Αμμόχωστος
Μοιάζουν ασπρόμαυρης ανάμνησης σπαράγματα
κείνες οι ώρες· και στο νου ξαναγυρίζουν
Δεκαπενταύγουστου σειρήνες και προστάγματα
κι ύστερα σύρματα, σκοπιές και οδοφράγματα
μα και κυκλάμινα που απόμειναν ν’ ανθίζουν.
Κρύφτηκε η πόλη στης καρδιάς το καταφύγιο
και τον καφέ της τον παράτησε στη μέση.
Και μελετώντας του καιρού το ισοζύγιο,
άλλον παράδεισο στο Νότο τον επίγειο
ζητούσε, κι ένα λεωφορείο να χωρέσει.
Άσπαρτη γη, η ερημιά σου κατεχόμενη.
Ξεθωριασμένα στον αγέρα τα μαλλιά σου.
Κάποτε γόησσα κι εφεξής υπολειπόμενη,
βασανισμένη, θλιβερή κι αμφιλεγόμενη,
όπως παράδοξος δεσμώτης του Καυκάσου.
Ποιο να ’ναι αυτό της αποκάλυψης το εδάφιο
που οι Αττίλες ανεξήγητο τ’ αφήσαν;
Παίζουν το χρόνο σε παιχνίδι επιτάφιο
κι εσύ (κατάλοιπο κι ανάθημα εντάφιο)
κρυφό χαρτί που για το τέλος σε κρατήσαν.
Τώρα σαρώνουν τα στερνά σου τα κτερίσματα
σαν τάφος να ’σουν ανοιχτός και ξεχασμένος,
και στους ακτήμονες παραχωρούν μερίσματα
από τα πρόστυχα, καινούργια σου επιχρίσματα,
να ’σαι πατρίδα μα και πόθος ξεγραμμένος.
Μισόν αιώνα και θυμίζεις εκκρεμότητα·
κόρη που γέρασε κι αμάραντο μυρίζει.
Μα στων ποιητών σου την τρελή πραγματικότητα
επανορθώνεται η κομμένη σου ταυτότητα
κι ένα κλειδί παλιό στην πόρτα σου γυρίζει.
Διαβάστε περισσότερα