Ποίημα δίχως ήρωα
Τρίπτυχο
1940 – 1962
Ερανίσματα
Μτφ: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©
Από την εισαγωγή του μεταφραστή
Είκοσι ολόκληρα χρόνια έγραφε το «Ποίημα δίχως ήρωα» η Άννα Αχμάτοβα. Είκοσι ολόκληρα χρόνια η ποιήτρια στροβιλίζονταν στους σιγανούς ανέμους της ψυχικής ενδοχώρας. Είκοσι ολόκληρα χρόνια εγκαταβίωνε στον κόσμο της ζωντανής μνήμης και της νεφελώδους ανάμνησης.
Στις 22 Ιουνίου 1940 οι γερμανικές ορδές επιτέθηκαν κατά της Ε.Σ.Σ.Δ. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ο Κόκκινος Στρατός γνώρισε αλλεπάλληλες ήττες και αναγκάστηκε να υποχωρήσει σε μια προσπάθεια ανασύνταξης των δυνάμεων του. Στο μεταξύ οι Γερμανοί είχαν περικυκλώσει το Λένινγκραντ και είχαν φτάσει σε απόσταση 30 περίπου χιλιομέτρων έξω από την Μόσχα. Όσο όμως κι αν φαίνεται παράξενο ο πόλεμος αυτός έφερε ανακούφιση σε πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι ένιωσαν να σπάνουν τα ζοφερά δεσμά της μοναξιάς της απομόνωσης που επέβαλαν οι σταλινικές διώξεις της περιόδου 1936 – 1938 με τις επαίσχυντες «δίκες της Μόσχας», την μαζική τρομοκρατία του πληθυσμού, τα εκατομμύρια των φυλακισμένων και εξόριστων, ένιωσαν ανακούφιση και ψυχική ανάταση, επειδή, επιτέλους, ο εχθρός, ο εξωτερικός εχθρός ήταν προ των πυλών και αυτοί θα έπρεπε για άλλη μια φορά στην ιστορία της πολύπαθης Ρους να αντισταθούν, να πολεμήσουν, να χύσουν το αίμα τους για την ιερή γη της πατρίδας τους και όχι να χορτάσουν μʼ αυτόν τον Μολώχ του ολοκληρωτισμού.
Από τις πρώτες ημέρες του πολέμου η Άννα Αχμάτοβα εντάχθηκε στο σώμα της πολιτοφυλακής και καθημερινά φυλούσε σκοπιά ακόμη και κατά την διάρκεια των βομβαρδισμών της πόλης από την εχθρική αεροπορία και πυροβολικό. Μια νύχτα άυπνη, τη νύχτα της 26ης προς 27η Δεκεμβρίου 1940, στο πολιορκημένο από τις φασιστικές ορδές Λένινγκραντ, με αφορμή ένα απόσπασμα από το ποίημα «Είμαι μάρτυρας των πάντων στον κόσμο τούτο», όπως αφηγείται η ίδια η Χρυσόστομη πασών των Ρωσίων Άννα Αχμάτοβα, γεννήθηκε το προσχέδιο του «Ποιήματος δίχως ήρωα». Μια πρώτη, μα αυθεντική εξιστόρηση για τη σύνθεση του ποιήματος, δίνει η ίδια η ποιήτρια στο «παραλήρημα του προλόγου» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε μια επιστολή της.
Ξεκίνησε να το γράφει στο Λένινγκραντ. Στη συνέχεια, όταν ακολούθησε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού στην αναγκαστική υπερωρία, λόγω της πολιορκίας της πόλης, εργάστηκε στην «Κωνσταντινούπολη των φτωχών», την Τασκένδη. Επιστρέφοντας, μετά την λήξη του πολέμου στη γενέθλια πόλη συνέχισε τη δημιουργία της εμπιστευόμενη το αποτέλεσμά της στην αγαπημένη της φίλη Λυδία Τσουκόφσκαγια.
Το «Ποίημα δίχως ήρωα» είναι, κατά την ίδια την Αχμάτοβα, «μια κοσμηματοθήκη με τριπλό πάτο». Είναι ένα ποίημα τριών επιπέδων. Το πρώτο επίπεδο είναι η συνάντηση με το παρελθόν, ο θρήνος των νεκρών. Μια νύχτα μαγική η ηρωίδα καλεί τις «γλυκές σκιές» και τότε στη σκηνή εμφανίζονται οι βασικοί συντελεστές μιας νύχτας μεταμφιεσμένων στην Πετρούπολη την δεκαετία του 1910. Είναι η Όλγα Γκλέμποβα Σουντέικινα, ο Βιατσεσλάβ Κινάζεφ που αυτοκτόνησε εξαιτίας του έρωτα του γιʼ αυτήν, ο Αλεξάντρ Μπλοκ. Στο δεύτερο επίπεδο ο αναγνώστης διακρίνει τη φωνή της εποχής, τα μόλις διακρινόμενα βαριά βήματα του Κομάντορ. Πρωταγωνιστής του ποιήματος όμως είναι ο χρόνος, γιʼ αυτό και εν τέλει το ποίημα, απομένει δίχως ήρωα. Στο τρίτο όμως επίπεδο ανάγνωσης, μπορούμε να διεισδύσουμε στις συμπαντικές διαδρομές της ψυχής, να διακρίνουμε το θεοσοφικό τρίγωνο «Θεός – χρόνος – άνθρωπος», πράγμα που προσδίδει στην ποιητική αυτή σύνθεση ένα βαθύ φιλοσοφικό και ηθικό περιεχόμενο.
Посвящение
27 декабря 1940
…………………………………
…а так как мне бумаги не хватило,
Я на твоем пишу черновике.
И вот чужое слово проступает
И, как тогда снежинка на руке,
Доверчиво и без упрека тает.
И темные ресницы Антиноя1
Вдруг поднялись – и там зеленый дым,
И ветерком повеяло родным…
Не море ли?
Нет, это только хвоя
Могильная, и в накипанье пен
Все ближе, ближе…
Marche funebre…
Шопен…
Ночь. Фонтанный Дом
Αφιέρωση
27 Δεκεμβρίου 1940
Βσ. Κ.
………………………………..
… κι αφού είχα έλλειψη χαρτιού
Στο πρόχειρο τετράδιό σου γράφω.
Μια λέξη ξένη φαίνεται,
Σαν κάποτε μια του χιονιού νιφάδα,
Και λιώνει αθώα και γλυκά πάνω στο χέρι.
Κι οι μαύρες τʼ Αντίνοου βλεφαρίδες
άξαφνα σηκωθήκαν – κιʼ εκεί
ένας πράσινος καπνός,
Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά ….
Marche funebre …
Σοπέν…
Νύχτα. Σπίτι στη Φοντάνα
Второе посвящение
О.С.
Ты ли, Путаница-Психея,
Черно-белым веером вея,
Наклоняешься надо мной,
Хочешь мне сказать по секрету,
Что уже миновала Лету
И иною дышишь весной.
Не диктуй мне, сама я слышу:
Теплый ливень уперся в крышу,
Шепоточек слышу в плюще.
Кто-то маленький жить собрался,
Зеленел, пушился, старался
Завтра в новом блеснуть плаще.
Сплю –
она одна надо мною, –
Ту, что люди зовут весною,
Одиночеством я зову.
Сплю –
мне снится молодость наша,
Та, е г о миновавшая чаша;
Я ее тебе наяву,
Если хочешь, отдам на память,
Словно в глине чистое пламя
Иль подснежник в могильном рву.
25 мая 1945
Фонтанный Дом
Αφιέρωση δεύτερη
Ο.Σ.
Εσύ είσαι Αράχνη – Ψυχή
Που με ασπρόμαυρη βεντάλια
Αέρα μου κάνεις σκυμμένη πάνω μου.
Μυστικά θέλεις να μου πεις
Πως πέρασε το Καλοκαίρι
Και περιμένεις την επόμενη άνοιξη.
Μην μου υπαγορεύεις, τʼ ακούω κι εγώ:
Μια βροχή ζεστή χτυπάει τη στέγη,
Ψίθυρους ακούω από τον κισσό.
Κάποιος μικρός αποφάσισε να ζήσει
Πρασίνισε, φούντωσε, προσπάθησε
Αύριο σε νέο αστραφτερό αντίσκηνο
Θα κοιμηθώ –
μόνη, μονάχη με τον εαυτό μου.
Εκείνο που οι άνθρωποι άνοιξη ονομάζουν,
Εγώ το λέω μοναξιά.
Κοιμάμαι –
Και ονειρεύομαι τη νιότη μας,
Εκείνη, τη στιγμή που έφυγε
Στον ξύπνιο μου,
Αν θέλεις, στην δίνω να θυμάσαι,
Σα να ʽναι φλόγα καθαρή μέσα στη λάσπη,
σα γαλανθός στου μνήματος την άκρη.
25 Μαΐου 1945
Σπίτι στη Φοντάνα.
Третье и последнее
(LE JOUR DES ROIS)
Раз в крещенский вечерок…
Жуковский
Полно мне леденеть от страха,
Лучше кликну Чакону Баха,
А за ней войдет человек…
Он не станет мне милым мужем,
Но мы с ним такое заслужим,
Что смутится Двадцатый Век.
Я его приняла случайно
За того, кто дарован тайной,
С кем горчайшее суждено,
Он ко мне во дворец Фонтанный
Опоздает ночью туманной
Новогоднее пить вино.
И запомнит Крещенский вечер,
Клен в окне, венчальные свечи
И поэмы смертный полет…
Но не первую ветвь сирени,
Не кольцо, не сладость молений –
Он погибель мне принесет.
5 января 1956
Αφιέρωση τρίτη και τελευταία
(LE JOUR DES ROIS)
Κάποτε στων Φώτων την παραμονή….
Ζουκόφσκι
Του τρόμου την παγωνιά θυμάμαι,
Κάλλιο απʼ την λεπίδα της Τσακόνας του Μπαχ,
Κάποιος θα μπει μετά απʼ αυτή…
Δεν θα ʽναι ο σύζυγος μου ο γλυκός
Μαζί όμως εμείς θα κάνουμε πολλά
Που έκπληκτος ο εικοστός θα μείνει ο αιώνας.
Τυχαία τον πέρασα για άλλον,
Εκείνον που ʽχε χάρισμα μυστικό
Που η μοίρα ήθελε
Στο παλάτι της Φοντάνα
Μια νύχτα με ομίχλη να αργήσει
Να πει το κρασί της πρωτοχρονιάς.
Και να θυμάμαι των Φώτων την παραμονή,
Τον σφένδαμο στο παραθύρι, του γάμου τις λαμπάδες
Και την θανάσιμη πτήση του ποιήματος…
Δεν θα μου φέρει όμως το πρώτο της πασχαλιάς κλωνάρι,
Ούτε ένα δαχτυλίδι, μηδέ της προσευχής την γλύκα Παρά μονάχα τον χαμό.
5 Ιανουαρίου 1956
Вступление
ИЗ ГОДА СОРОКОВОГО,
КАК С БАШНИ, НА ВСЕ ГЛАЖУ.
КАК БУДТО ПРОЩАЮСЬ СНОВА
С ТЕМ, С ЧЕМ ДАВНО ПРОСТИЛАСЬ,
КАК БУДТО ПРЕКРЕСТИЛАСЬ,
И ПОД ТЕМНЫЕ СВОДЫ СХОЖУ.
25 августа 1941
Осажденный Ленинград
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΑΠΟ ΤΟ ΧΙΛΙΑ ΕΝΝΙΑΚΟΣΙΑ ΣΑΡΑΝΤΑ
ΣΑΝ ΑΠΟ ΚΑΣΤΡΟ ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΑΠΟ ΨΗΛΑ.
ΣΑ ΝΑ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΏ ΞΑΝΑ
ΟΛΑ ΕΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΚΑΙΡΟ ΤΩΡΑ ΕΧΩ ΑΦΗΣΕΙ.
ΕΚΑΝΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΜΟΥ
ΚΑΙ ΔΙΑΒΗΚΑ ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ ΤΗΝ ΣΚΟΤΕΙΝΉ.
25 Αυγούστου 1941
Πολιορκημένο Λένινγκραντ











http://www.youtube.com/watch?v=htW5XzUD24k
Με βάση τη μετάφραση του “Ρέκβιεμ” της Άννας Αχμάτοβα από τον κ. Τριανταφυλλίδη, θα περιμένω με πάρα πολύ ενδιαφέρον, και με ανυπομονησία για το πότε, για την έκδοση και της παρούσας συλλογής.
Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι στις μέρες μας έχουμε την τύχη να βλέπουμε τέτοιας ΑΞΙΑΣ ΠΟΙΗΤΕΣ να μεταφράζονται κατευθείαν από τα ρώσικα και μάλιστα από ανθρώπους που ουσιαστικά, και πέρα από τις σπουδές τους, έχουν ως μητρικές και τις δυο γλώσσες.
Μπορεί να φανώ γκρινιάρης και παράταιρος αλλά θα ήθελα να διαβάσω (εάν υπάρχουν) και ποιήματα της Αχμάτοβα που να μιλάνε και για κάτι άλλο εκτός της (κάθε είδους) οδύνης…
Γιώργο, προσπαθώ να σκεφτώ πως θα μπορούσε να είχε συμβεί αυτό…
ενδεικτικά:
[ http://www.naftemporiki.gr/t+z/story.asp?id=1494275 ]
Είχε μάλιστα εξαφανιστεί από τη λογοτεχνική ζωή για 20 χρόνια και αποστήθιζε τα ποιήματά της, μη τολμώντας να τα σημειώσει έστω σ ένα πρόχειρο χαρτί, λόγω των διώξεων επί σταλινικού καθεστώτος. Είχε δημιουργήσει ένα μοναδικό στυλ υφαίνοντας γύρω της ένα μυστήριο, παντρεύτηκε τρεις φορές, είχε πλήθος εραστές αλλά δεν πέρασε καλά με κανέναν.
Γεννημένη το 1889 η Αννα Αχμάτοβα, σε μια μικρή πόλη κοντά στη Οδησσό, έδειξε από πολύ νωρίς το ταλέντο της στην ποίηση. Η ζωή της σημαδεύτηκε από το θάνατο, όταν ακόμα ήταν πολύ μικρή. Από τα τέσσερα αδέλφια της οι δύο αδελφές της πέθαναν από φυματίωση και ο αδελφός της αυτοκτόνησε. Παντρεύτηκε για πρώτη φορά το σπουδαίο ποιητή Νικολάϊ Γκουμιλιόφ ο οποίος τουφεκίστηκε, για δήθεν συμμετοχή σε συνωμοσία.
Ο δεύτερος γάμος της κράτησε λίγο και κάποια χρόνια μετά το χωρισμό τους αυτός πέθανε και ο τρίτος γάμος της, με τον επίσης μεγάλο Ρώσο ποιητή Πούνιν καταλήγει σε διαζύγιο κι αυτός πεθαίνει εξόριστος στη Σιβηρία. Ο γιος της Λεβ, εξορίζεται στη Σιβηρία αρχικά σε πέντε χρόνια και σε δεύτερη φάση σε δέκα ακόμη χρόνια.
[ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=82949&enthDate=23082008 ]
«Δεν θ΄ αφήσω τα στιχάκια σου ν΄ αμαυρώσουν την έντιμη ιστορία μου». Λόγω διαφωνίας με τον πατέρα της που δεν εγκρίνει τις ποιητικές της φιλοδοξίες αλλάζει το οικογενειακό όνομα (Γκορένκο) και επιλέγει αυτό της προγιαγιάς της από την πλευρά της μητέρας της- «πέντε άλφα, μια παρατεταμένη κραυγή», όπως γράφει η ίδια.
Γάμοι/ Εκτελέσεις/ Στρατόπεδα: Το 1910 παντρεύεται τον ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ. Καρπός του γάμου της ο γιος της Λεβ. Μαζί με τους Γκουμιλιόφ, Μαντελστάμ κ.ά. ιδρύει την «Ποιητική Συντεχνία», έναν από τους σημαντικότερους πυρήνες της μοντέρνας ποίησης στη Ρωσία («Ακμεϊστές»). Ύστερα από σύντομη σχέση με τον Μοντιλιάνι στο Παρίσι (τα σχέδιά του της Αχμάτοβα είναι γνωστά), ακολουθούν οι γάμοι με τον ασσυριολόγο Βλαντιμίρ Σιλέχκο (1918) και τον ιστορικό τέχνης Νικολάι Πούνιν (1922). Και ο Γκουμιλιόφ και ο Πούνιν πέφτουν θύματα της σταλινικής θηριωδίας. Πολλά ποιήματα της Αχμάτοβα έχουν ως θέμα τις δύο αυτές «τρομακτικές απώλειες». Ο γιος της Λεβ συλλαμβάνεται επανειλημμένως και το 1949 καταδικάζεται σε δέκα χρόνια καταναγκαστικά έργα. Όταν αποφυλακίζεται (1956) η σχέση τους διακόπτεται οριστικά. Τη θεωρεί υπεύθυνη για τις φυλακίσεις του, παρ΄ όλο που η Αχμάτοβα στην προσπάθειά της να τον σώσει απαρνείται κάθε ποιητικό της credo και δημοσιεύει το 1950 κύκλο ποιημάτων αφιερωμένων στον Στάλιν. (Ο θρήνος για τα μαρτύρια του γιου της αποτυπώνεται με σπαρακτικό τρόπο και στη γνωστή της σύνθεση, Ρέκβιεμ, η συγγραφή της οποίας κράτησε από το 1938 ώς το 1962).
Οι θεοί της επανάσταΓενέτειρα: σης: Στο σημειωματάριό της (18/1/1918) σημειώνει τον στίχο του Μπλοκ: «Αυτοί οι Μπολσεβίκοι θα είναι ο θάνατός μας». Η χρυσή γενιά της Ρωσίας πληρώνει το τίμημα. Ο Μαγιακόφσκι και η Τσβετάγιεβα αυτοκτονούν, ο Μαντελστάμ πεθαίνει σε στρατόπεδο στο Βορονές και ο Παστερνάκ φιμώνεται.
Δημόσιος διασυρμός: Με απόφαση του κόμματος τα βιβλία της πολτοποιούνται (1925). Ο Τρότσκι αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας τη συλλογή της Αnno Domini- που μαζί με το Ρέκβιεμ και το Ποίημα χωρίς ήρωα αποτελούν ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα της ρωσικής και ευρωπαϊκής ποίησης- στην «Πράβδα». Το 1947 ο Ζντάνοφ την αποπέμπει από την Ένωση Συγγραφέων αποκαλώντας την «μισή καλόγρια, μισή πόρνη».
Ίσως ακριβώς για αυτό Γιώργο θα ήθελα να διαβάσω κάτι δικό της που να αναπνέει ελεύθερα και αισιόδοξα…
Αν δεν τόχεις διαβάσει Γιώργο, κάνε λίγο υπομονή…έχουμε (χάρη στον Δημήτριο Τριανταφυλλίδη), και τα ερωτικά της…Η Αχμάτοβα, είναι κεφάλαιο…επιτέλους την έχουμε στη γλώσσα μας από τα ρούσσικα!
… δεν τα γνωρίζω και θα τα περιμένω και αυτά!
ΥΓ. πριν καμιά 10αριά χρόνια είχε πέσει στα χέρια μου μια μετάφραση του Ντοστογιέφσκι (Εγκλημα και τιμωρία) κατευθείαν από το ρώσικα. Όταν το σύγκρινα με την έκδοση που έχω (από τα αγγλικά)… καμία σχέση! Δε θα πω για το ποιο ήταν κοντύτερα στο πρωτότυπο [πως να το ξέρω;] αλλά καμία σχέση!
Φίλε Γιώργο ο Άρης Αλεξάνδρου κατευθείαν απ’ τα ρώσικα μετάφραζε. Είναι ο πλέον κλασικός μεταφραστής των έργων των Ρώσων στη χώρα μας. Ο Αλεξάνδρου μάλιστα μετάφρασε κ το Ρέκβιεμ της Αχμάτοβα. Ο ίδιος ισχυριζόταν πως τα ποίηματα δεν μεταφράζονται, ξαναγράφονται. Σε σύγκριση με τη μετάφραση του Ρέκβιεμ απ’ την Αγγελάκη-Ρουκ υπάρχουν αρκετές διαφορές. Ο Αλεξάνδρου προσπαθεί να μείνει πιστός στην ομοιοκαταληξία και καμιά φορά αλλοιώνει το νόημα. Μεγάλο πρόβλημα όταν υπάρχει ομοιοκατάληκτος στίχος. Πολύ δύσκολη και υπεύθυνη η δουλειά των μεταφραστών στην ποίηση.
Ερωτηση:
οταν διαβασα το παρακατω νομισα πως ειναι τιποτα ανεκδοτα του περιοδικου mad, αλλα απο τα τελειως βαρετα..μετα μου ειπαν πως ειναι ποιημα. ειναι οντως ποιημα αυτο το πραγμα;
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο
Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω
Μια πάλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
οι δικοί της τώρα την αναζητούν
μέσω του Ερυθρού Σταυρού
Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα
ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν
του φάγαν την καρδιά
Ένα σκυλί κυνηγημένο
δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο
Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο
ακίνητο ένα καλοκαίρι
φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά
δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;
κανείς δεν ξέρει
Αργύρης Χιόνης
Γιατί να μην είναι ποίημα ένα ανέκδοτο του mad, και μάλιστα από τα τελείως βαρετά;
Όσο για το συγκεκριμένο, είναι μια σαχλαμάρα του Χιόνη που την πήραν οι Κατσιμιχαίοι κι έφτιαξαν μια δική τους σαχλαμάρα:
http://www.youtube.com/watch?v=oQV9t8GrAwQ
Στην Άνα Αχταρμάτοβα.
Κατά τη γνώμη μου Άννα και Παναγιώτη,
πρόκειται για σπουδαίο ποίημα και για ακόμη σπουδαιότερο τραγούδι (με εναλλαγές στο μουσικό ύφος και στην ενορχήστρωση, μπαλάντα, τζαζ, ροκ, μπαλάντα, που δεν τις ακούμε συχνά.)
Και πρόκειται για ευτυχή συνύπαρξη στίχου-μελωδίας και ερμηνείας…Οι Κατσιμιχαίοι εκφράζουν όλη αυτή την ειρωνεία και τη θλίψη κάτω από το φαινομενικά ανάλαφρο των στίχων, ο δε Πασχάλης…στο ρεφρέν, δένει ουσιαστικά..προσφέροντας την ανεμελιά-ρομαντισμό του καλοκαιριού που είναι όμως επικίνδυνο.