ευρώπη, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτους και τις οικογένειές-τους. Είναι οι πρόσφυγες που όπου κι αν πάνε αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη, κακία, συχνα και με μίσος.

σ. 130

 

Ακόμη, ένα-δύο διηγήματα, ολοκληρώνονται μ’ ένα ασαφες τέλος που δίνουν την εντύπωση ανολοκλήρωτων διηγήματων όπως π.χ. το τέλος του διηγήματος «Μην της πάρεις σκυλι».

Η δεύτερη ενότητα του βιβλίου τιτλοφορείται «Στιγμες» και αποτελείται απο δέκα πολυ μικρα κείμενα, που απεικονίζουν και αυτα ανθρώπινα στιγμιότυπα, δοσμένα με ποιητικη διάθεση, τα οποία άνετα μπορουν να ενταχθουν στην κατηγορία των πεζοτράγουδων.

Προσωπικα, ξεχώρισα το διήγημα το τιτλοφορημένο «Όνειρο», τόσο για τη ποιοτικη επάρκειά-του όσο και για την αισθητικη συγκίνηση που μεταδίδει  χωρις, βέβαια, να υπονοω πως τ’ άλλα διηγήματα τη συλλογης υπολείπονται σε αξία.

 

*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου συστήματος που εφάρμοζε ο αξέχαστος Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος.