ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ
Βρωμοκοπάει κάτουρο
Κι η αγωνία του ουρανού φτάνει ώς εδώ
Διαθλασμένη στις σκολιές οδούς
Τοπωνυμίων
Έκπτωτοι σέρνονται
Εκεί όπου πατάνε
Σαν για νʼαγιάζουν
Όχι τα πέλματα, μα ό,τι βρέθηκε
Κάτω απʼ το βάρος τους
Σώματα δηλαδή
Όσα τα βάρη κράτησαν και βάστηξαν
Άλλων σωμάτων πάλι –
Απʼ τα ανθρώπινα
ΠΑΖΑΡΙ
Περασμένη ώρα. Ξεστάχυασε και το απόγευμα
Μόνο τα σκουπίδια στο φως
Ανάμεσα στο αντιφέγγισμα της δύσης
Και στα φανάρια που μόλις θερμαίνουν τα λαμπιόνια τους
Εκείνος παλεύοντας τις ρόδες
Που χρησιμεύουν του για πόδια
Πιλατεύει το κορμί του στο κάθισμα επάνω
Και μπροστά ορμάει σε ανήφορο μοναδικό
Πεθαμένη κι η ώρα. Πλάι στα σκουπίδια
Που ο δρόμος περιθάλπει αντί γιʼ αυτόν μετά από το παζάρι
Μια όμορφη του συνοδεύει τον καημό
Γυναίκα; Αδελφή; Εταιρικό;
Τροχήλατος εκείνος επιστρέφει
Σε σπίτι; Σε παράγκα; Σε οικισμό;
Παράπηγμα η ζωή του
Κι εκείνος τον μοναδικό του οβολό κυλάει
Με δυσκολία γυρνώντας
Σε δύο ρόδες τον δικό του τον τροχό
ΝΕΑΡΗ ΤΣΙΓΓΑΝΑ ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ
Με μία ελαφρά βλεφαρόπτωση
Στο βλέμμα, τα χρυσαφικά στο λαιμό
Και δαχτυλίδια με φλουριά στα χέρια
Στην αγκαλιά της μέσα
Στον ύπνο του καθεύδει το μωρό
Με σύννεφο αντάμα
Μαζί με μια υγρασία στα μάτια
Τις πούλιες σε ύφασμα τορνευτό
Πάνω στο μαύρο στήθος
Μαζί με ποιος ξέρει πόσες ζωές
Από μακριά, από κοντά ταξιδεύει
Με το μωρό της κοιμισμένο στο στήθος
Κι ένα κάτι υγρό κυκλοφορίας ονείρου στα μάτια











Καλημέρα και μακροημέρευση. Η Αθήνα στους
13 βαθμούς και η Θεσσαλονίκη στους 8, βράζει πιο πολύ η πρώτη, άντε συμπρωτευουσιάνοι κάντε κατιτίς, δηλαδή κατεβείτε προς τα κάτω
κι από εδώ να ανηφορίσουν προς τα πάνω, και για να σκεφτώ…κάπου ενδιάμεσα, μμμ ναι, στην Οίτη ίσως, κοντά στην Πυρά Ηρακλέως, να χτιστεί
καμιά οικολογική πόλη, από ινδιάνους και των δυο πόλεων. Για τα αγριογούρουνα δεν χρειάζεται καμιά ανησυχία, οικολογικά θα είναι κι αυτά. Έτσι ίσως σταματήσει να “βρωμοκοπάει κάτουρο το πεζοδρόμιο”, καθώς λέει κι ο σημερινός ποιητής, ίσως ακόμη και το “υγρό κυκλοφορίας ονείρου στα μάτια”, ίσως γίνει μια αποδεκτή κατάσταση μέσα στο απαράδεκτα επιβεβλημένο σήμερα. Ακούσατε σήμερα τα πουλιά; Τσίου τσίου.
—-περί ντιιινγ και κάποτε στα άγρια πάρκα——
παλουκάρι, μόλις επιστρέψετε τον γκούφυ σπίτι, ίσως να επαναπροδιορίσετε το αξιακό σας σύστημα περί ντιιιινγ
δείτε αυτό λ.χ. http://www.youtube.com/watch?v=lxOu1DyVQV8&feature=related
δεν σας πάει με ένα τρόπο όλο το πακέτο? ..
και μιλάμε τώρα για πρώτη πληθυντικού στο απρόσωπο.ονομάζεται και street αλλά εσείς μάλλον το εκτιμάτε κάπως διαφορετικά όπως βλέπω..
Γκούφυ.. πιάσε κι αυτό..
http://www.youtube.com/watch?v=sOS18JTpijU
Βαθιά ανθρώπινο ποίημα το “παζάρι”.
“Εκείνος παλεύοντας τις ρόδες
Που χρησιμεύουν του για πόδια
Πιλατεύει το κορμί του στο κάθισμα επάνω
Και μπροστά ορμάει σε ανήφορο μοναδικό”
Σπαρακτικό. Συγκινεί. Συνδυάζει αίσθηση-συναίσθημα με στοχασμό. Απευθύνεται σε περισσότερα μέρη της “ψυχής” και του νου. Δυνατή σύλληψη. “Μόνο τα σκουπίδια στο φως”
προοικονομούν ίσως “ιμπρεσιονιστικά” “ανάμεσα στο αντιφέγγισμα της δύσης” τη συνέχεια.
Κινηματογραφική εικόνα και διαδοχή. Ιδιαίτερη και αριστοτεχνική εκτέλεση. Κινείται στο χρόνο και αντέχει. Σημαντικά τα 3 ποιήματα του κ. Θ. Χατζόπουλου.
@1
“Μα ο Ν. δεν τον άκουγε. Τράβηξε απότομα τα κουρτινάκια του κουπέ και κοίταξε απ’ το παράθυρο.
– Για δες, μωρέ! Τι φύση είν’ αυτή!
Κοίταξε κι ο Γ. λίγο δύσπιστος. Μα μόλις είδε το τοπίο, αναρίγησε, τινάχτηκε επάνω. Παρόμοιο μεγαλείο φυσικό σπάνια συναντάς. Τριγύρω τους ήταν βουνά, βαθιές χαράδρες που σου φέρναν ίλιγγο, νερά κυλούσανε εδώ κι εκεί, να ένας καταρράκτης που έπεφτε σε μια βαθιά κοιλάδα και θα σχημάτιζε ασφαλώς κάποιο ποτάμι, που απ’ τη μεριά τους δεν φαινόταν, γιατί η κοιλάδα ήτανε πνιγμένη απ’ άγρια βλάστηση. Αχνή ομίχλη σκέπαζε τα πάντα και τους έδινε χαρακτήρα απόκοσμο. Αυτή λοιπόν ήταν η Βιθυνία!
Ο Γ. αγαπούσε τα βουνά. Το μεγαλείο τους τον μάγευε, τον αποσβόλωνε και τον ακινητοποιούσε. Σ’ αυτά τα άγρια μέρη που ήταν καταπράσινα, έβρισκε κάτι που ανταποκρινόταν στην ψυχή του. Πολύ θα ήθελε να ζούσε σ’ έναν τέτοιο τόπο, παρέα με λίγους καλούς συντρόφους. Μα ήταν βέβαιος ότι αυτό δεν θα το επιτύγχανε ποτέ.”
(Τάσος Φάλκος, Τουρκές η νύχτα, 2009).
Δυστυχώς “σχολιαστή” δεν θα συναντηθούμε κάπου ενδιάμεσα γιατί “Εκείνος παλεύοντας τις ρόδες/Που χρησιμεύουν του για πόδια/Πιλατεύει το κορμί του στο κάθισμα επάνω/Και μπροστά ορμάει σε ανήφορο μοναδικό”
Ποίηση γήινη, αισθαντική, λιτή, με άρτιο μετρημένο λόγο.
Στοιχεία μάλλον δυσεύρετα σήμερα.
Ποιητής με σπάνια λογοτεχνική καλλιέργεια και διαίσθηση. Η αποσπασματικότητά του αναπνέει. Μεταξύ άλλων ξεχωρίζω τo “ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ” και το “ΝΕΑΡΗ ΤΣΙΓΓΑΝΑ ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ”. Διορθωτέο το “βρωμοκοπάει κάτουρο το πεζοδρόμιο” του σχ. 9:09 σε “Βρωμοκοπάει κάτουρο”.
μια ένσταση μοναχα για το 2ο και 3ο. θα προτιμουσα αντι για συγκινηση να προκαλουν οργη.
θα συμφωνησω με τον κο σκληβανιωτη και θαγαπησω πιο πολυ το πεζοδρομιο.
οργή όπως αυτή που αισθανόμαστε όταν κοιτάμε αυτές τις παλιές φωτογραφίες της ερειπωμένης κατεστραμμένης ακρόπολης με τα μαραζωμένα ταπεινωμένα καφενεία της πόλης ως κατ αναλογία ερείπια της αρχαίας της αγοράς?
ίσως λεω ισως βαβου οργη για τη διαδρομη
αν και τοσχολιο ηταν για τα ανωτερω ποιηματα κι οχι για τη φωτογραφια στο δικο μου μπλογκ