Αμμόχωστος

 

 

Μοιάζουν ασπρόμαυρης ανάμνησης σπαράγματα

κείνες οι ώρες· και στο νου ξαναγυρίζουν

Δεκαπενταύγουστου σειρήνες και προστάγματα

κι ύστερα σύρματα, σκοπιές και οδοφράγματα

μα και κυκλάμινα που απόμειναν ν’ ανθίζουν.

 

Κρύφτηκε η πόλη στης καρδιάς το καταφύγιο

και τον καφέ της τον παράτησε στη μέση.

Και μελετώντας του καιρού το ισοζύγιο,

άλλον παράδεισο στο Νότο τον επίγειο

ζητούσε, κι ένα λεωφορείο να χωρέσει.

 

Άσπαρτη γη, η ερημιά σου κατεχόμενη.

Ξεθωριασμένα στον αγέρα τα μαλλιά σου.

Κάποτε γόησσα κι εφεξής υπολειπόμενη,

βασανισμένη, θλιβερή κι αμφιλεγόμενη,

όπως παράδοξος δεσμώτης του Καυκάσου.

 

Ποιο να ’ναι αυτό της αποκάλυψης το εδάφιο

που οι Αττίλες ανεξήγητο τ’ αφήσαν;

Παίζουν το χρόνο σε παιχνίδι επιτάφιο

κι εσύ (κατάλοιπο κι ανάθημα εντάφιο)

κρυφό χαρτί που για το τέλος σε κρατήσαν.

 

Τώρα σαρώνουν τα στερνά σου τα κτερίσματα

σαν τάφος να ’σουν ανοιχτός και ξεχασμένος,

και στους ακτήμονες παραχωρούν μερίσματα

από τα πρόστυχα, καινούργια σου επιχρίσματα,

να ’σαι πατρίδα μα και πόθος ξεγραμμένος.

 

Μισόν αιώνα και θυμίζεις εκκρεμότητα·

κόρη που γέρασε κι αμάραντο μυρίζει.

Μα στων ποιητών σου την τρελή πραγματικότητα

επανορθώνεται η κομμένη σου ταυτότητα

κι ένα κλειδί παλιό στην πόρτα σου γυρίζει.

 

*

Νόστος

 

 

Νόθο ξημέρωμα σε ξάστερο λιμάνι.

Άλλοτε μόνος σε κοιτούσα από μακριά.

Θυμάμαι φόραγες αγκάθινο στεφάνι

κι είχες στα χέρια σου κομμάτια τα καρφιά.

 

Μα απόψε γύρεψα νερό του παραδείσου

όταν τις πόρτες σου ανοίξαν τις λευκές.

«Πάρε το δάκρυ μας» μου λέγαν «και κρατήσου,

όπως θα χάνεσαι στης πόλης τις ρωγμές».

 

Πήρα στο στόμα μου την άμμο και το αλάτι,

ένας επαίτης σε παράλυτους καιρούς.

Πάνω σε τρίστρατο χαμένη κι η Εκάτη,

λησμονημένη από ανθρώπους και θεούς.

 

Πέρα η Αμμόχωστος μονάχη ξημερώνει

κι έχει στα γόνατα το αίμα ξεραθεί,

τραβάει επάνω της τη θάλασσα σεντόνι

μα τις πληγές της να τις κρύψει δεν μπορεί.

 

*

Ερημιά

 

 

Πέρα στη χώρα του Ηλίου του Ανατέλλοντος

είχε μια πόλη από το κάρβουνο θησαυρίσει.

Μα όταν η άνθηση τη χτύπησε του μέλλοντος,

έφυγε πρόσφυγας, πατρίδα ν’ αναζητήσει.

 

Στου Νέου Κόσμου τα απροσπέλαστα περάσματα

μια πόλη αστράφτει στο χρυσάφι της λουσμένη.

Μα συν τω χρόνω, όταν στερέψαν τα κοιτάσματα,

άδεια απόμεινε και τουρίστες περιμένει.

 

Στην Αφρική άλλη μια πόλη πέρα απ’ τα βλέμματα,

απ’ τους σωρούς των διαμαντιών της λαμποκοπούσε.

Μα σαν σωθήκαν τα τελικά της τα αποθέματα,

μόνο η άμμος κι η ερημιά την κατοικούσε.

 

Κι εσύ, του κόσμου Σαλαμίνα κι Αρσινόη του,

χάνεσαι ακόμα μέσα στη σφαίρα του ακατανόητου.

Πενήντα χρόνια τώρα σε κλαιν για την κατάντια σου

κι ας μη στερέψαν ο χρυσός και τα διαμάντια σου.

 

*

Φιέστα

 

 

Στη σκουριά, στη λαμαρίνα,

βάζει ο ξένος χρώματα

και κονταίνει το χορτάρι

κάτω στα άγια χώματα.

 

Για την άδικη βολή του,

με στρατούς και ψέματα,

να γιορτάσει περιμένει

πάνω στα άξια αίματα.

 

Κι ο δικός που προσπερνάει

και μετράει τα βήματα,

τον καιρό, τη λογική του

ψάχνει μες στα μνήματα.

 

*

Προσκύνημα

 

στην κ. Άννα Μαραγκού

 

Στις όχθες μ’ οδηγούν τα βήματά μου·

Νοέμβρης κι αντικρίζω στο Νοτιά

μια φιέστα που ετοιμάζεται της άμμου,

κι η πόλη απόψε κλαίει και γελά

 

δεμένη μ’ ασπροκόκκινη κορδέλα·

κι εγώ σαν οδοιπόρος που ζητά

στο Μπούργος, στη Λεόν, στην Κομποστέλλα,

να φτάσει ως της ψυχής τα πέρατα.

 

Της θύμησης ο αγέρας μ’ έχει πάρει

στης πόλης να με σπέρνει τα στενά,

μα βλέπω των λαών τ’ απομεινάρι

το χώμα της αναίτια να πατά.

 

Τον πόνο μου πατούν, μα δεν το πιάνει

του κόσμου αυτού η άγονη καρδιά.

Γι’ αυτούς είναι μιας Κυριακής σεργιάνι

και γι’ άλλους μιας ζωής προσκύνημα.

 

*

Προσφυγικό

 

 

Σε βρήκα στη Μεσόγειο χωρίς αναπνοή,

να καθαρίζεις τη σκουριά στους χάλκινους αιώνες.

Αμέτρητοι σ’ αγάπησαν άρχοντες Αχαιοί,

μα εσύ κοιτάς να βγάζεις τους χειμώνες.

 

Σ’ άλλη πατρίδα πρόσφυγα σε είδα, στην αγορά

κατάκοπη τα δράματα να τρέχεις να προλάβεις·

με δυο δραχμές στο χέρι για πόρπες και φυλαχτά

θα κένταγες τον πέπλο της Εκάβης.

 

Σε πέρασα για αρχόντισσα στους δίκοπους καιρούς,

μα εσύ ήσουν μια προφήτισσα που μύριζε το χνώτο.

Πότε να το ’δες το όραμα για τους Σαρακηνούς

και τα καράβια που ’φευγαν στο Νότο;

 

Άμμο κι ερείπια τα ’δωσες για ένα σκαρί γερό,

να στέλνεις άσπιλο κρασί κι εργάτες στη Σιδώνα·

μα ήταν η πόλη έρημη και το νερό λειψό

κι εσύ κρατάς μονάχη στον αγώνα.

 

Τώρα που αλλάζεις όνομα κι αλλάζεις εποχή

και την καρδιά σου κλέβουνε οι εραστές της Δύσης,

πες μου πώς θα την έδενες την ανοιχτή πληγή;

Του πρόσφυγα την πίκρα πώς θα σβήσεις;

 

Οι δρόμοι που σ’ αντάμωνα σβήσαν από καιρό,

Έγκωμη, Σαλαμίνα, Κωνσταντία κι Αρσινόη.

Μα απόψε θα χαράξουνε στην πέτρα κιβωτό,

της Αμμοχώστου οι σπάνιοι λιθοξόοι.

 

*

Αναρριχώμενα

 

 

Στα πεζοδρόμια η ψυχή μου χαραγμένη

δίπλα σ’ ονόματα χαμένα κι αριθμούς.

Το χέρι μάτωσε της θάλασσας το χτένι

που είχα κερδίσει με πικρούς συμβιβασμούς

κι ας ήταν άγονη η ελπίδα που απομένει.

 

Νύχτα, χαράματα στην έρημη πατρίδα

πήρα το δρόμο να φυτέψω δυο σταυρούς.

Κι ήταν στο φως μιας αστραπής τότε που σ’ είδα,

να περιμένεις σε κατάξερους καιρούς

για κάποια που ποτέ δεν ήρθε καταιγίδα.

 

Άκρα σιωπή, άγια σιωπή στο πρόσωπό σου,

όπως και τότε, στην ασπρόμαυρη εποχή.

Και δεν θα βρούμε γιατρικό της άγριας νόσου

αν δεν δαγκώσουμε τα χείλη μια στιγμή

να πεταχτεί το αίμα του έρωτα του τόσου.

 

Ποιός απ’ τα χέρια των σωτήρων να σε σώσει;

Ποιός να σε ντύσει μ’ ένα ρούχο της γιορτής;

Αναρριχώμενα φυτρώσαν στο Βαρώσι,

εκτελεστές μιας διαθήκης μυστικής,

αφού η δική μας λογική έχει κλειδώσει.

 

Ποιός θα ’ναι εκείνος που τραγούδι θα κεντήσει

μ’ αυτές τις λέξεις που είναι κόμπος και θηλιά;

Από το στόμα των πολλών να ξεκινήσει

και τη διχόνοια να χωρίσει στα μισά,

πριν ανταμώσουμε στης λησμονιάς τη βρύση.