Ελλάδα Βλέφαρα Κλειστά

για τον Θανάση

λατινική αμερική, άγριες συμμορίες
κάτι από το σεβασμό του “παρουσιάστε”
έχουν οι αποκεφαλισμένοι
μ’ όλα τα όπλα προσεκτικά βαλμένα δίπλα τους
και μέρες από φτώχεια στις ελπίδες
κρατάνε επίμονα τα βλέφαρα κλειστά
λατινική αμερική, άγριες συμμορίες
ήπειρος, θεσσαλία, πελοπόννησος
ο ένας λέει ετοιμάζεται να κλείσει
ο άλλος είναι ευτυχισμένος από καταστροφή
τι να γυρεύεις έρωτες αυτά τα χρόνια
θέλει να κλαις χωρίς να νοιάζεσαι
άμα σε βλέπει ο ξένος
ή να μην κλαις καθόλου
γιατί το αίμα μέσα σου περίσσεψε…
Να δούμε την Ελλάδα που ετοιμάζετε
έτσι καλύτερα, με βλέφαρα κλειστά,
αλλά οι τραπεζίτες – μέσα κι έξω-
δε θα βρούν
ούτε ένα φράγκο μες στις τσέπες μας.

Τα μπλουζ της Πασχαλίτσας

έρχονται πάντα την κατάλληλη στιγμή
οι αργοπορημένοι
για να υπερασπισθούν
το αναφαίρετο δικαίωμα στο τσίπουρο
σε συνδυασμό με το απόλυτο του συνθήματος
” Άι λαβ Κρυονέρι”
την ώρα που ο πρόεδρος
αναπτύσσει ενδελεχώς
τις τελευταίες διεθνείς εξελίξεις
πάνω στο ζήτημα του καλαμποκιού
(δε θυμάμαι αν αφορούσε
τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές).
Ένας άντρας απέναντι
λέει πως δεν χορεύει
και όμως πρέπει να χορέψουμε
αλλιώς δε φεύγουμε από το μαγαζί
μία γυναίκα βλέπω πως λυπάται,
αλλά δεν ξέρω τι…
Πέρασαν οι επέτειοι θανάτων
χωρίς να φοβηθούμε
ίσως να είμαστε πια πιο έτοιμοι
ή μήπως είμαστε κιόλας πεθαμένοι…
Ή ήρθε επιτέλους
η μέρα που οι ποιητές
γίνανε πειρατές
(Πίσω απ’ το λευκό της γάζας
κρύβονται όλα όσα είδαν και δε μίλησαν)
ρεσάλτο αποφασίζοντας
στην πίστα..
Μάνα, μ’ ονειρευόσουν ναυτικό-
έφτασα μέχρι
ένα ξύλινο πάτωμα να κυβερνήσω.

Προφάσεις

Είναι αλήθεια πως αγαπήσαμε τόσο πολύ τη μουσική
που ζήσαμε όπως μας είπαν τα τραγούδια…

Ανεικονικό

Αν το εστιατόριο
με την καλλιτεχνική ονομασία
“Η Φλωρεντία”
έχει αποκλειστικό προορισμό
να σιτίζονται τα μεσημέρια οι εργάτες,
τότε η σκιά μίας γυναίκας
σχέδιον προβολέα
στο κατάστρωμα
είναι ο πρόλογος
της μέρας μετά από ταξίδι
που απαιτεί υπομονή.
Θυμάμαι πάντα, Βασίλη,
το πλοίο “Αμούρ” στο Κερατσίνι
κι εκείνο το κίτρινο περίπτερο
με φως από πίνακα του Ρέμπραντ.
Εγώ, όπως πάντα,
βέβαιος ότι δε φέρνω ευτυχία
στους ανθρώπους
Μαύρη φτερούγα
από κορμί στο κεφαλόσκαλο
κρύβει το βλέμμα μας
από τα χρόνια…

άσκηση

Τα γυμναστήρια κρύβουν μυστήρια
αλλά, ακόμη κι αν τίποτα δεν είναι έτσι
και επειδή το παιδί όταν ήταν παιδί
δεν ήξερε ότι είναι παιδί
εγώ πέρασα τις μέρες μου
παρατηρώντας ένα ψόφιο περιστέρι
ώσπου ακούστηκε το φτερούγισμά του.
Ακόμη κι αν αρνηθούμε τα πάντα
ας πιστέψουμε τουλάχιστον
σ’ έναν φύλακα άγγελο,
κυρίως επειδή τον είδαμε στο σινεμά
στο μεταγωγών
ή στον φωταγωγό.

Αταξίες

Μπορούμε λοιπόν να κλείσουμε το στόμα μας
είκοσι χρόνια κάθειρξη τουλάχιστον,
πίσω απ’ τα δόντια λόγια
να σέρνουν τα δεσμά τους χιαστί…
I scream…You scream…
Έτσι σωπαίνοντας
θ’ αφήσω το κλειδί στην αλυσίδα
εσύ όμως να κάνεις πως το έχασες
We scream…
δικές μας νύχτες
Αχαρνών και Πατησίων
οι ταξιτζήδες ξεφορτώνουν
θεές από την Αφρική
Κολιάτσου και πλατεία Αμερικής
ενώ ο παλαιός των ημερών αποκαλύπτει:
ξέρω αυτό το δρόμο από το 1924
εδώ υπήρχε ένα διώροφο
εκεί περπατούσε η Κυβέλη
κι η όμορφη Εβραία κυνηγημένη
από τους Γερμανούς
βουτούσε απ’ την ταράτσα…
Σήμερα, λίγο πιο μακριά,
μένει ο τελευταίος μεγάλος
δημοτικός τραγουδιστής
δίπλα απ΄το σπίτι σου
η Ναυσικά
λίγο πιο πίσω απ’ τα δόντια μας τα λάθη
και μετατρέπονται σε άσφαλτο,
όπως ανακαλύπτεις ότι γεννηθήκαμε μαζί
έτσι που και δίχως να μιλάμε
μπορούμε να ονειρευόμαστε τα λόγια…

δικαίωμα

επειδή ξέρω τη λύπη σου τώρα…
Τη λύπη να σου χρωστάει η ζωή έναν έρωτα
και να σου επιστρέφει ένα ποίημα…
Γι’αυτό επιμένω ότι δεν είμαι ποιητής
τραγουδάκια θέλω να βάζω μόνο
για τους φίλους μου…

εδώ

Εδώ δεν ζητάμε ευθύνες ούτε συναισθήματα. Δεν ζητάμε να αγαπήσουμε ή να αγαπηθούμε…Δεν παίζουμε τους φταίχτες και τους αθώους, τους θύτες και τα θύματα. Ούτε φυσικά τους άντρες εναντίον των γυναικών. Προκρίνουμε την εις βάρος μας οργή. Κυρίως τον ενικό του “είσαι μαλάκας”, το έχουμε ξαναγράψει σε κινητά που αγνοούνται έκτοτε, από οποιονδήποτε άλλο πληθυντικό. Μουσική, λέξεις, εικόνες… Τους ανθρώπους που είναι δίπλα μας τους θέλουμε επιθετικούς, για να επιβιώνουν ή να αποφασίζουν. Ακόμη προσπαθούμε να βγάλουμε από τ’ αυτιά μας τηλεφωνήματα που ανακοινώνουν…

Χάρισμα

Εμείς κάθε στιγμή μπορούμε να στήσουμε μια γιορτή
επειδή έχουμε καλοκαιρινές ιστορίες
και κάποια χειμωνιάτικα παραμύθια
εφεδρικά
ακόμη κι αν χάσουμε
δεν θα παραδεχτούμε ποτέ ότι ηττηθήκαμε
κυρίως θα ζήσουμε
χωρίς να αφήνουμε πίσω αιχμάλωτους
Οι δικοί μας άνθρωποι μόνο
μπορούν να μας σκοτώσουν
κάθε φορά που τους γυρίζουμε την πλάτη.
Καμία σταύρωση, καμία λύπη
εμείς μπορούμε να φεύγουμε
επειδή κάθε στιγμή στήνουμε μια γιορτή.

Φινάλε

Βρήκαμε πολύ Θεό σκάβοντας μέσα μας σ’ αυτή τη ζωή.
Ειλικρινά ελπίζω στην επόμενη να μην υπάρχει τίποτα και κανένας εκεί πάνω…

όνειρα επί δύο

Με ξύπνησε χαράματα πρώτη φορά
τηλεφωνώντας.
Ρωτούσε κλαίγοντας
«είσαι καλά παιδί μου;Όλο το βράδυ
σʼ ονειρευόμουν πεθαμένο».
Την σκέφτηκα στον ύπνο της
να σφίγγει πάλι τις γροθιές της στον αέρα.
Κατέβασα το ακουστικό,
ήρεμος, τόσο ήρεμος και αποφασισμένος
που η μάνα μου με γέννησε ξανά στο χώμα.

Μονολογώντας γιασεμιά

Η άκρη του δρόμου κάπως έτσι. Δίπλα η οικοδομή και τα τσιμέντα. Τα γιασεμιά τρυπάνε ακόμη το μαύρο των ιστολογίων. Α, μοιάζουνε με άστρα. Τα τσιμέντα ακαταμάχητα. Τα απλωμένα ρούχα επίσης. Όμορφες νύχτες, την ώρα που τις ζούμε κιόλας πεθαμένες, αθώες του μέλλοντός τους, πιο σύντομες από τον εαυτό τους ως παρελθόν. Ένα ζευγάρι σκουλαρίκια φτιαγμένα από συρμάτινες χορδές σε σάζι. Ένα φόρεμα ραμμένο από τις παρτιτούρες αγαπημένων τραγουδιών. Κι ο έρωτας μια άσκηση ύφους είναι ή η παραδοχή ότι δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή. Αν το σκεφτείς εκ των υστέρων, τίποτα δεν έζησε όπως το αισθανθήκαμε. Μονολογώντας γιασεμιά και άστρα, μου απαντούσανε τσιμέντα κι απλωμένα ρούχα. Δικαίωμά μου σάουντρακ τα τραγουδάκια που φωνάζουν στα ποτάμια. Δικαίωμά μου μια Ευδοκία δύο χιλιάδες σπαταλημένες λέξεις.

Ράγες γαλάζια αντίο

Αγάπη, ρε φίλε, μου έλεγε ο μετανάστης, μπορεί να είναι να της μιλάς απ’ αυτό το κουτί στις έντεκα το βράδυ, με δυο βαθμούς το κρύο μέσα σου, για το πώς πάνε τα παιδιά κι ότι να μην ανησυχεί και θα γυρίσεις, κι η άλλη να απαντάει “κλείσε τώρα, γιατί δεν είμαι μόνη μου”.Επέμενε να με κεράσει έπειτα στο μαγαζί του Τούρκου, του Ορχάν, στη διαπασών ο Καζαντζίδης,ψυχή στο δρόμο, εγώ ένας τουρίστας, μάθαινα για τα καλά πώς αποχαιρετάνε έρωτες οι μετανάστες, χωρίς θεωρίες παπαριές και ετικέτες, μόνο πολλά γαλάζια αντίο καρφώνοντας στη βάρδια τους, στις ράγες.

Απτας

Σε δύο πόλεις οι γυναίκες που αγάπησα. Η μία, εγγράμματη στο σώμα, με ακολούθησε σ’ όλη τη γη, θέλοντας να με ζήσει εκεί που της ανήκε. Μια λάμπα αντίκα, μια ταμπακέρα με τη μονογραφή ενός Σουλτάνου, βιβλία ιστορίας κι ένα μαύρο πουκάμισο τα δώρα της. Καθίσαμε στο καφενείο που συναντήσαμε σε ένα άλλο κείμενο, πίνοντας ναργιλέ, χωρίς τη σκέψη του αποχωρισμού. Τόσο υπνωτισμένοι από αισθήσεις, ώστε μονάχα το έγκλημα θα εξηγούσε την απόσταση.. Περνούσε η λυπημένη πομπή, από το κατάστημα κλείσανε τη μουσική, ίσως να σηκωθήκαμε όρθιοι από σεβασμό, “θέλεις να δεις πώς είναι στον τόπο μας οι κηδείες;” αρνήθηκα προφασιζόμενος διακριτικότητα. Το απόγευμα μου έκανε όλες τις χάρες. Το βράδυ βρέθηκα στη φυλακή. Χαράματα βγαίνοντας, μια συμβουλή από τον διοικητή “να τους προσέχεις, μπορεί να κατέβουνε όλοι απ΄το χωριό τους για εκδίκηση”. Πέταξα τα δώρα στα σκουπίδια. Έφερα πίσω το πουκάμισο, κομμάτια. Ο μόνος υποψήφιος επιβάτης στην αποβάθρα, ελπίζοντας στο καράβι ή σ΄έναν πυροβολισμό πίσω απ’ την πλάτη μου, κοιτάζοντας προς την πλευρά της θάλασσας. Ακόμη δεν ξέρω τι απ’ τα δυο ζητούσα πιο πολύ, για να γλιτώσω απ’ τη φωνή, μαχαίρια “μείνε”, κλωστή ένα πουκάμισο στα χέρια της.


Ποίημα ανάπηρο, σκοπός θανατηφόρος

Το ποίημα φτιάχνεται από αναπηρία
από διαμελισμένα σώματα
ακατανόητα τα πράγματα
απρόσιτοι οι άνθρωποι
η μέσα ήπειρος όσο κι αν μεγαλώνω άγνωστη
κι οι στίχοι μου εντόσθια χυμένα
-οδός ερώτων ίσως, το ξημέρωμα-
ψάχνουνε κάποτε για απαντήσεις
σε στοιχειώδη μαθηματικά, το ομολογώ:
πολλαπλασιασμούς
και προσθαφαιρέσεις.
Για τα ανώτερα μαθηματικά έχουν μιλήσει άλλοι.
Το ποιημα φτιάχνεται από την ανεπάρκεια
από τη δική μου ανεπάρκεια
από τη δική μου ανικανότητα
ότι γράφω
για τη γυναίκα που πηδάω
αλλά αδυνατώ να την ζήσω αξιοπρεπώς
δουλεύοντας ταξιτζής στη βραδινή βάρδια,
μηχανικός σε φέρι μποτ
ή ρεσεψιονίστας σε μπουρδελοξενοδοχείο.
Πρέπει να έχουν καλό μεροκάματο, σκέφτομαι.
Αν από περιέργεια υπάρχω κι από καραγκιοζιλίκι,
συνεπώς γελοίος.
είναι γιατί ξόδεψα χρόνια ολόκληρα στην παραλία
στο καφενείον “Κοσμικόν” παίζοντας στα ζάρια
εσένα που καθόσουνα σε μπαρ
με μάσκες αυτοκινήτων στην οροφή τους.
Έφτιαξα τις Καρυάτιδες τραβεστί
και πήγα την Ακρόπολη στο Δέλτα του Φαλήρου
μετά τις 11 το βράδυ
mazda rx άρματα μάχης
παραμονεύαν στο σκοτάδι.
Δεν το πολυδιαφημίζω πάντως.
Εσύ όμως ρε παιδάκι μου
με τόσες βεβαιότητες
εκτός από το ότι σε αποκαλώ “χέστη”
και θα περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου κραυγάζοντας:
“νίκησα!”, “νίκησα!”
τι λόγο έχεις να γράφεις;
Λέω μήπως γι’ αυτό δεν σου βγαίνει τίποτα της προκοπής…
Τουλάχιστον γαμάς καθόλου;

Περσόνα ιστολογίου, δεν δηλώνει ποιητής.

http://olaxidyo-x2.blogspot.com/