Δημήτριος Μουζάκης, “Αυτάρεσκη Σιωπή”, Ενδυμίων, 2010
17Ιαν
ΞΑΝΑΔΑΓΚΩ ΚΙ ΟΛΟΜΑΣΩΝΩ
Στο λεύκωμά μου κόλλησα φωτογραφία
του τάφου μου
πʼ άλλο βέβαια δε δείχνει
απʼ το κρεβάτι μας
όπου σαν κτήνος σʼ αγαπώ
φονεύοντας την ηδονή.
Μʼ όλα τα μουγκρητά της ζούγκλας
μπήγομαι στο κορμί σου
μʼ όλα τα ρετσίνια των δένδρων
πασαλείβομαι στο τραύμα σου
κι εφευρίσκω όλο νεώτερους
αιμάτων μυζητήρες
να μη χάσω σταγόνα πόνου κι ουρλιαχτού
στα ρημαγμένα μέλη σου
πʼ ολοτρυγώ με λόγια και με τρόπους
ώσπου φτάνει μη φτάνει μη
ψελλίζει η σακάτική σου γλώσσα
μες στο στόμα μου
όταν εγώ ακόρεστος ξαναδαγκώ
κι ολομασώνω διάπυρος σπερμάτων
το καθετί που είσαι.
Θα σου το πω και το γιατί
σταλήλιακτη λιακάδα λιοστεργόσπορη:
μόνο στην όψη σου πετάλων κι ωοθήκης
(τέτοια καμπυλωτά καρπόφυλλα
μεστολομελωμένα)
αν μείνουν έστω και λεπτόνιά σου
αγονιμοποίητά μου
θα εκραγώ πυρηνικός μέσʼ απʼ το σώμα μου
ουτιδανός κι ατιμασμένος μάγος.
Ενώ έτσι˙ θα δεις
ξαπλώνοντας μετά πάνω στο στήθος μου
πόσο διαφανής είναι αυτή η βουλιμία μου
και πόσα χρώματα το στρώμα μας αλλάζει
όπως με την αυγή αχνίζει απʼ το δέρμα μου
η στρατόσφαιρα της βόλτας μας αυτής.














