[The Three Ages of Woman (1905)- Gustav Klimt]

 

Ι. 

Άνθη θαμμένα στο χώμα·

κόκκινα ρόδα τα ματωμένα νεανικά σου χείλη,

σφραγισμένα με τις χαρακιές του άδικου χαμού.

Ένας κήπος μενεξέδες,

το κορμί σου γυμνό, άκαμπτο· ντυμμένο στο μπλάβο του ζόφου.

Κρίνα ολόλευκα οι παρειές σου, χάδι της αμόλυντης νιότης, να ξεδιψάσουν δεν πρόφτασαν…

 

Άνθη θαμμένα στο χώμα·

αυτή η γη δεν είναι εύφορη,

εδώ μονάχα μαραίνονται και ξεριζώνονται σαν τ’ ανεπιθύμητα αγριόχορτα.

 

(Άνθη θαμμένα στο χώμα·

Οι ρίζες σκαρφαλώνουν να συναντήσουν τον Ήλιο)

 

 

*

[The Maiden (1913) -Gustav Klimt]

 

ΙΙ. 

Απ’τα απόκρυμνα βράχια, στην απροσπέλαστη θάλασσα

βουτάω και βυθίζομαι

να σε συναντήσω.

Το σώμα σουατάραχο κείτεται στ’αφιλόξενα πια νερά…

 

Σιγή ιχθύος·

ποια φωνή, ποια κραυγή

να χωρέσει το πρόωρο Αντίο.

Με ευλάβεια να σε μεταλάβω,

να σε μετουσιώνω αέναα.

 

Απ’τα απόκρυμνα βράχια, την απροσπέλαστη θάλασσα

σ’ αναδύω, σου πιάνω το χέρι και σε οδηγώ,

σε κόσμους άγνωστους ν’ αναπαυθείς

πλάι σ’ όλους τους εν δυνάμει, τους ανεκπλήρωτούς σου εαυτούς.

 

 

*

[Hope II (1907) – Gustav Klimt]

 

ΙΙΙ. 

Απ’ το σκοτάδι στο φως·

σε φέρνω

κι εσύ ευθύς τραβάς για το ταξίδι της επιστροφής.

Απ’ το σκοτάδι στο φως·

σε γεννώ

κι εσύ στην άβυσσο γυρνάς να βυθιστείς.

 

(Απ’ το σκοτάδι στο φως·

Ευχή και Κατάρα)

 

Της χαροκαμένης μάνας

και της κόρης της αδικοχαμένης,

που το νανούρισμα έγινε μοιρολόι

και πένθος η προσευχή.

 

Απ’ το σκοτάδι στο φως·

η μήτρα μου προορισμένη να κυοφορεί

τις νεκρές αδελφές

και το στήθος μου να τις θρέφει Αρσενικό.

 

Απ’ το φως στο σκοτάδι…