Είμαι Άγγλος νιος και τυχερός
Είμ’ Άγγλος νιος και τυχερός
θέλω τον βασιλιά
κι ας ακριβαίνουν τον καπνό,
φτάνει που με ρωτάν.
Την γριά Αγγλία την αγαπώ
από δύση σ’ ανατολή,
απ’ τον Ιορδάνη ποταμό
ως του Άτλα την ακτή.
Την γριά Αγγλία όπου κι αν βρεθώ
την έχω στην καρδιά,
μόνο αυτούς τους νέγρους
να έδιωχνα έξω με μια κλωτσιά.
Διαβάζεις την Αγία Γραφή
Διαβάζεις την Αγία Γραφή, χρυσές σελίδες.
Διαβάζεις λόγια ωραία που μιλάν για αγάπη.
Διαβάζεις και για τον Πλάτωνα, όλους τους σοφούς
που λεν για ελπίδα, για χαρά, για αγάπη, για ειρήνη.
Μα αυτά λέω σαν ανόητα τα νιώθει ο νους,
σα να λένε για λεπρούς ή για νεράιδες.
Αλλά το ξέρεις όταν άνθρωπο χρειαστείς,
πως σαν τον εαυτό σου εσέ δεν σ’ αγαπάει κανείς.
Επάσχισα κι εγώ να γίνω κάποιος.
Στα δεκατρία εδούλεψα καλά στο τραμ,
μα κι αν δεν έγινα γιατρός, στρατιωτικός,
τον βασιλιά τον υπηρέτησα πιστά,
ποτέ στους χαλεπούς καιρούς δεν πρόδωσα.
Ούτε όταν οι Άγγλοι τα ‘καναν σμπαράλια εδώ.
Κι όταν γίναμε γίναμε ανεξάρτητοι ήμουν νομιμόφρων,
μα σαν τον εαυτό σου εσέ δεν σ’ αγαπάει κανείς.
Πράγματι τους μικρούς εμάς της μεσαίας τάξεως
μας φέρνουν γύρω σαν καφέδες σ’ αγρυπνία,
οι υπάλληλοι μας έχουν σαν γαϊδούρια στη σειρά,
μας κοροϊδεύει ο όχλος όταν προσπαθούμε
να ‘χουμε τρόπους, να μιλάμε καθαρεύουσα.
Έτσι ούτε σύλλογο έχουμε και είναι να μας κλαις.
Μα μόνο τούτο ξέρουμε καλά και εμείς,
πως σαν τον εαυτό σου εσέ δεν σ’ αγαπάει κανείς.
Λατρεύω το σωτήρα μου
Λατρεύω το σωτήρα μου
τον Πλάστη μου αγαπώ,
στην κόλαση είν’ η θέση
για τον οξαποδώ.
Και λέω στον Mr Dalles
παρακαλώ πολύ
για μια μεγάλη χάρη,
αχ όχι αστεία με το φεγγάρι.
Είμαι μικρούλα Χριστιανή
στα πόδια μου άσπρο χιόνι,
καθημερνά προσεύχομαι
για της Λαμπρής τ’ αρνί.
Φωνάζω στον Mack Milan
που μοιάζει μανιτάρι
για μια μεγάλη χάρη,
αχ όχι αστεία με το φεγγάρι.
Δεν παίρνει εδώ κανείς
Δεν παίρνει εδώ κανείς
τη θέση της μητέρας
για να του δώσει
ένα φιλί γλυκό για μένα.
Άνοιξε λίγο το παράθυρο
Άνοιξε σιγά την πόρτα
Κλείσ’ τη για να μην τραβάει
όλη τη ζωή μου χύνω δάκρυα, δάκρυα
το στόμα μου δεν ξέρει να γελάει
Άνοιξε λίγο το παράθυρο
Κι ασ’ το φυρό για το Χριστό,
Έμπα και κάτσε κι ύστερα
θα σου το πω το μυστικό
Μόν’ μια φορά σαν έπεσε η εικόνα
κι άφησε τη γριά τη βάβω μου ξερή
κει που ‘λεγε παλιό ιρλανδέζικο τραγούδι
πως πούλησαν προδότες τον οδηγητή
Άνοιξε λίγο το παράθυρο
κι άσ’ το φυρό για το Χριστό
Έμπα και κάτσε κι ύστερα
θα σου το πω το μυστικό
Από τους μπάσταρδους τους ξένους
κρύψε, καλή μου, το χάλι σου
εμείς λιοντάρι και λυκόρνιο
και ρόδο στο κεφάλι σου
Άνοιξε λίγο το παράθυρο
κι άσ’ το φυρό για το Χριστό
Έμπα και κάτσε κι ύστερα
θα σου το πω το μυστικό
Θα σου δώσω ένα τόπι χρυσό
Θα σου δώσω ένα τόπι χρυσό
για να παίζεις στο χολ με παιδιά
αν με πάρεις, με πάρεις, με πάρεις
να ‘μαι ταίρι σου πια.
Θα σου δώσω τα κλειδιά της καρδιάς μου
και τα χρήματα όσα κι αν έχω,
αν με πάρεις, μ πάρεις, με πάρεις
να ‘μαι ταίρι σου πια.
Θα σου δώσω ρολόι με καδένα
να το δείχνεις κρυφά στα παιδιά
αν με πάρεις, με πάρεις, με πάρεις
να ‘μαι ταίρι σου πια.
Θ σου δώσω χρυσάφι, χρυσάφι
να γεμίζεις τις χούφτες φλωριά
αν με πάρεις, με πάρεις, με πάρεις
ταίρι να ‘μαστε πια
Θα σου φτιάξω μια πίτα με κρέας
θα σε κρύψω ως να φύγουν οι μάγκες
αν με πάρεις, με πάριες με πάρεις
ταίρι να ‘μαστε πια.
Όμως πρώτα να δούμε αν ταιριάζουμε,
αν ταιριάζουμε οι δυο μας σωστά.
Το γελαστό παιδί
Ήταν πρωί του Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή
βγήκα να πάρω αέρα στην ανθισμένη γη
βλέπω μια κόρη κλαίει σπαραχτικά θρηνεί
σπάσε καρδιά μου εχάθη το γελαστό παιδί
Είχεν αντρεία και θάρρος και αιώνια θα θρηνώ
το πηδηχτό του βήμα το γέλιο το γλυκό
ανάθεμα την ώρα κατάρα τη στιγμή
σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί
Μον’ να ‘ταν σκοτωμένο στου αρχηγού το πλάι
και μόνον από βόλι Εγγλέζου να ‘χε πάει
κι από απεργία πείνας μέσα στη φυλακή
θα ‘ταν τιμή μου που ‘χασα το γελαστό παιδί
Βασιλικιά μου αγάπη μ’ αγάπη θα στο λέω
για το ό,τι έκανες αιώνια θα σε κλαίω
γιατί όλους τους εχθρούς μας θα ξέκανες εσύ
δόξα τιμή στ’ αξέχαστο γελαστό παιδί
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη, 1966












“Oι κριτικοί είναι σαν τους ευνούχους στo χαρέμι: ξέρουν πώς γίνεται, το βλέπουν να γίνεται καθημερινά, αλλά είναι ανίκανοι να το κάνουν οι ίδιοι”.
Brendan Behan
“Οι κριτικές; Τι είναι αυτό.”, από Γιάννη Σκληβανιώτη…
Δεν υπάρχουν κριτικοί Θεοδόση, μακάρι να υπήρχαν και να ήταν όπως τους λες…
Το έργο τέχνης πορεύεται μόνο του (είτε είναι ποίημα, είτε μουσική, είτε πίνακας ζωγραφικής), πλέον…
Καλωσήλθες στην έρημη χώρα…
Πάντα πορευόταν μόνο του Σωτήρη.
Αλλά οι ”μεσάζοντες” πάντα καρπώνονταν κάθε αξίωση αναγνώρισης…
ΥΓ
Αναμένω με πραγματική λαχτάρα τα ερωτικά της Αχμάτοβα.