ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ

Βρωμοκοπάει κάτουρο
Κι η αγωνία του ουρανού φτάνει ώς εδώ
Διαθλασμένη στις σκολιές οδούς
Τοπωνυμίων

Έκπτωτοι σέρνονται
Εκεί όπου πατάνε
Σαν για νʼαγιάζουν
Όχι τα πέλματα, μα ό,τι βρέθηκε
Κάτω απʼ το βάρος τους

Σώματα δηλαδή
Όσα τα βάρη κράτησαν και βάστηξαν
Άλλων σωμάτων πάλι –
Απʼ τα ανθρώπινα

ΠΑΖΑΡΙ

Περασμένη ώρα. Ξεστάχυασε και το απόγευμα
Μόνο τα σκουπίδια στο φως
Ανάμεσα στο αντιφέγγισμα της δύσης
Και στα φανάρια που μόλις θερμαίνουν τα λαμπιόνια τους
Εκείνος παλεύοντας τις ρόδες
Που χρησιμεύουν του για πόδια
Πιλατεύει το κορμί του στο κάθισμα επάνω
Και μπροστά ορμάει σε ανήφορο μοναδικό

Πεθαμένη κι η ώρα. Πλάι στα σκουπίδια
Που ο δρόμος περιθάλπει αντί γιʼ αυτόν μετά από το παζάρι
Μια όμορφη του συνοδεύει τον καημό
Γυναίκα; Αδελφή; Εταιρικό;
Τροχήλατος εκείνος επιστρέφει
Σε σπίτι; Σε παράγκα; Σε οικισμό;
Παράπηγμα η ζωή του

Κι εκείνος τον μοναδικό του οβολό κυλάει
Με δυσκολία γυρνώντας
Σε δύο ρόδες τον δικό του τον τροχό

ΝΕΑΡΗ ΤΣΙΓΓΑΝΑ ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ

Με μία ελαφρά βλεφαρόπτωση
Στο βλέμμα, τα χρυσαφικά στο λαιμό
Και δαχτυλίδια με φλουριά στα χέρια

Στην αγκαλιά της μέσα
Στον ύπνο του καθεύδει το μωρό
Με σύννεφο αντάμα

Μαζί με μια υγρασία στα μάτια
Τις πούλιες σε ύφασμα τορνευτό
Πάνω στο μαύρο στήθος

Μαζί με ποιος ξέρει πόσες ζωές
Από μακριά, από κοντά ταξιδεύει
Με το μωρό της κοιμισμένο στο στήθος
Κι ένα κάτι υγρό κυκλοφορίας ονείρου στα μάτια