Στην παρούσα ανθολογία ενσωματώνεται στο σύνολό του σχεδόν, μετά από κάποιες παρεμβάσεις που κρίθηκαν απαραίτητες, το πρώτο βιβλίο που βγήκε από τη σειρά «Αργεντίνοι Ποιητές»1 (Τριάντα Ποιήματα, Εκδόσεις Θράκα, 2014) μέσω του οποίου συστήσαμε την Alfonsina Storni στη χώρα μας. Και τώρα μέσα από μία επιλογή, διαδικασία αρκετά δύσκολη είναι αλήθεια, εκατό ποιημάτων επιχειρούμε να δώσουμε, έναν όσο γίνεται πιο κατατοπιστικό χάρτη της ποιητικής της διαδρομής και εξέλιξης με επιλογές από τις εφτά συλλογές που εκδόθηκαν από το 1916 έως και το 1938. Στα συγκεκριμένα βιβλία οφείλεται ως επί το πλείστον η φήμη της και η περίοπτη θέση που κατέχει στο στερέωμα της παγκόσμιας ποίησης.

Αφήνοντας κατά μέρος τις πολλές βιογραφικές αναφορές, αφού πλέον αρκετά πράγματα για τη ζωή της είναι ήδη γνωστά και στη χώρα μας χάρη σε προηγούμενες εκδόσεις των ποιημάτων της, θα θέλαμε να επικεντρωθούμε και να πούμε λίγα λόγια για τις ποιητικές συλλογές που τροφοδοτούν την παρούσα ανθολογία, καθώς και για τα επί μέρους χαρακτηριστικά τους. Εστιάζοντας έτσι πρωτίστως στο ποιητικό φαινόμενο Alfonsina Storni, και όχι στο τραγικό πρόσωπο που υπήρξε. Γιατί συχνά το ποιητικό της πορτραίτο φιλοτεχνήθηκε και προωθήθηκε, μάλλον ανισομερώς, κυρίως με έμφαση στο έντονα τραγικό στοιχείο της ζωής της και λιγότερο με βάση την κοινώς αποδεκτή ποιητική της αξία.

Η διαδρομή αυτή που θα την οδηγήσει στην κορυφή της παγκόσμιας ποίησης, ξεκινά ουσιαστικά το 1912. Όταν δηλαδή είναι είκοσι χρονών και έγκυος σε ένα παιδί εκτός γάμου, από έναν άντρα κατά πολλά χρόνια μεγαλύτερό της, σε μια εποχή που τα παιδιά εκτός γάμου θεωρούνταν «παράνομα» και δεν εμφανίζονταν πουθενά. Τότε είναι που παίρνει μια μεγάλη απόφαση που αποδεικνύεται καθοριστική για τη μετέπειτα ζωή της. Φεύγει από το επαρχιώτικο περιβάλλον του Ροσάριο της Σάντα Φε των διακοσίων χιλιάδων κατοίκων για να ζήσει στο κοσμοπολίτικο, αχανές και υπό ιλιγγιώδη ανάπτυξη Μπουένος Άιρες, θεωρούμενο τότε ως «το Παρίσι της Λατινικής Αμερικής», που οδεύει τάχιστα στο να γίνει μια μητρόπολη δύο εκατομμυρίων κατοίκων. Έχει ήδη δημοσιεύσει, εκεί όπου έμενε ως εκείνη τη στιγμή, κάποια ποιήματα στον τοπικό τύπο, που περνούν απαρατήρητα. Η Storni, ανήσυχο πνεύμα από μικρή, είχε ήδη κάνει πολλές απόπειρες να εκφραστεί ποιητικά από την ηλικία των οχτώ ετών ακόμη.

Το 1916 πραγματοποιεί το πρώτο μεγάλο βήμα με την έκδοση της συλλογής La inquitetud del rosal (Η ανησυχία της τριανταφυλλιάς).

 

(Απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου)

 

*********************

Ζωή

 

Τα νεύρα μου έχουν τσακιστεί, στις φλέβες

βράζει το αίμα, πύρινο υγρό

αναπηδά στα χείλη όπου υποδύεται μετά

το ξεφάντωμα όλων των γλεντιών.

 

Να γελάσω ποθώ· τα βάσανα

που δεν λέω πως υποτάσσονται στο θέλημά μου,

σήμερα μαζί μου δεν παίζουν και παίζω εγώ

με τη γαλάζια θλίψη που τα ’χει γεμίσει.

 

Ο κόσμος πάλλει· την αρμονία του όλη

τόσο τη νιώθω δονούμενη που δικό μου κάνω

όσο έχει πιοτί στη γητεύτρα μπαλάντα του.

 

Είναι που το παράθυρο άνοιξα πριν από λίγο

και στα λεπτεπίλεπτα φτερά του αγέρα

μου έχει φέρει τον ήλιο της η Άνοιξη!

 

 

(Η ανησυχία της τριανταφυλλιάς, 1916)

 

 

 **************************

Έτσι

Έτσι το βιβλίο έφτιαξα:

στενάζοντας, κλαίγοντας, κάνοντας όνειρα, αχ, η καημένη.

 

Πεταλούδα θλιμμένη, ανελέητη λέαινα,

έδωσα φώτα και ίσκιους, όλα μεμιάς.

Όταν λέαινα ήμουνα ποτέ δεν θυμήθηκα

πώς μπόρεσα κάποτε πεταλούδα να είμαι.

Σαν ήμουν πεταλούδα δεν πέρασε ποτέ απ’ τον νου

πως θα χτυπούσα μια μέρα με δόντια και νύχια γαμψά.

Κάποιες φορές μαζεμένη κι άλλοτε δίνοντας σάλτα

τη ζωή μου ματώσανε και ματώνοντας φόνευσα.

Ξέρω πως, είτε περιστέρι είτε βαρύ κυπαρίσσι

είτε βλαστημένο φυτό, έκλαψα ξανά και ξανά.

Είτε δοκιμάζοντας αλάτι είτε κλέβοντας μέλι

τα μάτια μου κλάψαν μέχρι εκεί που άλλο δεν πήγαινε.

Είναι οπότε το ίδιο, το ’χω μάθει καλά.

Να ’μαι ρόδο ή αγκάθι, να ’μαι φαρμάκι ή νέκταρ.

 

Έτσι πάω σκυμμένη με τη δύστροπη δίψα μου

κήπους κλαδεύοντας κάθε λογής.

 

(Η γλυκιά ζημιά, 1918)

 

 

************************

Μικρό μου ανθρωπάκι

 

Μικρό μου ανθρωπάκι, μικρό μου ανθρωπάκι

λευτέρωσε το καναρίνι σου που θέλει να πετάξει…

Εγώ είμαι το καναρίνι, μικρό μου ανθρωπάκι,

να σηκωθώ άφησέ με.

Στο κλουβί σου βρέθηκα, μικρό μου ανθρωπάκι,

μικρό μου ανθρωπάκι που φράξιμο μου δίνεις.

Σε λέω ανθρωπάκι γιατί δεν με καταλαβαίνεις

κι ούτε θα καταλάβεις.

Κι εγώ δεν σε καταλαβαίνω, αλλά στο μεταξύ

το κλουβί μου άνοιξε που να ξεφύγω θέλω·

μικρό μου ανθρωπάκι μισής ώρας αγάπη,

άλλα μη μου ζητάς.

 

(Αναπόφευκτα, 1919)

 

 

 *********************

Κουβέντες στη μάνα μου

 

Όχι δεν σε ρωτώ τις μεγάλες αλήθειες αφού

δεν θα ’χες απάντηση˙ απλά ψάχνω να βρω

αν, όταν με κυοφορούσες, ήταν μάρτυρας η σελήνη,

στις άφεγγες ανθισμένες αυλές, κάνοντας βόλτες.

 

Και αν, όταν, στον κόρφο σου από λατίνικα πάθη,

εγώ κοιμόμουν ακούγοντας, μια βραχνή ηχηρή θάλασσα

τα βράδια σε κοίμισε, και κοίταξες, στο χρυσάφι

του δειλινού, να βυθίζονται τα θαλασσοπούλια.

 

Γιατί η ψυχή είναι όλη από φαντασία, ταξιδιάρα,

και την τυλίγει ένα νεφέλωμα ανάλαφρης τρέλας

όταν το νιο φεγγάρι σηκώνεται στον γαλανό ουρανό.

 

Και τέρπεται, αν τα έντονα θυμιατά της ανοίγει η θάλασσα,

νανουρισμένη σ’ ένα φωτεινό ναυτικό τραγούδι

να θωρεί τα μεγάλα πουλιά που περνούν δίχως προορισμό

 

(Ώχρα, 1925)