ΚΑΠΟΙΟΣ

Νιώθω σαν κάποιος
που τραβά σιδερένιους μοχλούς
σκουριασμένους τεράστιους
για να αλλάξει τη σειρά των πραγμάτων.

Μα τα πράγματα πέφτουν
το ένα μετά το άλλο
και αντί να στοιβάζονται λιώνουν
αφαιρώντας συνέχεια κομμάτια.

Όλο το τρίξιμο όρθωσε
ένα τεράστιο λευκό
που μες στην μονοτονία του σφυρίζει

αυ-το-κτο-νί-α και θά-να-το.

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΣΕΛΜ ΚΙΦΕΡ

Βαλίτσα
περιφέρομαι
σε άδεια αεροδρόμια
σε μαύρες ταινίες
που τρίζουν
σκουριά.

Χορτάριασαν
τα απομεινάρια των ανθρώπων
οι ίδιοι οι άνθρωποι
χόρτα ξερά
παραμερίζονται

σφυρίζει αίμα ο αγέρας.

Ένα αεροπλάνο παράμερα
βήχει – ετοιμοθάνατο – άχυρο.

________________________

Πάλλεται ο ήλιος
καρδιά σε σώμα εφήβου.

Η σάρκα σαπίζει
φύλλα πεσμένα, γυρνούν στα δέντρα
σαν σκουλαρίκια διαμαντένια
κρέμονται
από τις άκρες τετράγωνων στίχων
απολιθωμένων
που δεν θα λαξευθούν ποτέ.

Χόρτα – ξερά –
ήδη φυτρώνουν στα έργα μας.

ΥΔΡΟΡΡΟΗ
Σαχτουρικόν

Απαρηγόρητος
σαν μοβ πινελιά
σε σαπισμένο πορτοκαλί σωλήνα.

Υδρορροή.

Φτύνω αίμα
στων δρόμων το γκρίζο
καλώδιο
μύγες τυλίγω.

Θάνατος στην κοιλιά.

Απόψε σηκώνεται η θάλασσα
σαν φούστα.
Φαίνονται
σίδερα παλιά και σκουριασμένα
δεν συνενώνονται
μήτε συνεννοούνται
πια
χαράζουν το υπόβαθρο
εκκρίνοντας πύο.

ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ

Το δέρμα σου αποπνέει πια
πέρα από θάνατο
και ναφθαλίνη.

Κομμάτια ξέχωρα γκρίζα της λάσπης
όμοια ο ουρανός
με μια κίνηση ανεπαίσθητη
τα ξεκολλάς αργά
– εφόσον θέλεις.

Στο βάθος
τον ορίζοντα
σαν μια κλωστή
εύκολα τον αποξηλώνεις
τραβάς γλυκά
από τα αριστερά προς τα δεξιά
και αποκαλύπτεται
η ίδια απαράλλαχτη εικόνα.
Σαν εφιάλτης.

Βρέχει ο ουρανός λευκά σεντόνια.
Τα χέρια σου
ποδήλατα παρατημένα.

ΣΤΙΓΜΗ
«Πως να α-νοήσω;
Ο νοο-τροπιασμένος;
Ο ντροπιασμένος και α-νόητος.»

Δεν είμαι πρόσωπο αλλά ισορροπία.

Πιάνω τα πράγματα
από τα πράγματα πιάνομαι
από εσένα, τον άλλον
αναδύομαι ετερόφωτος
εξακοντίζομαι αστραπιαία
μα τείνω – πάντα – προς το χώμα

τοξοειδής στιγμή·
ακόντιο σκουριασμένο
που περιμένω κάτι – πάλι –
να με πιάσει.

Να συμβεί.

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Μικρά παιδιά ο χρόνος και ο θάνατος
γδύνουν πράγματα, ξηλώνουν νήματα απόμερα
τα πλένουν στη θάλασσα
παίζουν και αφήνουν πίσω τους
ερείπια και οστά
εκλιπόντα νοήματα
τα σκεπάζουν πρόχειρα με χώμα
και ετοιμάζονται για τον επόμενο τρόπο.

Ο Πέτρος Γκολίτσης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1978. Σπούδασε οικονομικά σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, στο Kingston University και στο Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, όπου και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας και ιστορίας των ιδεών. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή «Η μνήμη του χαρτιού» (Σαιξπηρικόν, 2009). Έχει πραγματοποιήσει δύο ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής στη Θεσσαλονίκη και έχει συμμετάσχει σε 12 ομαδικές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Petros Golitsis was born in Thessaloniki in 1978. He has studied economics at the University of Macedonia, Thessaloniki, at Kingston University, London and at Birkbeck College, University of London (graduate and postgraduate level), where he attended classes of Philosophy and History of Ideas. He has published one collection of poems “Paperʼs memory” (Saixpirikon, 2009). He has shown his artwork in two solo painting exhibitions in Thessaloniki and has participated in 12 group exhibitions in Greece and abroad.

www.golitsis.gr
www.artbreak.com/petros
golitsis@gmail.com