Ελλάδα Βλέφαρα Κλειστά
για τον Θανάση
λατινική αμερική, άγριες συμμορίες
κάτι από το σεβασμό του “παρουσιάστε”
έχουν οι αποκεφαλισμένοι
μ’ όλα τα όπλα προσεκτικά βαλμένα δίπλα τους
και μέρες από φτώχεια στις ελπίδες
κρατάνε επίμονα τα βλέφαρα κλειστά
λατινική αμερική, άγριες συμμορίες
ήπειρος, θεσσαλία, πελοπόννησος
ο ένας λέει ετοιμάζεται να κλείσει
ο άλλος είναι ευτυχισμένος από καταστροφή
τι να γυρεύεις έρωτες αυτά τα χρόνια
θέλει να κλαις χωρίς να νοιάζεσαι
άμα σε βλέπει ο ξένος
ή να μην κλαις καθόλου
γιατί το αίμα μέσα σου περίσσεψε…
Να δούμε την Ελλάδα που ετοιμάζετε
έτσι καλύτερα, με βλέφαρα κλειστά,
αλλά οι τραπεζίτες – μέσα κι έξω-
δε θα βρούν
ούτε ένα φράγκο μες στις τσέπες μας.
Τα μπλουζ της Πασχαλίτσας
έρχονται πάντα την κατάλληλη στιγμή
οι αργοπορημένοι
για να υπερασπισθούν
το αναφαίρετο δικαίωμα στο τσίπουρο
σε συνδυασμό με το απόλυτο του συνθήματος
” Άι λαβ Κρυονέρι”
την ώρα που ο πρόεδρος
αναπτύσσει ενδελεχώς
τις τελευταίες διεθνείς εξελίξεις
πάνω στο ζήτημα του καλαμποκιού
(δε θυμάμαι αν αφορούσε
τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές).
Ένας άντρας απέναντι
λέει πως δεν χορεύει
και όμως πρέπει να χορέψουμε
αλλιώς δε φεύγουμε από το μαγαζί
μία γυναίκα βλέπω πως λυπάται,
αλλά δεν ξέρω τι…
Πέρασαν οι επέτειοι θανάτων
χωρίς να φοβηθούμε
ίσως να είμαστε πια πιο έτοιμοι
ή μήπως είμαστε κιόλας πεθαμένοι…
Ή ήρθε επιτέλους
η μέρα που οι ποιητές
γίνανε πειρατές
(Πίσω απ’ το λευκό της γάζας
κρύβονται όλα όσα είδαν και δε μίλησαν)
ρεσάλτο αποφασίζοντας
στην πίστα..
Μάνα, μ’ ονειρευόσουν ναυτικό-
έφτασα μέχρι
ένα ξύλινο πάτωμα να κυβερνήσω.
Προφάσεις
Είναι αλήθεια πως αγαπήσαμε τόσο πολύ τη μουσική
που ζήσαμε όπως μας είπαν τα τραγούδια…
Ανεικονικό
Αν το εστιατόριο
με την καλλιτεχνική ονομασία
“Η Φλωρεντία”
έχει αποκλειστικό προορισμό
να σιτίζονται τα μεσημέρια οι εργάτες,
τότε η σκιά μίας γυναίκας
σχέδιον προβολέα
στο κατάστρωμα
είναι ο πρόλογος
της μέρας μετά από ταξίδι
που απαιτεί υπομονή.
Θυμάμαι πάντα, Βασίλη,
το πλοίο “Αμούρ” στο Κερατσίνι
κι εκείνο το κίτρινο περίπτερο
με φως από πίνακα του Ρέμπραντ.
Εγώ, όπως πάντα,
βέβαιος ότι δε φέρνω ευτυχία
στους ανθρώπους
Μαύρη φτερούγα
από κορμί στο κεφαλόσκαλο
κρύβει το βλέμμα μας
από τα χρόνια…
άσκηση
Τα γυμναστήρια κρύβουν μυστήρια
αλλά, ακόμη κι αν τίποτα δεν είναι έτσι
και επειδή το παιδί όταν ήταν παιδί
δεν ήξερε ότι είναι παιδί
εγώ πέρασα τις μέρες μου
παρατηρώντας ένα ψόφιο περιστέρι
ώσπου ακούστηκε το φτερούγισμά του.
Ακόμη κι αν αρνηθούμε τα πάντα
ας πιστέψουμε τουλάχιστον
σ’ έναν φύλακα άγγελο,
κυρίως επειδή τον είδαμε στο σινεμά
στο μεταγωγών
ή στον φωταγωγό.
Αταξίες
Μπορούμε λοιπόν να κλείσουμε το στόμα μας
είκοσι χρόνια κάθειρξη τουλάχιστον,
πίσω απ’ τα δόντια λόγια
να σέρνουν τα δεσμά τους χιαστί…
I scream…You scream…
Έτσι σωπαίνοντας
θ’ αφήσω το κλειδί στην αλυσίδα
εσύ όμως να κάνεις πως το έχασες
We scream…
δικές μας νύχτες
Αχαρνών και Πατησίων
οι ταξιτζήδες ξεφορτώνουν
θεές από την Αφρική
Κολιάτσου και πλατεία Αμερικής
ενώ ο παλαιός των ημερών αποκαλύπτει:
ξέρω αυτό το δρόμο από το 1924
εδώ υπήρχε ένα διώροφο
εκεί περπατούσε η Κυβέλη
κι η όμορφη Εβραία κυνηγημένη
από τους Γερμανούς
βουτούσε απ’ την ταράτσα…
Σήμερα, λίγο πιο μακριά,
μένει ο τελευταίος μεγάλος
δημοτικός τραγουδιστής
δίπλα απ΄το σπίτι σου
η Ναυσικά
λίγο πιο πίσω απ’ τα δόντια μας τα λάθη
και μετατρέπονται σε άσφαλτο,
όπως ανακαλύπτεις ότι γεννηθήκαμε μαζί
έτσι που και δίχως να μιλάμε
μπορούμε να ονειρευόμαστε τα λόγια…
δικαίωμα
επειδή ξέρω τη λύπη σου τώρα…
Τη λύπη να σου χρωστάει η ζωή έναν έρωτα
και να σου επιστρέφει ένα ποίημα…
Γι’αυτό επιμένω ότι δεν είμαι ποιητής
τραγουδάκια θέλω να βάζω μόνο
για τους φίλους μου…
εδώ
Εδώ δεν ζητάμε ευθύνες ούτε συναισθήματα. Δεν ζητάμε να αγαπήσουμε ή να αγαπηθούμε…Δεν παίζουμε τους φταίχτες και τους αθώους, τους θύτες και τα θύματα. Ούτε φυσικά τους άντρες εναντίον των γυναικών. Προκρίνουμε την εις βάρος μας οργή. Κυρίως τον ενικό του “είσαι μαλάκας”, το έχουμε ξαναγράψει σε κινητά που αγνοούνται έκτοτε, από οποιονδήποτε άλλο πληθυντικό. Μουσική, λέξεις, εικόνες… Τους ανθρώπους που είναι δίπλα μας τους θέλουμε επιθετικούς, για να επιβιώνουν ή να αποφασίζουν. Ακόμη προσπαθούμε να βγάλουμε από τ’ αυτιά μας τηλεφωνήματα που ανακοινώνουν…
Χάρισμα
Εμείς κάθε στιγμή μπορούμε να στήσουμε μια γιορτή
επειδή έχουμε καλοκαιρινές ιστορίες
και κάποια χειμωνιάτικα παραμύθια
εφεδρικά
ακόμη κι αν χάσουμε
δεν θα παραδεχτούμε ποτέ ότι ηττηθήκαμε
κυρίως θα ζήσουμε
χωρίς να αφήνουμε πίσω αιχμάλωτους
Οι δικοί μας άνθρωποι μόνο
μπορούν να μας σκοτώσουν
κάθε φορά που τους γυρίζουμε την πλάτη.
Καμία σταύρωση, καμία λύπη
εμείς μπορούμε να φεύγουμε
επειδή κάθε στιγμή στήνουμε μια γιορτή.
Φινάλε
Βρήκαμε πολύ Θεό σκάβοντας μέσα μας σ’ αυτή τη ζωή.
Ειλικρινά ελπίζω στην επόμενη να μην υπάρχει τίποτα και κανένας εκεί πάνω…
όνειρα επί δύο
Με ξύπνησε χαράματα πρώτη φορά
τηλεφωνώντας.
Ρωτούσε κλαίγοντας
«είσαι καλά παιδί μου;Όλο το βράδυ
σʼ ονειρευόμουν πεθαμένο».
Την σκέφτηκα στον ύπνο της
να σφίγγει πάλι τις γροθιές της στον αέρα.
Κατέβασα το ακουστικό,
ήρεμος, τόσο ήρεμος και αποφασισμένος
που η μάνα μου με γέννησε ξανά στο χώμα.
Μονολογώντας γιασεμιά
Η άκρη του δρόμου κάπως έτσι. Δίπλα η οικοδομή και τα τσιμέντα. Τα γιασεμιά τρυπάνε ακόμη το μαύρο των ιστολογίων. Α, μοιάζουνε με άστρα. Τα τσιμέντα ακαταμάχητα. Τα απλωμένα ρούχα επίσης. Όμορφες νύχτες, την ώρα που τις ζούμε κιόλας πεθαμένες, αθώες του μέλλοντός τους, πιο σύντομες από τον εαυτό τους ως παρελθόν. Ένα ζευγάρι σκουλαρίκια φτιαγμένα από συρμάτινες χορδές σε σάζι. Ένα φόρεμα ραμμένο από τις παρτιτούρες αγαπημένων τραγουδιών. Κι ο έρωτας μια άσκηση ύφους είναι ή η παραδοχή ότι δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή. Αν το σκεφτείς εκ των υστέρων, τίποτα δεν έζησε όπως το αισθανθήκαμε. Μονολογώντας γιασεμιά και άστρα, μου απαντούσανε τσιμέντα κι απλωμένα ρούχα. Δικαίωμά μου σάουντρακ τα τραγουδάκια που φωνάζουν στα ποτάμια. Δικαίωμά μου μια Ευδοκία δύο χιλιάδες σπαταλημένες λέξεις.
Ράγες γαλάζια αντίο
Αγάπη, ρε φίλε, μου έλεγε ο μετανάστης, μπορεί να είναι να της μιλάς απ’ αυτό το κουτί στις έντεκα το βράδυ, με δυο βαθμούς το κρύο μέσα σου, για το πώς πάνε τα παιδιά κι ότι να μην ανησυχεί και θα γυρίσεις, κι η άλλη να απαντάει “κλείσε τώρα, γιατί δεν είμαι μόνη μου”.Επέμενε να με κεράσει έπειτα στο μαγαζί του Τούρκου, του Ορχάν, στη διαπασών ο Καζαντζίδης,ψυχή στο δρόμο, εγώ ένας τουρίστας, μάθαινα για τα καλά πώς αποχαιρετάνε έρωτες οι μετανάστες, χωρίς θεωρίες παπαριές και ετικέτες, μόνο πολλά γαλάζια αντίο καρφώνοντας στη βάρδια τους, στις ράγες.
Απτας
Σε δύο πόλεις οι γυναίκες που αγάπησα. Η μία, εγγράμματη στο σώμα, με ακολούθησε σ’ όλη τη γη, θέλοντας να με ζήσει εκεί που της ανήκε. Μια λάμπα αντίκα, μια ταμπακέρα με τη μονογραφή ενός Σουλτάνου, βιβλία ιστορίας κι ένα μαύρο πουκάμισο τα δώρα της. Καθίσαμε στο καφενείο που συναντήσαμε σε ένα άλλο κείμενο, πίνοντας ναργιλέ, χωρίς τη σκέψη του αποχωρισμού. Τόσο υπνωτισμένοι από αισθήσεις, ώστε μονάχα το έγκλημα θα εξηγούσε την απόσταση.. Περνούσε η λυπημένη πομπή, από το κατάστημα κλείσανε τη μουσική, ίσως να σηκωθήκαμε όρθιοι από σεβασμό, “θέλεις να δεις πώς είναι στον τόπο μας οι κηδείες;” αρνήθηκα προφασιζόμενος διακριτικότητα. Το απόγευμα μου έκανε όλες τις χάρες. Το βράδυ βρέθηκα στη φυλακή. Χαράματα βγαίνοντας, μια συμβουλή από τον διοικητή “να τους προσέχεις, μπορεί να κατέβουνε όλοι απ΄το χωριό τους για εκδίκηση”. Πέταξα τα δώρα στα σκουπίδια. Έφερα πίσω το πουκάμισο, κομμάτια. Ο μόνος υποψήφιος επιβάτης στην αποβάθρα, ελπίζοντας στο καράβι ή σ΄έναν πυροβολισμό πίσω απ’ την πλάτη μου, κοιτάζοντας προς την πλευρά της θάλασσας. Ακόμη δεν ξέρω τι απ’ τα δυο ζητούσα πιο πολύ, για να γλιτώσω απ’ τη φωνή, μαχαίρια “μείνε”, κλωστή ένα πουκάμισο στα χέρια της.
Ποίημα ανάπηρο, σκοπός θανατηφόρος
Το ποίημα φτιάχνεται από αναπηρία
από διαμελισμένα σώματα
ακατανόητα τα πράγματα
απρόσιτοι οι άνθρωποι
η μέσα ήπειρος όσο κι αν μεγαλώνω άγνωστη
κι οι στίχοι μου εντόσθια χυμένα
-οδός ερώτων ίσως, το ξημέρωμα-
ψάχνουνε κάποτε για απαντήσεις
σε στοιχειώδη μαθηματικά, το ομολογώ:
πολλαπλασιασμούς
και προσθαφαιρέσεις.
Για τα ανώτερα μαθηματικά έχουν μιλήσει άλλοι.
Το ποιημα φτιάχνεται από την ανεπάρκεια
από τη δική μου ανεπάρκεια
από τη δική μου ανικανότητα
ότι γράφω
για τη γυναίκα που πηδάω
αλλά αδυνατώ να την ζήσω αξιοπρεπώς
δουλεύοντας ταξιτζής στη βραδινή βάρδια,
μηχανικός σε φέρι μποτ
ή ρεσεψιονίστας σε μπουρδελοξενοδοχείο.
Πρέπει να έχουν καλό μεροκάματο, σκέφτομαι.
Αν από περιέργεια υπάρχω κι από καραγκιοζιλίκι,
συνεπώς γελοίος.
είναι γιατί ξόδεψα χρόνια ολόκληρα στην παραλία
στο καφενείον “Κοσμικόν” παίζοντας στα ζάρια
εσένα που καθόσουνα σε μπαρ
με μάσκες αυτοκινήτων στην οροφή τους.
Έφτιαξα τις Καρυάτιδες τραβεστί
και πήγα την Ακρόπολη στο Δέλτα του Φαλήρου
μετά τις 11 το βράδυ
mazda rx άρματα μάχης
παραμονεύαν στο σκοτάδι.
Δεν το πολυδιαφημίζω πάντως.
Εσύ όμως ρε παιδάκι μου
με τόσες βεβαιότητες
εκτός από το ότι σε αποκαλώ “χέστη”
και θα περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου κραυγάζοντας:
“νίκησα!”, “νίκησα!”
τι λόγο έχεις να γράφεις;
Λέω μήπως γι’ αυτό δεν σου βγαίνει τίποτα της προκοπής…
Τουλάχιστον γαμάς καθόλου;
Περσόνα ιστολογίου, δεν δηλώνει ποιητής.











ένα είναι σίγουρο
πως πολλοί ποιητές – κι εγώ μαζί-
θα συνειδητοποιήσουν το λίγο τους,
όταν διαβάσουν προσεχτικά και δίχως εγωιστικά παραπετάσματα αυτά τα γραπτά, γραπτά που βέβαια είναι π ο ι ή μ α τ α
Εδώ και πολύ καιρό παρακολουθώ μέσα από τις αναρτήσεις και τα σχόλια του ποιείν να λαμβάνει χώρα η ίδια παρανόηση ξανά και ξανά και ξανά…
Η αρνητική ηθική αξιολόγηση (πχ η τάδε πρακτική είναι ανήθικη) ανάγεται σε θετική αισθητική αξιολόγηση (πχ το τάδε ποίημα το οποίο περιέχει ή εκφράζει την πιο πάνω ηθική αξιολόγηση είναι αξιόλογο ποίημα)…
Χωρίς καθόλου να θέλω να ξεχωρίσω απόλυτα το ηθικό από το όμορφο, (δεν θα θεωρήσω στον αιώνα τον άπαντα τον ‘Θρίαμβο της Θέλησης’ αξιόλογο αισθητικά, ακριβώς γιατί εκφράζει ναζιστικά ιδεώδη), δεν μπορώ να σταθώ απέναντι στην Τέχνη με Ηθικά κριτήρια.
Η ‘Γκουέρνικα’ είναι αξιόλογη Τέχνη όχι επειδή είναι ‘ηθική’…
Θα σταθώ στο τελευταίο ποίημα που μου είχε κάνει εντύπωση κι όταν ο Μίχος το είχε βάλει ως απάντηση σε ένα σχόλιό του…Παρόλο που στη ζωή μου έχω κάνει άπειρες δουλειές για να επιβιώσω (από οικοδόμος ως σερβιτόρος και μπάρμαν και ούτω καθεξής…), μου φαίνεται μίζερο και ‘κακιασμένο’…
Σε τελική ανάλυση ας αποφασίσουμε επιτέλους αν πραγματικά θέλουμε να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε ‘νικητές’ και ‘ηττημένους’, γιατί και ο ”χ2” αυτό κάνει μιας και κατά τη γνώμη του κάποιοι είναι ‘χέστες’ ενώ αυτός τι είναι?
Πέρα από αυτό το έκδηλο στοιχείο ‘αυτοαναγνώρισης’ τα ποιήματα της ανάρτησης μου θύμισαν έφηβους που προσπαθούν να επιβεβαιώσουν τον ανδρισμό τους μέσα από φαντασιώσεις…
ΥΓ
Περισσότερο ποίηση, λιγότερος ναρκισισμός…
κ.Παστάκα
αμα θες ανεβάζεις ωραία πράγματα. Χωρίς πολλά λόγια λοιπόν, απ’ τα καλύτερα πράγματα που έχουν αναρτηθεί στο ΠΟΙΕΙΝ.
Δεν δηλώνει λέει ποιητής! Κανένας τρελός δεν δηλώνει τρελός. Όσοι το κάνουν είναι συνήθως δήθεν.
ΥΓ: “Τουλάχιστον γαμάς καθόλου;”. Αυτή η ερώτηση του Βάρναλη στοιχιώνει ακόμη και σήμερα τους νέους επίδοξους ποιητές!
κ. Μίχο
Ας σταματήσουμε να παίζουμε με τις λέξεις, είναι δικολαβίστικο κι όχι ποιητικό…
Για να το θέσω και στη δική σας βάση, κουράστηκα από ‘πολεμικές’, θα ήθελα προτάσεις και ποιήματα και όχι ‘θούρειους’…
Περιηγητή
Τυχαίνει να γνωρίζω ένα πορνοστάρ (το Λίβερπουλ είναι από τα πιο παραγωγικά κέντρα πορνογραφίας). Τα κουτσοπίναμε πριν ένα μήνα και μεταξύ τρίτου και τέταρτου Μπούσμιλ τον ρώτησα πόσες είχε πηδήξει το τελευταίο εξάμηνο. Μου απάντησε πως είχε πάρει 42 γυναίκες για επαγγελματικούς λόγους αλλά πως δεν έκανε σεξ εκτός γυρισμάτων γιατί ήθελε να είναι ακμαίος…
Φοβερός ποιητής ο Άγγλος…
κ.Πατιέ,
ανα ξαναδιαβάσετε την εν λόγω ερώτηση θα διαπιστώσετε ότι αρχίζει με τη λέξη “τουλάχιστον”. Χωρίς αυτή ίσως να έβρισκα κάποια σχέση με την ιστορία που μας παραθέσατε.
Όσο για τον ποιητική ικανότητα του Άγγλου φίλου σας…δεν ξέρω. Δώστε μου να διαβάσω κάτι δικό του και θα σας πω 🙂
Η ερώτηση που θα μπορούσε να τεθεί σε έναν ποιητή (ή μάλλον στα ποιήματά του, γιατί προσωπικά δεν πιστεύω στους ποιητές αλλά στα ποιήματα…) είναι αν γράφει και τι γράφει και πως το γράφει και τίποτε περισσότερο. Το αν γαμάει (με ή χωρίς ”τουλάχιστον”) είναι ερώτηση που απευθύνεται σε γαμιάδες, ούτε καν σε εραστές, γιατί οι τελευταίοι κάνουν έρωτα…
Για να κάνω και την αναγκαία σύνδεση με την ανάρτηση, τα ‘πως’ και τα ‘τι’ της γραφής των ποιημάτων είναι που με κάνουν να τα προσπερνώ αν όχι με συγκαταβατικό μειδίαμα τουλάχιστον με αδιαφορία. Έγινα ήδη 40, εδώ και καιρό ζω, δεν μιλάω απλά με κακία για όσα δεν έζησα…
κ. Μίχο,
Με πιάσατε στα πράσα! Αυτό είναι, οι ‘χρόνοι και οι τόποι που υπέφερα’ είναι που με κάνουν να προσπερνώ αδιάφορα τη ‘λεπτή ειρωνεία του γράφειν δια της ομοιοπαθητικής’…
Λέω μάλιστα να καταθέσω τον πόνο μου σε μπλογκ με τίτλο ‘χ3’…
Παρεπιπτόντως είναι καιρός οι συνταξιούχοι της έμπνευσης να αναζητήσουν τη λύτρωση στα αντίστοιχα λουτρά δια ‘είρωνες’ ποιητές στην εμμηνόπαυση…
Και για να κλείσω πιο σοβαρά, είναι καιρός η ψευτοκουλτούρα της επανάστασης του σαλονιού των ποιητών του ’70 να αποσυρθεί. Αλλιώς μας βλέπω στην Ελλάδα να περνάμε άλλα 30 χρόνια ψάχνοντας για άλλοθι για τη ποιητική δυστυχίας μας…
‘Οσο για το ‘βάρος της απόδειξης’ το αφήνω και πάλι στους δικολάβους και το ίδιο το ποιητικό κείμενο, το οποίο αναλώνεται σε μίζερα και κουραστικά πλέον κλισέ…
”Αν από περιέργεια υπάρχω κι από καραγκιοζιλίκι,
συνεπώς γελοίος.
είναι γιατί ξόδεψα χρόνια ολόκληρα στην παραλία
στο καφενείον “Κοσμικόν” παίζοντας στα ζάρια
εσένα που καθόσουνα σε μπαρ
με μάσκες αυτοκινήτων στην οροφή τους.”
Κάποιοι βλέπουν ποίηση στο παραπάνω, εγώ βλέπω ναρκισσισμό από την ανάποδη: ‘κοιτάχτε με πόσο ανώτερος είμαι που αυτομαστιγώνομαι αλλά παράλληλα κατέχω το μυστικό της ύπαρξης…’
Καλό σας απόγευμα, αρκετά σας κούρασα…
ΣΥΝΈΧΕΙΑ ΕΚ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΣΧΟΛΙΟΥ
Αγαπητέ μου Γιώργο Πατιέ,
κι ο ναρκισσισμός δεν αποκλείεται από το ποίημα, ή καλύτερα: ο ναρκισσισμός είναι το φιούελ σε πάρα πολλά ποιήματα…Γι αυτό είναι καλό να μην γνωρίζουμε από κοντά τους αγαπημένους μας ποιητές, γιατί ο ναρκισσισμός τους μπορεί να μας απωθήσει…Ξέρω νάρκισσους που έχουν γράψει υπέροχα ποιήματα…
Η σημερινή ανάρτηση και τα σχόλια που την συνοδεύουν, με έχουν κάνει να σκέφτομαι και την προστιθέμενη αξία στο ποίημα που προέρχεται από το βιογραφικό του ποιητή….
Τί θα λέγατε να ετοιμάζαμε μια συλλογική ανάρτηση με ποιήματα που δεν θα είχαν πάνω ή κάτω τα ονοματάκια μας;
Το σημερινό πείραμα δικαιολογεί την απουσία πρόσθετης αξίας εκ του βιογραφικού κι είναι κάτι που με εξιτάρει βαθύτατα….
Σωτήρη, το έχω κι εγώ σκεφτεί πολλές φορές αυτό με τα βιογραφικά. Η μόνη μου απάντηση είναι πως, ακόμη κι αν μάθω εκ των υστέρων πως ο ”χ2” είναι κάποιος ή κάποια που εκτιμώ βαθύτατα και αγαπάω σαν πολύτιμο φίλο ή φίλη, και πάλι η συγκεκριμμένη διάθεση της γραφής όπως εγώ την εκλαμβάνω θα με κάνει να διαφωνήσω…Πάντως πραγματικά θα είχε ενδιαφέρον μια τέτοια ανάρτηση…
Κ. Μίχο,
Ποτέ δεν θεώρησα το γεγονός της βιοπάλης μου ιδιαίτερο στοιχείο το οποίο προσδίδει αξία στα όσα γράφω…Το ίδιο πιστεύω και για όλους τους άλλους. Πάντοτε σέβομαι απεριόριστα τους ανθρώπους που είναι ‘αγωνιστές’ στη ζωή τους αλλά αυτό δεν με κάνει να αναγάγω σε υψηλή Τέχνη τα όσα γράφουν…Ίσως και για αυτό ποτέ μου δεν αγάπησα τη ‘στρατευμένη’ ποίηση…
Πότε αλήθεια θα δούμε μια νέα ομορφιά να μας δίνει νόημα σε όσα ζούμε κι ονειρευόμαστε? Αυτό είναι το ζητούμενο. Όλα τα άλλα είναι εκ του περισσού, μαζί κι οι δικές μοπυ αντιρρήσεις…
1) Τα κείμενα που αναρτήθηκαν δεν τα θεωρώ ποιήματα. Περιέχουν ορισμένα ψήγματα προθέσεων ή απόψεων που έχουν αλλιώτικα προηγουμένως εκφραστεί, μα εδώ δεν καταφέρνουν να λειτουργήσουν διότι δεν υπάρχει ποιητικό σώμα. Πρόκειται για απλή κατάθεση δεδομένων.
2) Εάν τώρα οι όποιοι αναγνώστες χρειάζονται, ή όχι, τις υπογραφές των ποιημάτων για να προχωρήσουν σε ανάγνωση/αναγνώριση, το θεωρώ κατάπτυστο και γεγονός που αυτομάτως τους καθιστά ανάξιους για αναγνώστες.
3) Με ή δίχως βιογραφικό και υπογραφή:
Η ανωνυμία μπορεί να είναι εξίσου μανδύας της έπαρσης.
Τα ποίηματα είτε συνοδεύονται από ονόματα, είτε όχι, δεν έχει σημασία. Γιατί τα ονόματα είναι ονόματα και τα ποιήματα είναι ποιήματα.
Όταν το όνομα είναι συνδιασμένο με καλά γραπτά ή κακά γραπτά και πάλι δεν έχει σημασία / γιατί η αξία ή η μη-αξία είναι, πρωτίστως, μεγέθη αυτότητας.
Προσωπικά δε, πιστεύω πως το όνομα του ποιητή δεν κυκλοφορεί για την επιβράβευση αλλά ούτε και για την απόρριψη: οφείλει να υπάρχει γιατί αποτελεί μέρος της καλής ή της κακής ποίησης που υπογράφει…
Το όνομα δεν εισέρχεται για να εισπράξει, αλλά για να ορίσει με τον καλύτερο τρόπο την οργανική μεταστροφή του υποκειμένου της ποίησης / η οποία βεβαίως θα επιβεβαιωθεί περαιτέρω, με το ποιόν της γραφής, εφόσον έχει ήδη συντελεστεί.
Δεν είναι ξένο, άλλο σώμα, ο ποιητής από την ποίηση. Όποιος βεβαίως πιστεύει το αντίθετο, ορθώς μπορεί να θεωρήσει την ανωνυμία επιτακτική.
Γιάννη,
σίγουρα όσο ζούμε τα υπογράφουμε…ο Μπόρχες ωστόσο έλεγε, πως ύψηστη ποιητική φιλοδοξία του ήταν η κατάκτηση της ανωνυμίας!…να κυκλοφορούν τα ποιήματά του από στόμα σε στόμα και κανείς να μην θυμάται ποιός τάγραψε…Δεν μπορώ να φανταστώ μεγαλύτερη δόξα για έναν ποιητή!
Γιατί, οπως είπε κι ο Λακάν, το ασυνείδητο εδράζει στη γλώσσα…κι η ποίηση είναι γλώσσα!
Αρκετά ερείπια δεν βλέπουμε γύρω μας από την “προγραμματική ποίηση” που πήγε ν’ ανθίσει και στον τόπο μας πριν είκοσι χρόνια και ξεράθηκε χωρίς να δώσει ούτε έναν χυμώδη καρπό;
Καταλαβαίνω Σωτήρη, αλλά, αν είναι η ανωνυμία να αποτελεί φιλοδοξία, ερχόμαστε στα ίδια / και μάλλον χειρότερα.
Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να ασχολείται με το όνομα κανείς. Με το πρόσωπο (τον ποιητή εννοώ) μπορεί όμως να υπάρχουν πάμπολλοι λόγοι για να ασχοληθεί, δημιουργικά, κανείς – ακόμη και για να γνωρίζει πως είχε κάποια ποιητική φιλοδοξία σαν την κατάκτηση της ανωνυμίας…
Τώρα, αγαπητέ Βασίλη, τα “ψευδώνυμα των Νόμπελ” δεν είναι παρά αυτό που λένε οι λέξεις από τις οποίες αποτελούνται: “ψευδώνυμα των Νόμπελ” 🙂
Και το πραγματικό όνομα του, κατά πολύ αξιότερου από κάθε νομπελίστα, Σαντράρ, ήταν Σωσέρ.
Το “ψευδώνυμο” είναι δυο και τρεις φορές υπογραφή του ποιητή, είναι πιο κοντά στην επωνυμία παρά στην ανωνυμία…
Ο μακαρίτης Γιάννης Ζουγανέλης (ο τουμπίστας), μου έλεγε στα τελευταία του, πως δεν ανέχεται τους μουσικούς που βγάζουν τη συναυλία χωρίς να ιδρώσουν, ατσαλάκωτοι, με το λευκό πουκάμισο κολλαριστό, όπως το είχαν φορέσει πριν από δυο ολόκληρες ώρες…που παίζουν χωρίς να πάλλεται ούτε μια φλέβα στο λαιμό και στα χέρια τους, εκείνη η συγκίνηση που τρέχει υπόγεια κι ανεξάλεγκτα κάτω από το δέρμα μας…
Ήθελε απλώς να μου πει, πως μισεί όποιον βάζει το οποιαδήποτε ταλέντο του υπεράνω της τέχνης που υπηρετεί…Υπηρέτες, είμαστε Παστάκα (μου έλεγε) της Τέχνης που μας δόθηκε, κι όχι το αντίστροφο…
Την πνευματική του κληρονομιά (της οποίας ήμουν τυχαίος αποδέκτης), την ασπάζομαι κάθε μέρα που περνάει και περισσότερο…
Ο ποιητής είναι το ξυλόφωνο (η τούμπα, για να παραμείνουμε στην αναφορά), της γλώσσας…
Ποιόν θα επιλέξει η γλώσσα να γίνει το ξυλόφωνό της, ποσώς με ενδιαφέρει και δεν έχει και καμιά σημασία…τα ονόματα εξάλλου κι η πνευματική ιδιοκτησία είναι μια κατάκτηση του ύστερου μεσαίωνα…
http://www.poiein.gr/archives/601/index.html
ιδού και το σχετικό άρθρο του Θ. Μαυρόπουλου…
Για το “πρόσωπο” τώρα του ποιητή (καθαρή εφεύρεση του ρομαντισμού) θα είχα πολλά να πω, αλλά ξεπερνάει τα όρια του σχολίου…
Ο μύθος της δημιουργικότητας και του ποιητή σαν Μεσσία έχουν καταγραφεί, αλλά βαριέμαι να ψάχνω στις κούτες με τα βιβλία μου…μόλις το βρω θα στο χαρίσω…
Μεσσίας όχι μόνο δεν είναι ο ποιητής, αλλά μήτε και η ποίηση η ίδια. Το όνομά του η απουσία του ονόματός του δεν σχετίζεται με κάποιον μεσσιανισμό, μα ούτε και με το αντίθετο.
Αν μου επιτρέπεται, να σημειώσω δύο στοιχεία:
Η υπόσταση του δημιουργού κρατάει από τους αρχαίους πολιτισμούς, βλ. και αρχαία ελλάδα.
Δεν ξεκινά από τον ρομαντισμό.
Και τούτο πάντα υπό την προϋπόθεση πως ο δημιουργός είναι η υλοποίηση της μεταστροφής / η αλλαγή ιδιότητας που σηματοδοτεί πως ο άνθρωπος έχει πάψει να είναι απλώς ένα θηλαστικό και έχει αποποιηθεί την ιδιώτευση. Ο δημιουργός είναι ο ίδιος ένα έργο δυνάμεων.
Η υπογραφή του ποιητή τον καθιστά πολλαπλώς υπόλογο, πολίτη, κύριοι.
Για φανταστείτε να ψηφίζαμε, ας πούμε, ή να σκεφτόμασταν φανερά, επωνύμως…
Καλό απόγευμα.
Και για να γυρίσουμε σελίδα, χρουουτς, η λέξη όνομα ξέρετε αν έχει σχέση με το όνος; όχι, ρωτώ για να ξέρω μήπως το συμπαθέστατο τετράποδο που τελευταία εκλείπει στην Ελλάδα και μου λείπει αφάνταστα, μήπως δηλαδή άξιζε καλύτερη δικαίωση της ύπαρξής του, όχι μόνο να κουβαλά στα καπούλια του ξεβράκωτες στα στενά της Σαντορίνης μόνο, οποίο όνειδος για έναν όνο…Αλλά η λέξη όνομα σίγουρα έχει σχέση με τη ρίζα γνο-, από το γνωρίζω, αναγνωρίζω…κλοιπά κλοιπά, όπως επίσης και τη λέξη όνομαι, δηλαδή στιγματίζω, εξού και το όνειδος. Γι αυτό σας προτείνω, ξύντροφοι, δεν τα αφήνουμε όλα αυτά να πα να προστατέψουμε τον όνο, δηλαδή να κάνουμε κανά εκτροφείο, εε, το γάλα της όνου πουλιέται χρυσό, οικολογία με το αζημίωτο, εεεε;
Κι εδώ αγαπητέ Σωτήρη και Βασίλη, μια πρόχειρη, ονομαστική βεβαίως, λίστα από πραγματικά μεγάλους τουμπίστες, ώστε να μην γλείφουν οι έλληνες το δάχτυλό τους με τον, κατά τα άλλα σοβαρότατο και συμπαθέστατο κ. Ζουγανέλη:
Walter Page
Red Callendar
Joe Murphy
Howard Johnson
Bob Stewart
Marcus Rojas
Eli Newberger
Matt Perrine
Kirk Joseph
Nat Mcintosh
Jon Sass
Jim Self
Michel Godard
Anthony Lacen
Walter Page
Chink Martin
Hayes Alvis
Pete Briggs
Singleton Palmer
Joe Tarto
Cyrus St. Clair
Clinton Walker
Gene Mayl
Quinn Wilson
…
-υπάρχουν και ανάλογες λίστες επιδόσεων της ποίησης :))
Θα περιμένω πολύ ακόμη για μια απάντηση στο ερώτημα: όνος ή όνομα; Ψάχνω για συνεργάτες εκτροφείου, ναι, να πιάνουν τα χέρια τους, ααα, είναι και άριστη θεραπεία για αστικές νευρώσεις…ξέρω που σας λέω…
Τα ρέστα μου
Θεωρώ τα ποιήματα του ανώνυμου Χ2 ποίηση, χωρίς να αξιολογώ την ιδιαίτερότητα ή μη των συγκεκριμένων και τον ίδιο ποιητή. Ως προς την ανωνυμία συμφωνώ απόλυτα με τα του κ. Γιάννη Λειβαδά.