Carol Ann Duffy, Pilateʼs Wife- Η Γυναίκα του Πιλάτου [μτφρ. Κώστας Ρεούσης]
1Απρ
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΙΛΑΤΟΥ
Πρώτα, τα χέρια του -γυναίκας. Απαλότερα απʼ τα δικά μου,
με μαργαριταρένια νύχια σαν όστρακα της Γαλιλαίας.
Ράθυμα χέρια. Χέρια εκστρατείας που χειροκροτούν για σταφύλια.
Η ωχρότητά τους, άγγιγμα σκώρου μʼ έκανε να οπισθοχωρώ. Ο Πόντιος.
Λαχταρούσα τη Ρώμη, την πατρίδα, κάποιον άλλο. Όταν ο Ναζωραίος
έμπαινε στην Ιερουσαλήμ, η υπηρέτριά μου κι εγώ, νεκρές από πλήξη,
μεταμφιεσμένες, ξεφύγαμε κι ενωθήκαμε με το έξαλλο πλήθος.
Σκόνταψα, έπιασα το χαλινάρι ενός όνου, κοίταξα ψηλά
και τον αντίκρισα. Το πρόσωπό του; Άσχημο. Προικισμένο.
Με κοίταξε. Εννοώ κοίταξε εμένα. Ο Θεός μου.
Τα μάτια του ήταν μάτια να πεθάνεις με. Μετά έφυγε,
οι τραχείς άνδρες του άνοιγαν με τους ώμους το δρόμο προς τις πύλες.
Τη νύχτα πριν τη δίκη του, τον ονειρεύτηκα.
Τα μελαχρινά του χέρια μʼ άγγιξαν. Τότε πόνεσε.
Μετά αίμα. Είδα ότι κάθε σκληρή παλάμη ήταν σουβλισμένη
απʼ ένα καρφί. Ξύπνησα ιδρωμένη, σεξουαλική, τρομοκρατημένη.
Άφησέ τον ήσυχο. Έστειλα ένα προειδοποιητικό μήνυμα, μετά ντύθηκα γρήγορα.
Όταν έφτασα, ο Ναζωραίος είχε στεφθεί μʼ αγκάθια.
Το πλήθος γάβγιζε για τον Βαρραβά. Ο Πιλάτος με είδε,
κοιτάζοντας αλλού, προσεχτικά σήκωσε τα μανίκια του
και αργά έπλυνε τα άχρηστα, αρωματισμένα χέρια του.
Αρπάξανε τον προφήτη τότε και τον έσυραν έξω,
ψηλά στον Τόπο των Κρανίων. Η υπηρέτριά μου ξέρει τα υπόλοιπα.
Ήταν Θεός; Φυσικά όχι. Ο Πιλάτος πίστευε πως ήταν.














