ΞΑΝΑΔΑΓΚΩ ΚΙ ΟΛΟΜΑΣΩΝΩ
Στο λεύκωμά μου κόλλησα φωτογραφία
του τάφου μου
πʼ άλλο βέβαια δε δείχνει
απʼ το κρεβάτι μας
όπου σαν κτήνος σʼ αγαπώ
φονεύοντας την ηδονή.
Μʼ όλα τα μουγκρητά της ζούγκλας
μπήγομαι στο κορμί σου
μʼ όλα τα ρετσίνια των δένδρων
πασαλείβομαι στο τραύμα σου
κι εφευρίσκω όλο νεώτερους
αιμάτων μυζητήρες
να μη χάσω σταγόνα πόνου κι ουρλιαχτού
στα ρημαγμένα μέλη σου
πʼ ολοτρυγώ με λόγια και με τρόπους
ώσπου φτάνει μη φτάνει μη
ψελλίζει η σακάτική σου γλώσσα
μες στο στόμα μου
όταν εγώ ακόρεστος ξαναδαγκώ
κι ολομασώνω διάπυρος σπερμάτων
το καθετί που είσαι.
Θα σου το πω και το γιατί
σταλήλιακτη λιακάδα λιοστεργόσπορη:
μόνο στην όψη σου πετάλων κι ωοθήκης
(τέτοια καμπυλωτά καρπόφυλλα
μεστολομελωμένα)
αν μείνουν έστω και λεπτόνιά σου
αγονιμοποίητά μου
θα εκραγώ πυρηνικός μέσʼ απʼ το σώμα μου
ουτιδανός κι ατιμασμένος μάγος.
Ενώ έτσι˙ θα δεις
ξαπλώνοντας μετά πάνω στο στήθος μου
πόσο διαφανής είναι αυτή η βουλιμία μου
και πόσα χρώματα το στρώμα μας αλλάζει
όπως με την αυγή αχνίζει απʼ το δέρμα μου
η στρατόσφαιρα της βόλτας μας αυτής.
ΧΡΩΜ ΚΑΙ ΛΕΚΤΕΣ
Στου πρωτοκόσμου το στερέωμα
πάλεψαν Χρωμ και Λέκτες
κι εξόργισαν με το αίμα τους
τον τέκτονα της Aρχής.
Καταραμένοι να ʼνʼ οι Χρωμ
όρισε η φύση
να εγκλωβίζουν τις φιγούρες τους
σε διαστάσεις δυο.
Καταραμένοι και οι Λέκτες
όρισε ο Θεός
σε δυο να τραγουδούν
ξελόγιασμα της τρίτης διάστασης.
Θα καταργήσει, άραγες, κάποτε
Λέκτης τη βαρύτητα
αφήνοντας των Χρωμ
το μουσαμά λευκό;
Θέλω σʼ αυτή τη γη η ζωγραφιά να περπατήσει.
ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ
Αντί να φορέσω το μαλλί του
ενσωμάτωσα τον αμνό.
Κατόπιν άδειασα το μαξιλάρι μου
απ’ τα πούπουλα
κι έβαλα μέσα του λίμνη με πάπιες.
Τα πούπουλα τα πήρα μαζί μου
στη δουλειά.
Δεν άφησα συνάδελφο
να μην τα δείξω.
Δεν είμαι σίγουρος γιατί.
Ίσως είναι ο τρόπος μου
να προτείνω κάτι καλύτερο
μέσʼ απʼ αυτό που ζούμε.
Ποιος θα τα βάλει με τα πούπουλα
αν δεν του πεις πώς είναι να κοιμάσαι
πάνω στη λίμνη με τις πάπιες;
Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ Ο ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ
Όταν φωνάζει ο γείτονας
στη γυναίκα του, στο παιδί του
στο άτακτο, παχύ σκυλί του
μου ʼρχεται νʼ αρπάξω
τη σιδερώστρα
να του χτυπήσω το κουδούνι
και με το που θʼ ανοίξει
να του φέρω στο κεφάλι
άπλυτα, πλυμένα, σίδερα
κι ατμούς. Δεν το κάνω.
Ο λόγος δεν είναι
το δικαίωμα που θα του δώσω
να μʼ ανοίξει το κεφάλι
όποτε φωνάξω εγώ. Όχι.
Ξέρω καλά πόσο ενοχλείται
ο γείτονας
έτσι που είμαι μόνιμα μουντός
απρόσιτος, αμίλητος, σκυφτός.
Εάν ενδώσω στη φωνή του
θα ενδώσει στη σιωπή μου
ο γείτονας ο διαφορετικός.
ΔΩΡΗΤΗΣ ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ
Αν το παιδί μου γίνει
γιατρός ή δικηγόρος
πρόεδρος κάποιας κυβέρνησης
ή καθηγητής πανεπιστημίου
πείτε του, σας εκλιπαρώ
ποιος ήταν ο πατέρας του.
Αλλιώς
ούτε να το ξέρω δε θέλω.
ΟΙ ΤΟΜΕΣ
Ξεχάστε τις εποχές
με τις αυξητικές στήθους
και τις λιπαναρροφήσεις
των γνωστών μοντέλων.
Εφεξής κι
ανεξαιρέτως όλες οι γυναίκες
ως και τις αιμορροΐδες τους
θα χειρουργούν
στους πλαστικούς χειρουργούς.
Μόνο το επιδέξιο νυστέρι
μπορεί στο σκύψιμο να κρύψει
τις τομές.
ΓΙΑ ΛΥΠΗΣΗ
Μπορώ νʼ ανταλλάξω λέξεις
κρατώντας τη σημασία τους˙
να πω την αγάπη όρνεο
την πίστη μου λευχαιμία.
Μʼ όρνεο στα σωθικά
στο νου μου λευχαιμία
κανείς δε θα καταλαβαίνει
κι όλοι θα με λυπούνται˙
θʼ απομείνω μοναχός, αόρατος
εξόν ενός ή δυο ανθρώπων.
Αυτοί θα ξέρουν το μυστικό μου.
Θα ʼναι κι αυτοί για λύπηση
ένοικοι των σκιών
όπου το φως ευφραίνεται
ασφαλές κι ακοινοποίητο.











Μου άρεσαν τα ποιήματά σας κύριε Μουζάκη. Ξεχώρισα μάλιστα και μερικά όπως το «Πρωινό Ξύπνημα» ή τον «Δωρητή Σπέρματος». Όλα σας τα ποιήματα νομίζω πως εστιάζουν στο νόημα -το οποίο περνούν τις περισσότερες φορές μέσα από “παραβολές”- κι όχι απλά στο ποίημα ως ποίημα, ένα συναίσθημα δηλαδή, μια ακατανόητη ροπή προς την εξωτερίκευσή τους. Τουτέστιν γράφετε όταν έχετε κάτι συγκεκριμένο να πείτε και δεν γράφετε απλά επειδή είστε ποιητής κι αυτό είναι το ατού σας. Μου αρέσει επίσης αυτή τη τεχνική της “παραβολής”. Σαν να δημιουργείτε μία κατάσταση, να σκηνοθετείτε μία φάση της ζωής σας, μιλώντας για κάτι εξιδανικευμένο όπως για έναν γείτονα ή μία λιποαναρρόφηση, ενώ στη πραγματικότητα θέλετε να περάσετε κάτι άλλο, μία γενική αλήθεια, για παράδειγμα, που ισχύει και σας ενοχλεί ή δεν σας ενοχλεί, και προσπαθείτε να μιλήσετε και στους άλλους γι’ αυτό, σε κάποιους άλλους οι οποίοι πιθανόν να μην έχουν αντιληφθεί ότι συμβαίνει. Παρατήρησα επίσης μία τάση προς τη σάτιρα και κάποια ειρωνεία. Είναι δύσκολο είδος το σατιρικό ποίημα, μπορείς να καταντήσεις κουραστικός, γελοίος, χαζοχαρούμενος, στριμμένος χωρίς λόγο και αιτία. Εσείς νομίζω πως δεν κινδυνεύετε από κάτι τέτοιο. Γιατί τις περισσότερες φορές έχετε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό σας ή χρησιμοποιείτε κάτι συγκεκριμένο για να πείτε αυτό που θέλετε, δεν αρχίζετε να καυτηριάζετε τους πάντες και τα πάντα γύρω σας χωρίς να λέτε το λόγο που το κάνετε. Παρ’ όλα αυτά όμως, η ποίησή σας δεν είναι άτεχνη, δηλαδή δεν είναι μόνο νόημα-νόημα και ομορφιά τίποτα. Οι ποιητές επιθυμούν να είναι είτε ωφέλιμοι είτε ευχάριστοι είπε ο Οράτιος, κι εγώ στη περίπτωσή σας μεταφράζω ως ωφέλιμο το νόημα κι ως ευχάριστο όχι κάτι που χαϊδεύει αυτιά προφανώς, αλλά αυτό που χαρίζει και μία άλλη πνευματική τέρψη στον αναγνώστη, αναφερόμενη σε κάποιους όμορφους στίχους σας που εκτός από την ουσία τους είχαν και λεκτική ποιότητα (π.χ. «Αυτοί θα ξέρουν το μυστικό μου. / Θα ‘ναι κι αυτοί για λύπηση/ένοικοι των σκιών/όπου το φως ευφραίνεται/ασφαλές κι ακοινοποίητο.» Ή το «θα εκραγώ πυρηνικός μέσ’ απ’ το σώμα μου/ουτιδανός κι ατιμασμένος μάγος.» με λίγη επιρροή από τον υπερρεαλισμό αν δεν κάνω λάθος και διακριτικό λυρισμό)
Καλή τύχη στο βιβλίο σας
Δημήτριε
με ξάφνιασες! Βλέπω μεγάλη αλλαγή στην γραφή από την τελευταία σου “δουλειά”.
Τα τρία πρώτα ποιήματα μου άρεσαν πολύ. Ειδικά το Πρωινό Ξύπνημα!
Στα επόμενα η ειρωνεία βάναυση 🙂
Eύχομαι τα καλύτερα για το νέο σου βιβλίο και πάντα να βάζεις στόχο διαφορετικούς προορισμούς.
Να μπορεί κανείς να φωτίζεται απʼ αυτά που γράφει, είναι ζήτημα. Ένα ζήτημα που σπανίζει εξίσου με το ηθικό αίτημα. Και οπωσδήποτε τα ποιήματα είναι έργο του ποιητή τους. Αντανάκλαση χωρίς επιστροφή. Και χωρίς υπολείμματα προς εκκαθάριση.
Η «Αυτάρεσκη Σιωπή» του Δημητρίου Μουζάκη είναι μια πατριδογνωσία προς ορμητική επέλαση των βαρβάρων. Σε κάθε περίπτωση το έργο, στο σύνολό του, δεν επικοινωνεί με τις καινοτόμες πρωτοβουλίες που αναμένονται πιθανώς στην έδρα της νεότερης ελληνικής ποίησης, αλλά κατοχυρώνει την δυναμική των πιο σημαντικών αισθητικών χαρακτηριστικών που συνετέλεσαν στο γνωστό ποιητικό θάμπος που οριοθέτησε την καλολογία, το τοπίο, και την εσωτερική συναίσθηση του φάσματος της ελληνικότητας· όπως αυτή, στις καλύτερες των περιπτώσεών της, αναδύθηκε εκφράζοντας ότι σήμερα αποτελεί πάγια εκτίμησή της.
Ο Μουζάκης λατρεύει τους κλασικισμούς της νεοελληνικής εμπειρίας. Ανδρώνεται ουσιαστικά μέσα από τις δοκιμασίες της εντοπιότητας, στην οποία βρίσκει κανείς τόσο την καταγωγή, όσο και τις προεκτάσεις της ποιητικής του. Είναι αναγκαίο, νομίζω, να θίξει κανείς πως η ποίηση του Δημητρίου Μουζάκη μοιάζει να καλεί το φάσμα της ελληνικής ποίησης των δεκαετιών ʼ30 έως ʼ60 να βγει από το μνήμα. Δημιουργεί γιʼ αυτό, μια ιεροτελεστία. Επικαλείται τα γνωστά και τα άγνωστα, μα αποκρίνονται τα πρώτα, δεσμεύοντας την γραφή σε μία παρατεταμένη αναγνώριση των εξειδικευμένων και πλατιά αποδεκτών σημείων που κατέστησαν την λεγόμενη νεότερη ελληνική ποίηση σημαίνουσα μέσα στην συνέπεια των πολλαπλών αναγκών της.
Σʼ αυτά τα πλαίσια θαρρώ πως κινείται η «Αυτάρεσκη Σιωπή». Και αν κάτι μπορεί να διαφεύγει δεν είναι τίποτε άλλο από την ανάγκη μιας κατοχύρωσης βάσης, μιας υπολογισμένης δέσμευσης με τη μήτρα που ο Δημήτριος Μουζάκης προσεύχεται να τον βγάλει στην ώρα του, ασφαλή και άρτιο, σε μια αμάγευτη κυανή ακτή.
Ο υποφαινόμενος καταφέρνει αναμφισβήτητα την επαναφορά μιας αίγλης που παρότι δεν αποτελεί πλέον εναλλακτική δυνατότητα, προσφέρει μια νέα, οξυγονωμένη διευθέτηση των εσωτερικών χώρων, όπου η προσωρινή αλλαγή και επαναφορά των ποιητικών στοιχείων στην σταθερή τους θέση, μπορεί να δονήσει προσωρινά τον αέρα στα δωμάτια των νεκρών δημιουργών, τα οποία όμως θα παραμείνουν τελικά ως έχουν. Τους νεκρούς πάντως τους λατρεύει. Το ίδιο με τους ζωντανούς.
Αυτό που εμένα μου λείπει απ’ την αυτάρεσκη σιωπή του κ. Μουζάκη είναι ακριβώς αυτό που την κάνει αυτάρεσκη. Ίχνη ανθρωπισμού στις προθέσεις του γιατί αυτό που βγαίνει προς τα έξω είναι μόνο ο Μουζάκης (οιονεί)καθεαυτός. Ο ποιητής πρωταγωνίστει αυθύπαρκτος χωρίς να νοιάζεται πραγματικά για κανέναν. Έτσι κι η πρωτοτυπία του μοιάζει αμήχανη γιατί είναι επιφανειακή.
Παράλειψή μας: το βιβλίο έχει 194 σελίδες και κυκλοφορεί σε 200 αριθμημένα αντίτυπα με την υπογραφή του ποιητή.
κ. Παπαθανασίου, δεν γνωρίζω αν έχετε διαβάσει όλο το βιβλίο για να εκφέρετε την γνώμη σας.
Σίγουρα ένας νέος ποιητής πρέπει να αποδείξει πρωτίστως πως ξέρει να γράφει.
Ο κ. Μουζάκης, ξέρει. 200 ποιήματα και διαβάζονται σας διαβεβαιώνω όλα, με μια χρήση της ελληνικής που εγώ τουλάχιστον είχα να δω από την εποχή του νεαρού Βαρβέρη, η οποία από μόνη της τον ξεχωρίζει από τη χορωδία των συνομηλίκων του, και τον βγάζει έξω από τη γραμμή. Ένα βιβλίο που θα μας απασχολήσει για πολύ καιρό και θα πρέπει αν μην τι άλλο να προσέχουμε τις βιαστικές κρίσεις…Η προσωπική μου γνώμη είναι πως έχουμε να κάνουμε με ένα φυσικό φαινόμενο απ’ αυτά που συμβαίνουν σπάνια στο μίζερο πολιτιστικό μας στερέωμα.
Ο Δημήτριος Μουζάκης πρέπει να αισθάνεται πολύ μόνος τώρα πια…γιατί έτσι θεαματικά που ξέκοψε από τη γενιά του (πληρώνοντας το φόρο του στο “ποίημα” που βασανίζει τους συνομήλικους του αλλά και μεγαλύτερους…), θα πρέπει να αναζητήσει συνομιλητές σε άλλες εποχές (όπως ορθά εν μέρει επισήμανε ο Γιάννης Λειβαδάς) ή να δημιουργήσει εξ’ αρχής το αναγνωστικό κοινό του.
Να ευχηθώ με τη σειρά μου στον Δημήτρη Μουζάκη καλούς αναγνώστες, γιατί αυτό είναι το δύσκολο σήμερα. Από τα ποιήματα που διάβασα και εγώ από εδώ, πραγματικά χάρηκα για τη στροφή στη γραφή του Μουζάκη, που χειρίζεται πλέον προς όφελος της ποίησης το λεξιλογικό και γνωστικό πλούτο που διαθέτει. Διάβασα ποιήματα-σώματα και όχι απλώς καλοσχεδιασμένα και σιδερωμένα ρούχα.
Από τους πιο μορφωμένους ποιητές της γενιάς μου που βγάζουν γλώσσα για να πουν όχι για να γλύψουν. Έχει το περίφημο στις μέρες μας”σάλιο” που μας λείπει.
Δυο ενστάσεις μόνο και μια διευκρίνιση:
Από το όλο “πακέτο” με φοβίζουν δυο στοιχεία:
α. Οι 194 σελίδες του
β. Το υπογεγραμμένο του με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Και η διευκρίνιση:
Δεν το έχω διαβάσει ακόμα ολόκληρο…
(καλύπτει την ά ένσταση)
Υ.Γ. Ο “Ενδυμίων” έχει “ξυπνήσει” για τα καλά…
Δημήτρη, καλοτάξιδη η “Αυτάρεσκη Σιωπή”
Όταν διαβάσω το βιβλίο, περισσότερα…
Το πρόβλημα της ποίησης στην χώρα μας κατ εμέ είναι ότι οι «διανοούμενοι» ποιητές δεν μπορούν πλέον να αγγίξουν με τις αρλούμπες τους τον «απλό» κοσμάκη και χαραμίζονται με το να αλληλοπαρασημοφορούνται. (Και οι αλληλο-κριτικές τους ακόμα φαίνονται να είναι φερμένες από άλλο γαλαξία.)
Για παράδειγμα οι εξής στίχοι της παρούσας ανάρτησης:
«Θα σου το πω και το γιατί
σταλήλιακτη λιακάδα λιοστεργόσπορη:
μόνο στην όψη σου πετάλων κι ωοθήκης
(τέτοια καμπυλωτά καρπόφυλλα
μεστολομελωμένα)
αν μείνουν έστω και λεπτόνιά σου
αγονιμοποίητά μου
θα εκραγώ πυρηνικός μέσʼ απʼ το σώμα μου
ουτιδανός κι ατιμασμένος μάγος.»
Εκτός του ότι είναι αφόρητα κουραστικοί μου φαίνονται λες και είναι γραμμένοι για να εντυπωσιάσουν τους συναδέλφους ποιητάς του κ. Μουζάκη. Δίχως καμία αμφιβολία θα τους έχω ξεχάσει μέχρι να πατήσω το πλήκτρο «σχολιάστε». Αυτό σε αντίθεση με τους στίχους της (κατατρεγμένης) κυρίας Ρεβύθη του ποιήματος της «αρχαία θλίψη», όπου οι εικόνες και τα συναισθήματα που γεννήθηκαν απο αυτούς ακόμα στέκουν νωπά στην μνήμη μου. Με όλα αυτά, δεν θέλω να πω ότι δεν βρίσκω και καλές στιγμές στα ποιήματα του κ Μουζάκη, αλλά με αγγίζουν επιφανειακά ή και σχεδόν καθόλου. Τώρα αν αυτό είναι πρόβλημα της ποίησης, του κ. Μουζάκη ή μόνο δικό μου δεν το ξέρω…
Το πρόβλημα στην ποίηση είναι του αναγνώστη όσο ο καπιταλισμός του καταναλωτή…. (και με αυτό δεν εννοώ μόνο ότι η πλειοψηφία της ποίησης που προωθείται από τους μεγαλο-ποιητές είναι α-καταναλώσιμη…)
Μια “προβληματική” αναγνώστρια…
Μια “προβληματική” αναγνώστρια…που συμβάλλει τα μέγιστα στη διαμόρφωση των “ευπώλητων”…
Το πρόβλημα (αν υπάρχει-γιατί εμείς δεν το έχουμε) είναι ακριβώς πως οι “μη-διανοούμενοι ποιητές” είναι ατυχώς αυτοί που πέρνουν και τα κρατικά βραβεία…
και οι μή-διανοούμενοι έχουν δυστυχώς διαμορφώσει το ήθος σας…
εμείς είμαστε εδώ για να σας αλλάξουμε τις αναγνωστικές σας συνήθειες, αγαπητή…
Καρίν,
τα ποιήματα που δημοσιεύονται σήμερα, δεν στοχεύουν στα συναισθήματα του αναγνώστη αλλά στη σκέψη του. Συνεπώς τα “διαβάζετε” με λάθος τρόπο -αν μπορούμε να πούμε οτι μπορεί να υπάρχει και σωστός και αν τον ξέρει κάποιος-
Αυτό όμως που μπορώ να πω με σιγουριά είναι για τη μιζέρια μας.
Γράφουμε αρνητικά: είμαστε κακεντρεχείς.
Γράφουμε θετικά: αλληλοπαρασημοφορούμαστε.
Μιζέρια.
Κύριε Παστάκα, ευελπιστώ η αλλαγή –αν ποτέ έρθει – να είναι προς το καλύτερο. Τώρα για τον διαχωρισμό διανοούμενων, από εδώ που κάθομαι (έξω από τα πράγματα δηλαδή) μου φαίνεται πως οι διανοούμενοι μασκαρεύονται ως μη-διανοούμενοι (ελεύθεροι, αντί κι αμετανόητοι ) διότι την σήμερον ημέραν ο διανοουμενισμός (και φιλολογισμός) είναι κιτς και δεν περνάει. Άρα δεν μπορώ να κρίνω ποιοι έχουν διαμορφώσει την σκέψη μου – οι μεταμφιεσμένοι διανοούμενοι σε αντιδιανοούμενους ή οι άλλοι οι τρύπιοι που το παίζουν διανοούμενοι.
Κύριε Αραβανή από μιζέρια άλλο τίποτα, κι εγώ και όλοι μας. Και ειδικά οι αναρτήσεις των νέων ποιητών, εκεί να δεις μιζέρια, τα ποιήματά τους και τα σχόλια από κάτω που ο Μεσσίας της ποίησης δεν έρχεται. Και να ʽρθει ο Μεσσίας (που δεν θα ʽρθει) θα τον φάνε όλοι οι Ιούδες φιλολογοποιητάδες της κλίκας. Ο φθόνος πάνω απʼ όλα.
Τώρα μπορεί και να βλέπω συνομωσίες, δεν το αρνούμαι αν και δεν έχω την τάση. Όμως ίσως έτσι να φαίνεται ο κόσμος της ποίησης και σε άλλους «απʼ έξω» σαν κι εμένα για αυτό και κατέθεσα την άποψή μου.
Επίσης κύριε Αραβανή, μου είναι αδύνατον να διαχωρίσω τα συναισθήματα από την σκέψη μου. Οι ψευτοδιανοούμενοι στο σχολείο μου έμαθαν ότι τα συναισθήματα παράγονται στον εγκέφαλό μου, μαζί με τις σκέψεις μου και γίνονται ένας αχταρμάς. Απʼ ότι φαίνεται δεν θα μπορέσω ποτέ να διαβάσω σωστά ποίηση. 🙂
Κυριε Παστακα υποπεσατε σε δυο μεγαλα λαθη που γινονται κατ’ εξακολουθησιν.
Οι εποχες που η ποιηση στοιχιζοταν με την επιστημη της φιλολογιας και οι τομοι ειχαν παραληπτες εχουν παρελθει ανεπιστρεπτι ,με αποτελεσμα οι οροι διαννοουμενος και μη να συστηνουν, το λιγοτερο,ΤΟΝ σφετερισμο μιας υποτιθεμενης ή guess what εξουσιας που μεταφραζεται ως ΓΟΥΣΤΟ ή ΕΑΥΤΟΣ στα χρονια μας.
Κατα δευτερον ειναι τουλαχιστον αφελες να κατηγοριοποιουμε τους αναγνωστες, επιδιωκοντας να ξεχωρισουμε τις αποψεις ειδικου βαρους απ’ τις αποψεις που δεν εχουν καμια επιδραση πανω μας.
Και εδω ακριβως λανθανει μια μεγαλη παρεξηγηση που αποτελει την μεγαλυτερη τροχοπεδη της υγιους αναπτυξης ενος αληθινου καλλιτεχνη.
Οι κυριες ταδε και ακομα καλυτερα ο μπακαλης, ο ποδοσφαιριστης, ενας βοθρατζης η ενας παικτης του τεννις μπορουν να μας βοηθησουν να βγαλουμε πολυ χρησιμοτερα συμπερασματα για την ποιηση (μας) απ’ οτι ενας καθηγητης ή ενας ποιητης. Ειναι πολυ πιο ενδιαφερουσες οι κριτικες τους ,εφοσον δεν ειναι συγκριτικομανεις και δεν μασανε μπροστα στις βεντουζες του διακειμενικου χταποδιου,το οποιο παντως μας εχει χρησιμεψει αρκετα.
Μ’αυτον τον τροπο, δημιουργουνται αυθεντιες και στηνονται οι μεγαλυτερες μηχανες μαζικης παραγωγης ποιητων ,βλεπε νεαρους να γραφουν λες και ειναι κωλογεροι ή να χρησιμοποιουν ΤΗ λεξη που θα τους εξασφαλισει μια ραβδο χρυσου ή μεταχειριζομενοι δομες και ιδεοληψιες που εχουν αυτοκτονησει.
Για την ποιηση του καθε κυριου Μουζακη ολα καλα κι ολα ωραια. Μετα απο ενα χαμπουργκερ ολα ειναι παρελθον.
Υ.Γ Τα παραπανω εκφραζουν απλως τη γνωμη μου.
Πράγματι διατελείς εν συγχύσει…σε συγχωρούμε!
Ένα ενδιαφέρον -νομίζω- άρθρο για τους διανοούμενους εδώ:
Πηγή: Ελευθεροτυπία
του Μισέλ Βινόκ
Το 1983, ο Μαξ Γκαλό, ο οποίος ήταν τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος της γαλλικής σοσιαλιστικής κυβέρνησης, είχε καταγγείλει τη «σιωπή των διανοουμένων».
Η αριστερά είχε κερδίσει τις εκλογές του 1981, χωρίς να εκφραστεί μαζικά η δημόσια υποστήριξη των διανοουμένων, και ο Γκαλό υπενθύμιζε την εμπειρία τού «Λαϊκού Μετώπου», υπέρ του οποίου είχε στρατευθεί με ενθουσιασμό η γαλλική διανοητική πρωτοπορία της εποχής. Στη δεκαετία του 1980, αντίθετα, εκδηλώθηκε καθαρά ο διαχωρισμός ανάμεσα σε διανοητική αριστερά και πολιτική αριστερά. Ηδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, οι γάλλοι διανοούμενοι είχαν προσχωρήσει μαζικά στο ρεύμα της κριτικής του «ολοκληρωτισμού», υποστήριζαν τους σοβιετικούς διαφωνούντες, διαδήλωναν υπέρ της πολωνικής «Αλληλεγγύης» και καταδίκαζαν τη σοβιετική επέμβαση στο Αφγανιστάν. Δεν έδειχναν επομένως ιδιαίτερα πρόθυμοι να υποστηρίξουν την κυβέρνηση του Μιτεράν, ο οποίος έδινε υπουργεία στους κομμουνιστές.
Η πτώση του τείχους του Βερολίνου, το 1989, άλλαξε και πάλι τα δεδομένα της γαλλικής πνευματικής ζωής. Το νέο τοπίο που διαμορφώθηκε χαρτογραφεί μιλώντας στη «Monde» ο γάλλος ιστορικός Μισέλ Βινόκ: «Το τέλος του σοβιετικού κομμουνισμού και της ΕΣΣΔ είναι και ο επίλογος ενός μεγάλου ιστορικού κύκλου, στη διάρκεια του οποίου ο σοβιετικός κομμουνισμός ήταν το κομβικό ζήτημα. Οι φάροι αυτής της μακράς μάχης, ο Σαρτρ, ο Αρόν, ο Μερλό-Ποντί, ο Καμί, είχαν εδώ και πολύ καιρό σβήσει. Το διανοητικό σύμπαν, το οποίο λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό με βάση τη δυαδική διαίρεση “φιλοκομμουνιστές εναντίον αντικομμουνιστών”, βαθμιαία άλλαξε, κατακερματίστηκε.
Αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν είναι μια μαζική επιστροφή της στράτευσης των διανοουμένων, αλλά είναι ένα αποτέλεσμα της επικυριαρχίας των μέσων μαζικής επικοινωνίας στη διανοητική ζωή. Είναι οι τηλεοράσεις και οι εφημερίδες αυτές που υποκινούν την “επιστροφή” των διανοουμένων.
Ενα σταθερό χαρακτηριστικό της ιστορίας των διανοουμένων είναι το ότι δεν ασκούν αληθινή επίδραση παρά μόνον στους ίδιους τους διανοούμενους. Δεν ασκούν επίδραση στις μάζες, ενώ μικρή είναι η επιρροή τους στους πολιτικούς. Η διαφορά του σήμερα με το χθες είναι το ότι όλοι εκείνοι -ο Σαρτρ, ο Καμί, ο Μερλό-Ποντί, ο Αρόν- είχαν σημαντικό έργο. Ενώ αυτοί που βλέπουμε σήμερα στο προσκήνιο είναι “επαγγελματίες” της υπεράσπισης του καλού σκοπού (χωρίς σημαντικό έργο).
Οπως είναι γνωστό, το ουσιαστικό “διανοούμενος” επιβλήθηκε με την υπόθεση Ντρέιφους. Ο Ζολά είναι η υποδειγματική μορφή του κριτικού διανοούμενου. Πρόκειται για έναν συγγραφέα (μπορεί να είναι επίσης φιλόσοφος, επιστήμονας, καλλιτέχνης), ο οποίος χρησιμοποιεί τη φήμη του για να υπερασπιστεί δημόσια οικουμενικές αξίες, οι οποίες απειλούνται: τη δικαιοσύνη, την αλήθεια, την ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ξαναβρίσκουμε αυτή τη μορφή στην περίοδο του πολέμου στην Αλγερία και ιδιαίτερα στη διαμαρτυρία ενάντια στα βασανιστήρια. Με δυο λόγια, είναι ο κήρυκας των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Ωστόσο, η ανάπτυξη του σοσιαλισμού και έπειτα του κομμουνισμού προκάλεσε τη γέννηση ενός δεύτερου τύπου διανοουμένου: εκείνου που θέτει τον εαυτό του στην υπηρεσία του κόμματος είτε προσχωρώντας σε αυτό (Αραγκόν) είτε ως συνοδοιπόρος (Σαρτρ). Από το 1927, ο Ζιλιέν Μπεντά καταδίκαζε αυτή την “προδοσία των διανοουμένων” (βάζοντας στο στόχαστρο της πολεμικής του τόσο τους εθνικιστές όσο και τους μαρξιστές). Ο πόλεμος της Ισπανίας και αργότερα ο Ψυχρός Πόλεμος επανενεργοποίησαν έναν πόλεμο “οπαδών” με διακηρύξεις, συλλογές υπογραφών και δημόσιες τοποθετήσεις. Η βαθμιαία διάλυση του κομμουνισμού, με αφετηρία το 1956, ακύρωσε αυτή τη σύγκρουση δύο στρατοπέδων. Στις μέρες μας νομίζω ότι ο διανοούμενος που μας κληρονόμησε η υπόθεση Ντρέιφους έχει σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από το κίνημα οργανώσεων που μάχονται για μια σειρά σκοπούς, όπως οι “Γιατροί χωρίς σύνορα” και τόσες άλλες. Από την άλλη μεριά, ξαναβρίσκουμε “οπαδούς”, λιγότερο στα κόμματα και περισσότερο στον αστερισμό της “αριστεράς της αριστεράς”. Μετά τον θάνατο του Μπουρντιέ οι φάροι δεν λάμπουν πλέον, αλλά δεν λείπουν τα μικρά φώτα.
Στο παρελθόν οι διανοούμενοι ήταν οι καθοδηγητές, ήταν ένα είδος ιερέων. Αυτό έχει τελειώσει σήμερα. Και η αλλαγή αυτή δεν οφείλεται μόνον στο ότι τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, με επικεφαλής την τηλεόραση, έχουν καταλάβει την εξουσία.
Οφείλεται και σε ένα κοινωνιολογικό φαινόμενο που έχει αλλάξει τα πάντα. Πριν από 50 χρόνια αριθμούσαμε λιγότερο από 10% αποφοίτους του γαλλικού λυκείου σε κάθε ηλικιακή κατηγορία, ενώ σήμερα έχουμε 60%. Οι άνθρωποι επιθυμούν λιγότερο να έχουν καθοδηγητές και περισσότερο να εκφράζονται οι ίδιοι. Αυτό δείχνει η εξαιρετική άνθηση των μπλογκ στο Ιντερνετ.
Ας προσθέσουμε ακόμα μια κατηγορία διανοουμένων, που ο Μισέλ Φουκό όριζε ως “ειδικούς διανοούμενους”. Με άλλα λόγια πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι, παραμένοντας στο δικό τους πεδίο ειδικών γνώσεων, εκφράζονται ενάντια στο λάθος ή την αδικία. Αρχικά, στην περίοδο της υπόθεσης Ντρέιφους, ο διανοούμενος είναι εξ ορισμού αριστερός, επειδή εκείνοι που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε διανοούμενους της δεξιάς (ο Μπαρές, ο Μοράς κ.ά.) περιγελούσαν τον όρο “διανοούμενος”. Ωστόσο, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι διανοούμενοι της δεξιάς υιοθέτησαν τη λέξη και ήταν πολλοί. Για παράδειγμα, τον καιρό του πολέμου στην Αιθιοπία υπήρξε ένα μανιφέστο υπέρ του Μουσολίνι που συγκέντρωνε 64 υπογραφές διανοουμένων. Και έπειτα είχαμε την κατηγορία των φιλελεύθερων διανοουμένων του κύκλου του Αρόν, που δεν ήταν βέβαια διανοούμενοι της αριστεράς.
Θα ήταν επομένως λάθος να κατατάσσουμε συστηματικά τους διανοούμενους στην αριστερά. Το καινούριο στοιχείο ίσως είναι ο μεγάλος αριθμός των διανοουμένων που ήταν πρώην αριστεριστές, πρώην κομμουνιστές και που μετακινήθηκαν προς τα δεξιά».
Ο καθένας επιλέγει τι ακούει και τι διαβάζει…μάλλον είστε προκατειλημμένη…
Ποίηση σήμερα (λέγοντας σήμερα εννοώ τα τελευταία τρεις χιλιάδες χρόνια ποιητικής παραγωγής) δεν μπορείς να γράψεις αν δεν τα έχεις υπόψη σου…
Τα συνθήματα σας να τα γράψετε στον τοίχο της γειτονιάς σας, όχι εδώ!
@16
Πολυ κακογουστο το σχολιο σας κυριε Παστακα
ειναι ακρως επιθετικο (και ο λογος;)
“ο μπακαλης, ο ποδοσφαιριστης, ενας βοθρατζης η ενας παικτης του τεννις”
ακριβώς…απευθυνθείτε εκεί!
Λυπαμαι ειλικρινα.
Πρέπει να τελειώνουμε με τους ανέξοδους σχολιασμούς και τον ερασιτεχνισμό σας…κυρία μου!
Αν είσασταν μηχανικός και σας έπεφτε η γέφυρα που στήσατε θα πηγαίνατε φυλακή.
Η ποίηση δεν είναι για όλους (ευτυχώς!)
Την καληνύχτα μου!
κ.Παστάκα
Πολύ καλά κάνετε και υποστηρίζετε έναν νέο δημιουργό και μας τον προτείνετε ως σπάνιο φυσικό φαινόμενο στον κατα τ’ άλλα μίζερο χώρο της ποίησης. Δικαιωμά σας. Δεν αντιλέγω για τη σωστή χρήση της γλώσσας και για το ότι κατέχει το “χρίσμα”. Η όποια ένστασή μου είναι για το περιεχόμενο.
Στο “ξαναδαγκώ κι ολομασώ” περιγράφει με πραγματικά μαστόρικο τρόπο μια συνουσία. Όλα γίνονται απ’ την πλευρά του άντρα που προσπαθεί με τρόπο μεγαλειώδη να πατάξει τη σύντροφό του την οποία όμως φαίνεται σχεδόν να αγνοεί στο ποιημα. Δεν υπάρχει καμια αγωνία, κανένα βάθος λες και πηδάει το “τίποτα”. Και το ποιημα δεν φαίνεται να είναι ειρωνικό.
Στο “Χρωμ κ Λεκτες”, ένα ποιημα εντυπωσιασμού, όπου το σπουδαίο (sic) αποτέλεσμα είναι οι συγγραφεις να βοηθήσουν τους ζωγράφους λες κι αυτοί φταίνε που τους τιμώρησε όλους ο τέκτονας της Αρχής;
Στα “δωρητης σπέρματος” κ “τομές” μιλάμε για μια λαικίστικη κοινοτοπία
Αν ο κ.Μουζάκης θέλει να γίνει αυτό που λέτε πρέπει να προσέξει κ το περιεχόμενο, δηλαδή κάτι να έχει να μας πει. Και εγώ σ’ αυτά τα λίγα ποιηματα δεν είδα σπουδαία πράγματα.
Ίσως αν διάβαζα κ τα άλλα να άλλαζα γνώμη γιατί οι δυνατότητες από μέρους του υπάρχουν. Πως όμως κάποιος μαθαίνει τα σπουδαία νοηματα;
Πίστη και αγάπη θέλει η εποχή μας; έτσι δεν μας λέει και ο παπάς της ενορίας μας;
κ. Παπαθανασίου,
σέβομαι απόλυτα τη γνώμη σας, και η δική σας και η δική μου θα μείνουν εδώ για να κριθούν.
Περί συνουσίας ευτυχώς ακόμα μαθαίνω…εσείς είστε σίγουρος πως τα ξέρετε όλα;
Ο δικός μου παπάς της ενορίας μού λέει πως ποίηση είναι πάνω απ’ όλα η γλώσσα…Η έκθεση ιδεών δεν φτάνει να γίνει ποίημα, ούτε ο ορθός τρόπος συνουσίας, ούτε τα σπουδαία νοήματα είναι ήδη κατεκτημένα εσαεί…Δεν αναρωτιέστε πως ακόμα και τα σπουδαία νοήματα πρέπει να τα ανακαλύψουμε από την αρχή;
Μάλλον δεν καταλάβατε αυτά που ήθελα να πω. Κανείς δεν μίλησε για έκθεση ιδεών ή ορθό τρόπο συνουσίας. Ας τα λέμε ωραία κι ας λέμε ότι θέμε λοιπόν; Φαίνεται πως είναι καλύτερα να ζούμε στο μαγικό κόσμο των Χρωμ και των Λεκτών και να σιωπούμε αυτάρεσκα.
Κ.Μουζάκη και σεις παρεξηγήσατε. Μιλάω για το περιεχόμενο. Είπα ότι το χρίσμα το έχετε. τΙ ΝΑ ΚΆΝΟΥΜΕ ΑΥΤΉ ΕΊΝΑΙ Η ΆΠΟΨΉ ΜΟΥ.
κ. Μουζάκη σας εύχομαι καλή επιτυχία στο βιβλίο σας και καλή συνέχεια. Λυπάμαι που σας υποδέχθηκα σκληρά αλλά αυτή είναι η αποψή μου για την ώρα. Θα αγοράσω το βιβλίο σας και θα το διαβάσω προσεκτικά. Πάντως το ταλέντο σας στη γραφή το αναγνωρίζω ολόψυχα κι ας μην με αγγίζουν αυτά που εκφράζετε.
“Η Τέχνη δεν είναι για διακόσμηση,
η τέχνη πρέπει να είναι όπλο για μάχη”.
Πάμπλο Πικάσο
Και ο Δημήτρης Μουζάκης είναι και τολμητής και μαχητής.
Αν σε ορισμένους δεν περισσεύουν καλά λόγια
ας περιορίσουν τουλάχιστον την σπατάλη στο φθόνο και τις κακίες.
Για τους ανώφελα οργισμένους
θα αντιγράψω ένα ποίημα
του αγαπημένου μου Πολωνού ποιητή
ΤΣΕΣΛΑΦ ΜΙΛΟΣ
από το βιβλίο ΠΟΙΗΜΑΤΑ σε μετάφραση του Αντώνη Μακρυδημήτρη
από τις εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ.
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
Τώρα θα πω την ιστορία του Meader έχω στο νου
μου κάποιο σκοπό.
Βασανιζότανε, λοιπόν, με μια γκρίζα αρκούδα τόσο
κακιά και τολμηρή
Που άρπαζε το κρέας του ταράνδου από το γείσο της
καλύβας.
Όχι μόνο αυτό. Περιφρονούσε τους ανθρώπους και
δεν φοβόταν τη φωτιά.
Μια νύχτα άρχισε να κοπανάει την πόρτα
Έσπασε με το πόδι της το παράθυρο, κι εκείνοι
κουλουριάστηκαν,
Με τα τουφέκια στα χέρια τους περιμένοντας
να ξημερώσει.
Γύρισε πάλι το απομεσήμερο και ο Meader τη χτύπησε
από κοντά
Κάτω από το αριστερό στήθος. Τότε άρχισε να
τρέχει και να πηδά.
Ένα ξέσπασμα τρελό: η γκρίζα αρκούδα, είπε ο
Meader,
Ακόμα κι αν είναι στην καρδιά χτυπημένη, θα τρέχει
Μέχρι να πέσει κάτω. Αργότερα ο Meader τη βρήκε
Ακολουθώντας τα ίχνη. Και τότε κατάλαβε
Τι κρυβόταν πίσω από της αρκούδας την περίεργη
συμπεριφορά:
Το μισό σαγόνι του ζώου ήταν φαγωμένο από ένα
απόστημα και τερηδόνα.
Πονόδοντος για χρόνια. Ένας πόνος δίχως γνωστή
αιτία,
Που συχνά μας οδηγεί σε άσκοπες πράξεις
Και μας δίνει δύναμη τυφλή. Δεν έχουμε να χάσουμε
τίποτα,
Ερχόμαστε από το δάσος, κι όχι πάντα με την ελπίδα
Πως θα μας κάνει καλά ένας γιατρός από τον ουρανό.
Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ
[…]”Πρέπει να ήμουν αρκετά μικρός -παιδί σχεδόν- όταν πρωτάκουσα ή πρωτοδιάβασα τη φράση «δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι». Εκ των υστέρων σκέφτομαι πως πρέπει να χωρίσω τη ζωή μου στην περίοδο πριν το άκουσμα της φράσης αυτής και στην υπόλοιπη ζωή μου. Είναι από τις αποκαλυπτικές φράσεις που σε κάνουν ν’ αλλάξεις ζωή. Η φράση «τα πάντα ρει» με προβληματίζει και με βοηθάει να καταλάβω ένα μέρος της αλήθειας. Αλλά η φράση «δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι» με καταπλήσσει και με συναρπάζει ως μεταφορά και ως σκηνοθεσία. Η μία απευθύνεται στη νόησή μου, η άλλη απευθύνεται στη νόηση και στην ευαισθησία μου συγχρόνως. Συνδυάζει με τρόπο έξοχο την ποίηση και τη φιλοσοφία. Συγκινεί και κερδίζει περισσότερα μέρη της ψυχής.
Αργότερα διαπίστωσα ότι και άλλοι προσωκρατικοί, αλλά κι ο Πλάτωνας επίσης, εργάζονταν παρόμοια. Συχνά εξέφραζαν τη σκέψη τους με τρόπο καλλιτεχνικό. Πρόσεξα επίσης ότι κι ο Χριστός το ίδιο έκαμνε.
Ας σημειώσω ότι ο Αριστοτέλης ήταν εκείνος που απαίτησε τον χωρισμό της φιλοσοφίας από την ποίηση, λέγοντας ότι προτιμάει εκείνους που εκφράζονται «δια λόγων», δηλαδή με λογικά επιχειρήματα, και όχι «διά μύθων». Με τη λέξη «μύθοι» εννοούσε προφανώς τα ποιητικά και γενικότερα τα καλλιτεχνικά μέσα. Οι νεότεροι εφάρμοσαν κατά κόρον την υπόδειξη αυτή. Οι ποιητές ξέχασαν τον Πίνδαρο και τους τραγικούς, που συνδύαζαν έξοχα τον στοχασμό με την ποίηση, και έτσι φτώχυναν την ποίηση, ενώ οι φιλόσοφοι απέκλεισαν τα καλλιτεχνικά-ποιητικά στοιχεία, και η φιλοσοφία κατάντησε μια κατάξερη πεδιάδα, που την διασχίζουν πέντε ειδικοί.
Τον Ηράκλειτο τον διάβαζα απ’ τ’ αποσπάσματα που εξέδωσαν δυο γερμανοί φιλόλογοι. Για κάποια κείμενα είχα αμφιβολίες, πολλά όμως τα καταλάβαινα ή τα ’νιωθα από διαίσθηση. Βοήθησε και η γερμανική μετάφραση. Αφού τα διάβασα δυο-τρεις φορές, για να εξοικειωθώ, τ’ αρχαία κείμενα άρχισαν πια να τραγουδούν και να πετάνε αστραπές. Ήτανε ένας λόγος σαν τον κεραυνό, «κεραύνιος» λόγος, που έβρισκε το μυαλό και την ψυχή μαζί, κι άναβε πυρκαγιές!
Δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι.
Τα πάντα ρει…
Αυτά τα ήξερα. Αλλά εδώ διάβαζα ότι τον κόσμο αυτό, που είναι ίδιος για όλα τα όντα, δεν τον έπλασε κανένας θεός και κανένας άνθρωπος, αλλά ήταν πάντα, είναι και θα είναι αείζωη φωτιά, που ανάβει σύμφωνα με κάποιο μέτρο και παρόμοια σβήνει.
Ότι τα πάντα ανταλλάσσονται με τη φωτιά, και η φωτιά με τα πάντα, όπως τα εμπορεύματα με το χρυσάφι και το χρυσάφι με τα εμπορεύματα.
Ότι ο ήλιος είναι καινούργιος κάθε μέρα (ίσως γιατί κι αυτός ακόμα μεταβάλλεται).
Ότι ο χρόνος, η αιωνιότητα είναι ένα παιδί, ένα παιδί που παίζει με αστράγαλους. Η βασιλεία των πάντων ανήκει σ’ ένα παιδί.”[…]
Τάσος Φάλκος, Τουρκές η νύχτα, εκδ. Ζήτρος, 2008
“Η Τέχνη…”..Γιάννη Τόλια έγραψες!
Είπες τη μαγική λέξη!
Εδώ κάποιοι/ες νομίζουν πως μπορούν να βρουν την ποίηση στον βοθρατζή, αλλά όταν έχουν ανάγκη να αγοράσουν το ψωμάκι τους στον φούρναρη θα πάνε…εκτός κι αν προτιμάνε ν’ αγοράζουν το ψωμί τους από τον πεθαμενατζή!
Στη σύγχυση που επικρατεί έκανες πολύ καλά που επανέφερες το διάλογο στην πραγματική του βάση:η ποίηση είναι (είτε το θέλουμε, είτε όχι) μία από τις καλές τέχνες (για μένα η ύψιστη!), κι αν δεν ξεκινήσουμε από εκεί δεν μπορούμε να συζητήσουμε…
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
[…]
“– Και ποιοι είναι οι Ευρωπαίοι δηλαδή; Η καλοσύνη κι ο πολιτισμός είναι λεπτά επιχρίσματα, που λίγο να τα ξύσεις, προβάλλουν από κάτω πράγματα φοβερά.
– Μα, Κουρτ, νομίζω ότι παραφέρεσαι! διαμαρτυρήθηκε η Ντανιέλ. Δεν σας το είπα πως είναι μισάνθρωπος;
– Είμαι από τη φύση μου αισιόδοξος, είπε ο ποιητής. Και δεν μπορείτε να μου αλλάξετε τη γνώμη που έχω για τον άνθρωπο. Τον ήλιο, άμα τον κοιτάξεις κατά πρόσωπο, μπορεί να τυφλωθείς. Αλλά συνήθως μας φωτίζει!
– Α, τι ωραία που τα λέει! είπε η Ντανιέλ. Δεν θα μας πείτε τώρα κάποιο ποίημά σας, από εκείνα τα ωραία που μου διαβάζετε καμιά φορά;
– Ίσως η ώρα δεν είναι κατάλληλη…
– Μα τώρα ακριβώς η ώρα είναι κατάλληλη, είπε ο Γάλλος πρεσβευτής. Μετά τον δύστροπο μισάνθρωπο που ήθελε να ζήσει μες στην ερημιά, ν’ ακούσουμε και κάποιον που αγαπάει την κοινωνία των ανθρώπων.
– Έστω. Θα σας απαγγείλω ένα ποίημα μικρό που έγραψα αυτές τις μέρες. Ζητώ μόνο την ανοχή σας για τα γαλλικά μου.
– Τα γαλλικά σας είναι τέλεια, είπε η Ντανιέλ. Γνωρίζω κάποιους γερμανούς που θα σας ζήλευαν…
Ο ποιητής απάγγειλε αργά με χαμηλή φωνή:
Καθώς σκεφτόμουνα το σκοτεινό
κι ο νους μου γέμιζε εγκατάλειψη,
τα τζάμια έφεραν το ροζ επάνω στο γραφείο μου
Μια ταραχή παράξενη με συνεπήρε
και βγήκα στο μπαλκόνι
σύννεφα κατακόκκινα σκεπάζανε τον ήλιο
ο ορίζοντας σιγόκαιγε με καφετί φωτιά
μια αναμονή διαγραφόταν στον αέρα
και τότε άνοιξε το σύννεφο
και μια κολόνα φως
στηρίχτηκε στη γη
– Έξοχο! είπε η Ντανιέλ. Μοντέρνο και συγχρόνως κλασικό! Θα γίνετε ένας νέος Αντρέ Σενιέ!
– Εμένα μου θυμίζει πιο πολύ γερμανική κουλτούρα, είπε ο Βάιλερ. Αν συνεχίσει έτσι, θα γίνει ένας νέος Χάινε!
Αλλά ο ποιητής σκεφτόταν: «Πότε θα καταλάβουν επιτέλους πως έχω μια φωνή δική μου;»
Έπειτα η συντροφιά χωρίστηκε σε ομάδες. Κοιτάζοντας τον Κουρτ και τη Ντανιέλ που συζητούσαν στη γωνιά και μάλλον διαφωνούσαν, ο ποιητής σκεφτόταν: «Τι όμορφο ζευγάρι! Η ομορφιά κι η ρώμη! Εάν αυτά τα δυο δώσουνε και καρπούς, θα είναι όμορφοι και λαμπεροί σαν ήλιοι!».
Πάνω σ’ αυτό ο πρεσβευτής της Ελβετίας του έκανε νόημα. Πήγαν παράμερα, στην άλλη άκρη της σάλας και κάθησαν σε δυο βελούδινες καρέκλες.
-Βλέπω πως είστε επηρεασμένος απ’ τον συμπατριώτη μου Ρουσσώ.
– Τον θεωρώ μεγάλο πνεύμα κι έναν μεγάλο ποιητή. Μα κι ο Σωκράτης ξέρετε…
– Α, μάλιστα! Ουδείς εκών κακός: Ο άνθρωπος είναι καλός στο βάθος… Μα, νέε μου, προσέξτε: Αυτοί οι σοφοί απέδιδαν στον κόσμο αυτά που οι ίδιοι είχαν στην καρδιά τους! Μα η πραγματικότητα διαφέρει απ’ τις επιθυμίες μας… Ανησυχώ πραγματικά για σας… Προβλέπω δυσάρεστες εξελίξεις. Οι βασιλείς σας έδειξαν αφροσύνη και υπερέβησαν εκείνα που επέτρεψαν οι μεγάλες δυνάμεις. Κι αυτό θα το πληρώσει ο λαός σας.
– Και τι σχέση έχει ο λαός με την αφροσύνη κάποιων βασιλιάδων;
– Μιλάτε σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής και του δικαίου, που τιμωρούν μονάχα τους ενόχους. Μα στην πραγματικότητα τις ανομίες και τα λάθη των μεγάλων τα πληρώνουν οι αθώοι. Προβλέπω διώξεις και σφαγές.
– Αυτό στις μέρες μας είναι αδύνατο να γίνει! Οι Τούρκοι βλέπουν θέατρο, έχουν βουλή και συζητούν σαν άνθρωποι πολιτισμένοι. Όποιος δεν βλέπει αυτή την αλλαγή, είναι τυφλός ή προκατειλημμένος.
– Αγαπητέ μου, δεν είστε ρεαλιστής. Πόσο μπορούν να επηρεάσουν μία δύναμη τα θέατρα και ο «πολιτισμός»; Τα πιο μοιραία πράγματα για μια αυτοκρατορία είναι ο οίκτος κι ο ανθρωπισμός. Οι Τούρκοι ξέρουνε πολύ καλά το τι σημαίνει δίκαιο και αδικία, μα βρίσκονται στο τραγικό αδιέξοδο να μην μπορούν να επιβιώσουν δίχως την αδικία. Αν όλοι οι λαοί που εξουσιάζουν σηκώσουν το κεφάλι, τι θ’ απομείνει απ’ την Τουρκία; Και φυσικά δεν είναι διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν την αυτοκρατορία τους και να στραφούνε στον ανθρωπισμό. Μόλις στα 1915 εξόντωσαν ενάμισι εκατομμύριο Αρμένιους και σκόρπισαν τους άλλους στα πέρατα της γης. Και σε δυο χρόνια οι ίδιοι άνθρωποι έσφαξαν διακόσιες πενήντα χιλιάδες Πόντιους. Και όλ’ αυτά γι’ ασήμαντες αιτίες. Τώρα που βρίσκουν αφορμή, θα σας αφήσουν; Τα λέω αυτά, γιατί σας βλέπω ανυπεράσπιστο μέσα σε έναν κόσμο που ίσως δεν υποψιάζεστε καθόλου.
– Δεν είμαι διόλου ανυπεράσπιστος! Έχω μια τέτοια αγάπη για τον άνθρωπο και τη ζωή, που με στηρίζει σαν μαρμάρινη κολόνα! Δεν πρόκειται ποτέ να κλονιστώ!
– Μοιάζετε με μια δύναμη της φύσεως, μπρος στην οποία πρέπει να υποκλιθώ! Εύχομαι να δικαιωθείτε!
* * *
– Στον Αδραμυττηνό κόλπο στη Σμύρνη δολοφονήθηκαν τριάντα χιλιάδες άμαχοι.
– Στο Αϊβαλί σφάχτηκε ολόκληρος ο πληθυσμός της πόλης με εντολή της τουρκικής εθνοσυνέλευσης.
– Ορδές ξεριζωμένων βάδιζαν προς τη θάλασσα. Στο δρόμο τους αποδεκάτιζαν οι Τσέτες.
– Οι ξένος τύπος υπολόγιζε τους δολοφονημένους άμαχους από επτακόσιες χιλιάδες ως ένα εκατομμύριο.
Ο ποιητής είδε το φως να σπάζει μέσα του, να γίνεται συντρίμμια. Γκρεμίστηκαν εκείνα που τον στήριζαν, τσακίστηκε η ραχοκοκαλιά του. Έτρεχε μες στους δρόμους έξαλλος βγάζοντας άναρθρες κραυγές, έπιανε ξαφνικά τα πρόσωπα του κόσμου και τα κοίταζε, αλλά η όρασή του είχε σκοτιστεί.
Σ’ αυτήν την ώρα της παράνοιας και της παραφροσύνης, τον έπιασε μια συντροφιά από Τούρκους και άρχισε να τον χτυπάει. Αιμόφυρτος και με πλευρά σπασμένα δεν ένιωθε καθόλου τα χτυπήματα κι ούτε κατάλαβε τη μαχαιριά που του ’δωσαν στην πλάτη. Τότε απ’ τη γωνιά του δρόμου φάνηκε ο Βάιλερ παρέα με τον Γάλλο πρεσβευτή. Ο Γάλλος το ’βαλε στα πόδια. Ο γερμανός αντίθετα πλησίασε κι έδωσε μια γροθιά στο καταματωμένο πρόσωπο του ποιητή. Το χτύπημα του γερμανού, που τον θεωρούσε φίλο, του στέρησε ακόμα και το τελευταίο πρόσχημα να ζει.
* * *
Είκοσι χρόνια μετά οι γερμανοί γκρέμισαν και τα τελευταία ερείπια της εικόνας που είχαν πλάσει για τον άνθρωπο πολλές ευγενικές ψυχές με υλικά το όνειρο, τη φαντασία και τους πόθους της καρδιάς τους. Το 1945 ο Βάιλερ καταδικάστηκε σε ισόβια ως εγκληματίας πολέμου. Στη φυλακή έμεινε μόνο πέντε χρόνια και στη συνέχεια κατέλαβε μια θέση υψηλή στον κρατικό μηχανισμό της γερμανίας. Στο 1960, συνταξιούχος πια, πήγε ξανά στην Πόλη και αναζήτησε τον τάφο του ποιητή. Αλλά στα 1955 οι Τούρκοι, εκτός απ’ τους ναούς, τα σπίτια και τα μαγαζιά που έκαψαν, ξεπάτωσαν ακόμα και τους τάφους των Ελλήνων.
Εκεί που κοίταζε τον Βόσπορο, άκουσε κάποιον πυροβολισμό και είδε ένα σμήνος από πουλιά που έφευγαν τρομοκρατημένα. Μετά έγινε ησυχία και μέσα στη γαλήνη ακούστηκε ένας θρήνος μακρινός και κάποια μελαγχολική σκιά διέσχισε τα σύννεφα.”
Τάσος Φάλκος, Τουρκές η νύχτα, εκδ. Ζήτρος, 2008
Ξεχωρίζω από την “Αυτάρεσκη Σιωπή” του Δημητρίου Μουζάκη το ΞΑΝΑΔΑΓΚΩ ΚΙ ΟΛΟΜΑΣΩΝΩ και το ΧΡΩΜ ΚΑΙ ΛΕΚΤΕΣ. Περιμένω και δεύτερη ανάρτηση από το συγκεκριμένο έργο για να φανούν καλύτερα οι προθέσεις και οι δυνατότητες του ποιητή. Θα αναζητήσω το βιβλίο στη Θεσσαλονίκη.
Πολλοί πρέπει να ντραπούν, αλλα αφού δεν το κάνουν θα ντραπώ εγώ στη θέση τους –
και πολλοί σηκώνουν δήθεν τον πήχυ αλλά δεν κάνουν ποτέ το άλμα.
Η γνώμη μου μπορεί να είναι περριττή, αλλά θα την εκφράσω: δεν βρήκα ούτε ένα σχόλιο που επιβεβαίωνε τον εαυτό του, και είναι λυπηρό.
Και δίχως να έχω κάτι να χωρίσω ή αν μοιραστώ με τον αγαπητό κ. Τόλια, θα χρησιμοποιήσω κάτι από τα λόγια του για να τελειώσω:
Έγινε χρήση ενός αφορισμού του Πικάσο αλλά, όπως έγραψα χθες ή προχθές, μπορούμε να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε όχι πάντα για τους ίδιους λόγους. Δηλαδή, ο κ. Τόλιας έκανε χρήση του Πικάσο ενώ ο ίδιος έχει υιοθετήσει μία σχεδόν διαμμετρικά αντίθετη άποψη στα γραφτά του, -καθώς και ο φίλος μου κ. Μουζάκης- και όχι μόνο αυτό, αλλά υπάρχουν και άλλα σημεία της άποψης του Πικάσο που συνοδεύουν το “τσιτάτο” (να’ το πάλι το τσιτάτο!) όπως το: “Όλα τα καλλιτεχνικά ντοκουμέντα κάθε εποχής είναι πλαστά” – άποψη που αυτός ο οποίος την ασπάζεται οφείλει να την υπηρετεί στο έπακρο διαβάζοντας ή γράφοντας.
Ας σοβαρευτούμε λίγο λοιπόν.
Μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής θεωρείται ποίηση, και ορθώς κατ’ εμέ, μόνο μέσω της σύμβασης που προκύπτει από την ακαδημαϊκή και την εκδοτική σάρωση.
Όσοι πιστεύουν πραγματικά, είτε ως αναγνώστες, είτε ως δημιουργοί, στην τέχνη της ποίησης, φαίνονταν και από χθες και θα φανούν και αύριο.
Είναι αυτοί που αρνούνται την ταξινόμηση στα θηλαστικά και κάθε λογική επίγνωση.
Αναρωτιέμαι κάθε πότε συναντάμε τέτοιες περιπτώσεις μέσα και έξω από το Ποιείν…. (;).
γιάννη, εύχομαι να συναντήσεις την ποίηση κι έξω από το ΠΟΙΕΙΝ, ALAS!
ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΜΠΑΚΙΈΡΑ ΤΊΠΟΤΑ;
Ταμπακέρα; Δεν αντιλαμβάνομαι.
Σωτήρη, αναρωτιέμαι μήπως φταίει το περασμένο της ώρας… Ξαναδιάβασε τι ακριβώς έγραψα. Θα μασήσω τα λόγια μου; Για ποιον λόγο; Όταν τηρούνται οι κριτικές αναλογίες αποκρίνεται κανείς μέσα στα πλαίσια που οφείλει και πρέπει. Με τον βιασμό των αναλογιών, ποιον θα υποστηρίξω; τον βιαστή; Ποτέ.
Και ενώ εμείς ανταλάσσουμε το ζήτημα, έρχεται πολύ όμορφα ο κύριος περιηγητής να μου καταλογίσει μεροληψία υπέρ του κ. Μουζάκη!
Φευ!
Γιάννη, φτάνει με τους ανεπάγγελτους!
Ή ορίζουμε την ποίηση ως Τέχνη (με το ταφ κεφαλαίο!) ή διαφορετικά με τους μογγόλους δεν υπάρχει επίπεδο συνεννόησης!
Ο Τόλιας είπε κάτι πολύ σημαντικό “Η Τέχνη…”
Ας ξεκινήσουμε από κει…Ο κάθε τουρίστας σε ποιητικά σάιτ (πέστον περιηγητή!) μπορεί να λέει ότι θέλει, αυτό όμως δεν σημαίνει επ’ ουδενί πως μπορεί να καθορίσει την ελεύθερη γνώμη του καθενός μας.
Εγώ εκτίθεμαι κάθε φορά που εκφέρω μια άποψη, δεν καταλαβαίνω γιατί όταν μιλάω εγώ συνιστώ κλίκα, κι όταν μιλάνε οι άλλοι είανι αυθεντίες…
Δοκιμάζομαι κι εγώ όπως όλοι μας…απλώς εγώ όταν χαλάσει ο υπολογιστής μου θα πάω στον κομπιουτερά κι όχι στον…υδραυλικό! -:)))
Όσο για τον κύριο Μουζάκη είναι πολύ ενδιαφέροντα όσα ποίηματά του διάβασα αλλά λόγω του ότι ζω στο εξωτερικό δεν μπορώ να έχω το βιβλίο.Καλοτάξιδο!
Αγαπητέ κύριε Λειβαδά,μου είχατε απαντήσει πριν μέρες “ποιος τη γαμεί τη συλλογικότητα” και μιλήσατε για το βόρβορο της πολιτικής…Και ο βόρβορος της ποίησης δηλαδή…Έχει λείψει η σεμνότητα πραγματικά..
Αυτά που διάβασα σήμερα είναι ανήκουστα.Κι ύστερα αναρωτιόμαστε γιατί ο κόσμος έχει σιχαθεί τον μικρόκοσμο και τους μικροεγωισμούς των ποιητών..
Και ναι κύριε Παστακα, η ποίηση δεν είναι για λίγους!Είναι για όλο το λαό!Τι υπερφύαλη αλαζονεία είναι αυτή!Έλεος!Ποιοι νομίζετε ότι είσαστε δηλαδή;Και με τι ευκολία και στόμφο ακυρώνετε τη διαφορετικότητα σε αυτό το περιοδικό;Θέλουμε δηλαδή να αυνανιζόμαστε μέσα στην αυταρέσκεια μας;τι να πω;
Τουλάχιστον καταλάβαμε την περιρρέουσα ποιητική-αισθητική-πολιτική ιδεολογία;
Εδώ ο κόσμος χάνεται, τέχνη με φωτοστέφανα και πάει η μεταφυσικότητα σύννεφο..δεν υπάρχει τέχνη κύριοι..τέχνη και κουραφέξαλα..η τέχνη είναι ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα του αστισμού.Ti ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΩΡΑ, τα έχουμε πει αυτά από την εποχή του σουρεαλισμού και του ρώσικου φουτουρισμού, αν θέλετε να γυρίσετε στον παρνασσισμό εσείς καλό σας ταξίδι!ΤΕΧΝΗ πάντως όπως την εννοειτε και δη καλές τέχνες δεν υπάρχουν.Τεχνική υπάρχει.Τεχνική και καταπίεση!Και η συλλογική επαναστατική δημιουργία θα απαντήσει σους δρόμους.Καληνύχτα σας!
Υ.Γ.Και επειδή δεν μ’αρέσει να νομίζετε οτι κρύβομαι πίσω από ψευδώνυμα, λέγομαι Παναγιώτης Αρβανίτης.
Συλλάβετέ με αν θέλετε
Δηλαδή κύριε Παστάκα το περιοδικό αυτό τοφτιάξατε μόνο για τους φίλους σας;δε χωράει τουρίστες το μαγαζί;
έχετε απόλυτο δίκαιο κ. Παναγιώτη Αρβανίτη….δεν υπάρχουν Τέχνες…η επανάστασή σας πέτυχε…καταργήσατε τους τεχνίτες…όταν χαλάσει όμως ο ηλιακός σας κάποιον τεχνίτη θα φωνάξετε…δεν χρειάζεται να το ομολογήσετε…(μπορεί να τον επιδιορθώσετε και μόνος σας!)
το περιοδικό αυτό μας υπερβαίνει (γιατί δεν είμαι μόνος ευτυχώς!!!) κι αυτή είναι η μόνη του επιτυχία, αγαπητέ…
Όλοι τουρίστες είμαστε σ’ αυτή τη ζωή!
Εξηγείστε μου απλώς γιατί εγώ (ως οικοδεσπότης) δεν μπορώ να εκφέρω δημόσια άποψη…
Αν το Ποιείν ήταν κλίκα θα ήμουν ο πρώτος που θα αποχωρούσε.
Είναι κάθε άλλο παρά κλίκα, γι’ αυτό και τρώμε τα συκώτια μας εδώ μέσα.
Αν γινόταν κλίκα μάλιστα, δεν θα είχε να προσφέρει και τίποτα, εφόσον υπάρχουν ήδη τόσες διακεκριμένες κλίκες τριγύρω μας.
(Μάλλον τα χάνουν κυριολεκτικά ορισμένοι επισκέπτες από την αμεσότητα και την ευθύτητα).
:))
Αγαπητέ κ. Παστάκα,
Δεν θα ασχοληθώ άμεσα με την ποίηση του κ. Μουζάκη, είναι μια ποίηση πολύ συγκεκριμένη και με συγκεκριμένους αποδέκτες. Και χαρακτηρισμοί όπως καλή, κακή, μέτρια είναι άνευ νοήματος. Εξάλλου τα νοήματα σε ένα ποιητικό κομμάτι τα καθορίζει ο αναγνώστης. Είναι ολοφάνερη η δημοκρατικότητα του ποιείν, με την δημοσίευση ποικίλων αναρτήσεων, αλληλοσυγκρουόμενων υφολογικά και θεματολογικά και προσφέρει μια εν μέρει αν-αρχη ωραιότητα. Γνωρίζοντας το ποιείν αρκετά χρόνια, ποτέ μου δεν διαπίστωσα μια τόσο ενεργή παρέμβαση από μέρους των εκδοτών του και μου προκαλεί η αλήθεια είναι μια αρνητική εντύπωση. Σχόλια για νέους ποιητές και δη αρνητικά έχουν δημοσιευθεί τόσες πολλές φορές και η πολιτική της μη συμμετοχής των εκδοτών στον πόλεμο των σχολίων μου άρεσε. Στο κάτω κάτω ο κ. Μουζάκης είναι μεν νέος αλλά όχι και τόσο νέος σαν ποιητής με πάμπολλες δημοσιεύσεις στο ποιειν και 3 ποιητικές συλλογές. Δεν νομίζω ότι έχει ανάγκη κάποια συμπαράσταση ειδικά σε σχόλια που κανένα τους δεν ήταν κακεντρεχές στο περιεχόμενό του. Εξέφραζαν αβρά και ταπεινά απόψεις. Απλά θεωρείτε ότι πρέπει να αναγνωριστεί το μεγαλείο της ποίησης του Μουζάκη και να αναγνωριστεί ως μεγάλο ταλέντο. Συγγνώμη αλλά εγώ δεν μπορώ να το πω αυτό. Και στο κάτω κάτω μόνος κριτής είναι ο χρόνος. Από την άλλη γιατί δεν μπορεί ο κ. Παπαθανασίου και ο κάθε κ. Παπαθανασίου να υποστηρίζει ότι κάποιος δεν τον άγγιξε; Στο κάτω κάτω έχει ο ίδιος κερδίσει το δικαίωμα αυτό. Στην συνέχεια λέτε για την ποίηση κάποια σχετικά. Ο κ. Λειβαδάς μιλά στη Άπτερο Νίκη για την ποίηση του φούρναρη και του μπάρμαν, μια ποιητική παραγωγή πρωτόγνωρη. Και δεν τον αμφισβητώ. Ξέρετε λοιπόν ίσως ποιός είναι πίσω από το ψευδώνυμο περιηγητής; Μπορεί να είναι ο κ. Αραβανής, ο κ. Γκολίτσης, ο κ. Παπαθανασίου, ο κ. Λειβαδάς, ο κ. Μουζάκης ή ακόμα και εσείς ο ίδιος (θεωτηρικά μιλώντας πάντα). Αυτή είναι η ομορφιά του ποιείν η κάνω λάθος; Ένας εναντίων όλων. Αυτό συμβαίνει με τόσους άλλους, γιατί ο κ. Μουζάκης να έχει διαφορετική μεταχείριση; Και μάλιστα σπευδει και ο ίδιος να υπερασπιστεί τα ποιήματά του…Ποιος ποιητής, έχοντας πλήρη επίγνωση του ποιητικού του ταλέντου και απόλυτη εμπιστοσύνη, θα έκανε κάτι τέτοιο; Και για να κλείσω, ποίηση είναι η δημιουργία, ο ίδιος ο κ. Μουζάκης βασιζόμενος σε μία φράση του Καρούζου έγραψε ένα κριτικό δοκίμιο περι ποιήσεως και ποιητή. Γιατί έρχεστε εσείς να ορίσετε τι είναι ποίηση; Ο καθένας στο ποιειν έχει το δικαίωμα να μιλά περι ποιήσεως και περί ανέμων και υδάτων αν θέλει. Εσεις κρίνετε το περιεχόμενο των σχολίων και διαγράφετε αν κριθεί απαραίτητο υβριστικά και άλλα σχόλια. Επιλέξατε αυτήν τη θέση. Νομίζω ότι ο ρόλος σας είναι περιορισμένος στη παρουσίαση και όχι στην υπεράσπιση νέων ποιητών. Γιατί αν το κάνετε σε έναν πρέπει να το κάνετε σε όλους κ Διαιτητά. Και σχόλια τόσο δικά σας όσο και του κ. Αραβανή δύσκολα βρίσκουμε σε νέους ποιητές, ι περισσότερο πολεμημένους απ’ ότι ο κ. Μουζάκης.
Κύριε Αρβανίτη ομολογώ πως σας φοβήθηκε το μάτι μου!
Αντιμετώπιζετε ο ίδιος αρνητικά μιαν άλλη διαφορετικότητα, αυτή που συναντάτε μέσα στο Ποιείν, και έρχεστε να κάνετε λόγο υπέρ της διαφορετικότητας;
Μου λέτε πως κάνω άσχημα να κρίνω αρνητικά την συλλογικότητα; Με ποιον αντίλογο αγαπητέ μου;
Είναι περίεργο που το ακούω – μάλλον είστε απολύτως ικανοποιημένος από την παγκόσμια συλλογικότητα και δεν θα θέλατε να αλλάξετε τίποτα….
(Τώρα θα μου πείτε πως έγινα πάλι brutal… όπως νομίζετε).
Αγαπητέ Κύριε Παστακα αυτό έλειπε να μη μπορείτε να εκφράσετε τη γνώμη σας στον ίδιο σας τον οίκο, αλλού εστίασα..Στην αφιλόξενή σας στάση σε συγκεκριμένα ατομα που μάλλον δεν είναι του σιναφιού.Και δεν με ενδιαφέρουν οι κλίκες κύριοι ,δεν έχω το σύνδρομο του πτωχού συγγενούς,κι αν υπάρχουν είναι τόσο υποκειμενικά υποκειμενικές που μοιάζουν μάλλον μίζερες. Δε μίλησα για κλίκες, μίλησα για αφιλόξενη στάση ως [ρος τη διαφορετικότητα. Λατρεύω την ποίηση και για αυτό είμαι εδώ.
Έχω καταλάβει πλήρως την ποιητική σας ιδεολογία.Ποιητής=Επάγγελμα, με φορολογική δήλωση και τα ρέστα..Εγώ είμαι άλλης άποψης συγχωρέστε με.όσο για το επιχείρημα του υδραυλικού, παιδικό. Συγχωρέστε με και παλι.
κ. Αναστασόπουλε,
σας ευχαριστώ που αναγνωρίζετε την προσπάθεια του ΠΟΙΕΙΝ να αναδείξει το έργο νέων ποιητών, αλλά δεν καταλαβαίνω την άρνησή σας να επιδοκιμάζω όποιον θέλω (ως Παστάκας ομιλώ, όχι ως ΠΟΙΕΙΝ), και να μου αφαιρείτε τον λόγο…
Πρέπει να πω για πολλοστή φορά πως εκτίθεμαι κι εγώ;
Την προσωπική μου άποψη καταθέτω…και δοκιμάζομαι γι αυτό, όπως όλοι οι υπόλοιποι…
Αγαπητέ κύριε Λειβαδά, δεν είμαι καθόλου ικανοποιημένος με την παγκόσμια συλλογικότητα αλλά δεν είμαι ταγμένος να ελεινολογώ τη μοίρα μου και τη μοίρα μας μέσα σε ιδιωτικές αυταρέσκειες, σε ατομικούς ιλίγγους και σε εγωτικές υπερβατικές εμπνεύσεις. Κατά την ταπεινή μου γνώμη η ποίηση από προφήτισσα που είναι πρέπει να γίνει ζώο που μουγγρίζει μέσα στο ιστορικό προτσές.
Το παιδικό κ. Παναγιώτη Α.,
οφείλεται στο αγγλικό ρητό πως “σε χαζές ερωτήσεις, αντιστοιχούν χαζές απαντήσεις”…
Όλοι του σιναφιού είμαστε, αλλά όταν κάποιος ξεπερνάει το μέσο όρο οφείλω να το πω…αυτό σας ενόχλησε;
Πιστεύω και το έχω αποδείξει πολλά χρόνια τώρα πως η δημοκρατικότητα στην ποίηση εξαντλείτε στην πρόσβαση της γραφής…από κει και πέρα, δεν είμαι καθόλου δημοκρατικός: σου δίνω το περιθώριο να εκφραστείς, αλλά από τη στιγμή που καταθέσεις το γραφτό σου, είμαι ανηλεής. Γίνομαι ξαφνικά αριστοκράτης…
Η ποίηση, είναι για λίγους…αυτή είναι η μαγεία της (διαφορετικά θα την λέγαν X-factor)
Τώρα…
ξιπάζεται δεν ξιπάζεται ο ποιητής
ξιπάζεται δεν ξιπάζεται η κοινωνία
τις πέτρες στα Τέμπη να δω ποιος θα μετακινήσει…
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_15/01/2010_386883
κε Μουζάκη ο κ. Παστάκας σας ανέβασε πάνω από το μέσο όρο.
Ως προς την εκφραστικότητα σας αδικεί. Είστε πολύ πιο πάνω.
Ως προς το περιεχόμενο σας υπερεκτίμησε. Εκφράζετε, ακριβώς όμως!, την εγωπάθεια του μέσου νεοέλληνα.
ΥΓ. την Παρασκευή το βράδυ, στο τρίτο πρόγραμμα 11-12, στην εκπομπή για τη μουσική jazz, του Σάκη του Παπαδημητρίου, «Ο ήχος των εκπλήξεων» είχε αφιέρωμα σε μια από τις εκατοντάδες μικρές εταιρίες παραγωγής δίσκων μουσικής στην Ευρώπη, την Pirouet. Αυτό που έχει σημασία λοιπόν είναι ότι σε καιρούς που οι μεγάλες εταιρίες, των ευπώλητων, βλέπουν τις πωλήσεις τους να πέφτουν ελεύθερα, οι μικρές και κυρίως πάνω στη σύγχρονη καλή μουσική, ανθούν. Ουσιαστικά η βιοτεχνία, η παραδοσιακή δύναμη της Ευρώπης, από ανθρώπους με μεράκι φαίνεται να επανέρχεται, προς το παρόν στη μουσική, στη γηραιά ήπειρο. Δε γνωρίζω αν το ίδιο συμβαίνει και στη λογοτεχνία (και ιδίως στην ποίηση) ή αλλού αλλά, θεωρώ ότι, εδώ στην Ελλάδα, ο ΕΝΔΥΜΙΩΝ του Βασίλη του Λαλιώτη, πρωτοπορεί. Δεν προδικάζω το μέλλον, αλλά αν συνεχίσει έτσι σε μερικά χρόνια δε θα μιλάμε για μια παρουσία που απλώς πέρασε από τον εκδοτικό χώρο, αλλά για μια προσπάθεια που άφησε την ταυτότητα της και άλλαξε το τοπίο.
κ. Πρίμπα
Γειας το στόμα σας, πολύ ωραία.
Μικροί πυρήνες ποιοτικής προσφοράς. Με κοινό όμως όραμα σε ποιο(η)τικό προιόν που παύει να είναι προιόν και γίνεται προσφορά.
Μόνο ο κ.Μουζάκης ζημιώθηκε απ’ την χθεσινή κακή ημέρα. Κρίμα γιατί θα μπορούσαν όλα να γίνουν με μικρότερη φόρτιση και καλύτερη διάθεση.
κε Μουζάκη γνωρίζετε πολύ καλά ότι τα σχόλια σε όλες τις αναρτήσεις (εκτός από μια αν θυμάμαι) είναι ανοιχτά και όποιος θέλει μπαίνει και γράφει. Από την άλλη αν ο κάθε ένας που δε θέλει να σχολιάσει κάποιες εγγραφές, το ανακοίνωνε, καταλαβαίνετε ότι θα φτάναμε σε χιλιάδες σχόλια ανά εγγραφή και το πράγμα θα ήταν αφόρητα κουραστικό.
Όσον αφορά την εγωπάθεια, εσείς επιλέξατε αυτά τα έξι ποιήματα, και ανεξάρτητα των πολλών ακόμα που έχω υπόψη μου, θα περιοριστώ σε αυτά (όχι βέβαια στον τίτλο της συλλογής γιατί θα μπορούσε να είναι ειρωνικός και όχι αυτό-περιγραφικός).
κε Μουζάκη στα τέσσερα από αυτά το ΜΟΝΟ πρόσωπο που έχει ΣΗΜΑΣΙΑ είστε εσείς (ακόμα δε και στο ΧΡΩΜ ΚΑΙ ΛΕΚΤΕΣ τελικά έρχεται το θέλω σας να (καθ)ορίσει).
Απόλυτα δε αρνητικά χαρακτηρίζω ειδικά αυτό:
«Αν το παιδί μου γίνει
γιατρός ή δικηγόρος
πρόεδρος κάποιας κυβέρνησης
ή καθηγητής πανεπιστημίου
πείτε του, σας εκλιπαρώ
ποιος ήταν ο πατέρας του.
Αλλιώς
ούτε να το ξέρω δε θέλω»
το οποίο το βρίσκω ειλικρινά ΘΛΙΒΕΡΟ.
Σας εύχομαι να μη βλέπετε κάποτε στο μέλλον αυτό το ποίημά σας και να λέτε ΜΑ ΤΙ … ΕΓΡΑΦΑ.
(Υπογραφή ένας εμπαθής πατέρας…)
Τέλος στο μεν έκτο (ΟΙ ΤΟΜΕΣ) δεν υπάρχετε μεν άμεσα εσείς, αλλά η ΓΥΝΑΙΚΑ-ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ως αποκλειστικά χρηστικό όργανο επίτευξης οργασμών.
κ. Μουζάκη
Στην ποιηση όπως και στη συνουσία δεν τίθεται θέμα τεκμηρίωσης. Ο καθείς γράφει και πηδά όπως αισθάνεται. Ο αναγνώστης όμως όπως και το ερωτικό ταίρι μπορεί να εκφράσει την άποψή του για την ποιητική κ σεξουαλική πράξη αντίστοιχα. Μπορεί να πει εμένα δεν με ικανοποίησε ο δρων. Κι ας έκανε υπεράνθρωπη προσπάθεια κι ας έχει όλο το “πακέτο”. Γιατί λένε πως δεν μετράει το μέγεθος (και η πρόθεση θα πρόσθετα) αλλά η “χημεία”.
Κύριε Λειβαδά, μπορεί στο παρελθόν να έχουμε διασταυρώσει τα λεκτικά μας ξίφη,
αλλά όπως γνωρίζετε αυτό είναι ένα υγιές
δημοκρατικό σύμπτωμα.
Από τη στιγμή που δυο άνθρωποι κράτησαν την ίδιο ευλύγιστο ξύλο
και ο ένας από αυτούς φαντάστηκε να το λυγίσει και να το κάνει τόξο
αυτό είναι τέχνη.
Όπως επίσης την ίδια πέτρα ο ένας την πελέκησε και έφτιαξε αιχμή
κι ο άλλος τη σκάλισε κι έφτιαξε μάτια, μύτη και στόμα.
Η τέχνη είναι ανάγκη, είναι ορμή.
Είναι το ψέμα της αλήθειας του καθενός.
Γιατί μόνο το ψέμα είναι γοητευτικό.
Έτσι ο κάθε δημιουργός για να ντύσει τη γυμνή αλήθεια του
επινοεί συναρπαστικές συνθέσεις ενδυμασιών.
Στη λειτουργία της σκέψης δεν υπάρχει έγκλημα.
Υ.Γ. 1 Μόνο η φύση δημιουργεί γνήσια, ανόθευτη τέχνη.
Υ.Γ. 2 http://monody-monody.blogspot.com/2009/07/blog-post_15.html
Άνεργος.
Τεχνίτης να γίνεις
(ηλεκτρολόγος, υδραυλικός,
μηχανικός αυτοκινήτων).
Λεφτά έχει καλά.
Δεν προλαβαίνω
πρέπει πρώτα βοηθός
κι αν με τα χρόνια είμαι καλός…
Δεν προλαβαίνω
ο χρόνος εχθρός.
Κάπου στα χέρια μου έπεσε
ένα βιβλίο με ποιήματα.
Είναι επάγγελμα ο Ποιητής;
ρώτησα ένα φίλο.
Έτσι θαρρώ.
Κι από λεφτά;
Δε ξέρω.
Μου φάνηκε εύκολο αρχικά
λέξεις στη σειρά
κι όσο πιο σπάνιες κι ακριβές
– μακριά από την απλοϊκότητα των ομιλουμένων-
τόσο πιο καλά.
Αγόρασα τετράδια και μολύβια
– τα εργαλεία λένε κάνουνε το μάστορα-
κι άρχισα με μανία
τις άδειες, λευκές σελίδες
με λέξεις να γεμίζω.
Χάθηκα από φίλους και γνωστούς.
Κάποιοι – εκ των υστέρων έμαθα-
φοβήθηκαν για το απονενοημένο.
Και άλλοι – λίγοι ευτυχώς-
διέδιδαν ότι οικειοθελώς είχα εγκλεισθεί.
Μα όλο ετούτο τον καιρό
κλεισμένος σε νεκρικό δωμάτιο
μ’ ένα ποτήρι αλκοόλης για τροφή
συνέχιζα
τις άδειες, λευκές σελίδες
με λέξεις να γεμίζω.
Ότι ήξερα από λέξεις τόγραψα
κι ήμουνα σίγουρος πως επάγγελμα
πλέον βρήκα. Ποιητής.
( Η μάνα μου – συγχωρεμένη νάναι –
θάτανε περήφανη, που βρήκα κάτι επιτέλους
να αξίζει).
Τι γίνεσαι;
Τι κάνεις;
Βρήκες δουλειά;
Ποιητής.
Και είναι αυτό δουλειά;
Έτσι θαρρώ.
Έχει καλά λεφτά;
Δεν ξέρω.
Δέος και φόβος
εμπρός στην είσοδο του
μεγαλοπρεπούς κτιρίου.
Ακαδημία Ποιητών.
Τι θα θέλατε, κύριε;
Το επάγγελμα μου Ποιητής.
Στα χέρια το έργο μου κρατώ.
Που πρέπει να απευθυνθώ;
Καταλαβαίνω. Δυστυχώς δεν έχουμε κενή θέση.
Τον άλλο μήνα, ίσως τότε….
Έγνεψα και αποχώρησα συγκαταβατικά.
Αφού τεχνίτης δε μπορούσα να γινώ
και το επάγγελμα του Ποιητή ήταν κλειστό
έπιασα δουλειά ως μεταφορέας σωμάτων και ψυχών- ταρίφας ή ταξιτζής στο πιο ποιητικό.
Αν είχατε μείνει στο σχόλιο 57 (+ τη διευκρίνιση του Γιώργου του Μίχου) δε θα υπήρχε λόγος να απαντήσω. Χαίρομαι που το πρώτο πρόσωπο στο συγκεκριμένο ποίημα δε σας αφορά. Να υποθέσω και στα υπόλοιπα ή μόνο σε αυτό; Αν ναι, κατανοητό. Αν όχι, τότε λυπάμαι, αλλά η επιλογή σας είναι εσφαλμένη καθόσον τέτοιος διαχωρισμός του υποκειμένου
– άλλοτε ως φανταστικό μεν αλλά κοινωνικό πρότυπο ή παράδειγμα
– άλλοτε ως κάποιου που έχετε υπόψη σας
– κι άλλοτε εσάς
του «πρώτου προσώπου» δεν προκύπτει, εκτός φυσικά από την καταφυγή στο «όπως θέλω και όποτε θέλω το μεταφράζω όπως με βολεύει και άμα δε σας αρέσει είστε εμπαθείς»
Σε κάθε περίπτωση πάντως το ότι η συγκεκριμένη θέση εκτίθεται έτσι χωρίς να υποβόσκει ούτε καν απόπειρα καταδίκης της, δείχνει εγωπάθεια… του πρώτου προσώπου φυσικά… (το περί προσέγγισής μου «μέσω της γνώσης» δεν αντέχει σε κριτική)
Να είστε καλά!
Αγαπητέ κ.Μουζάκη
Θα ήμουν χαζός να προσπαθούσα να σας υποδείξω πως να γράφετε ή τι να εκφράζετε στην ποιησή σας. Ότι εσείς νομίζετε. Στο 1ο ποιημα σας περιγράφετε με πολύ καλή γραφή μια συνουσία. Η εικόνα που μου βγαίνει είναι ενός άντρα που με μεγαλειώδη τρόπο κάνει έρωτα με όλες του τις αισθήσεις στο ταίρι του. Ο ίδιος όμως τα περιγράφει όλα αυτά και μάλιστα εν εξελίξει της πράξης και όχι ως επιθυμία. Και στο τέλος, φανερά ικανοποιημένος απ’ τον παν-αισθησιακό τρόπο που έκανε έρωτα στην γυναίκα, με έκδηλο ναρκισσισμό λέει-είδες τι ωραία που ήταν, νιώσε τη μαγεία ξαπλωμένη στο στήθος μου. Ένα πάθος μονομερές, αυτάρεσκο χωρίς καμιά αγωνία ή έστω κάποια ειρωνία. Ε λοιπόν αυτή η εικόνα δεν μου είπε τίποτα. Σε ποιον αρέσει να περιγράφει κάποιος πόσο καλός εραστής είναι; Έστω και με τα πολύ ωραία λόγια σας. Δεν είναι εκνευριστικό; Σκεφτείτε το.
υ.γ1. Aν με το συγκεκριμένο ποιημα θέλατε να πείτε κάτι άλλο που εγώ δεν “έπιασα” θα με ενδιέφερε να το μάθω.
Το έχει ξανακούσει από μένα ο κύριος Μουζάκης, αλλά θα το επαναλάβω: η έπαρσή του είναι τέτοια που θα του επιτρέψει να συνεχίζει την ποιητική του διαδρομή όσο αυτός το επιθυμεί. Και η έπαρσή του εντοπίζεται (και δεν έχω λόγους μάλιστα να αμφισβητώ ότι εξαντλείται) στο ότι γράφει σε πείσμα όλων: χωρίς να χαρίζεται ούτε στον εαυτό του ούτε στους αναγνώστες του.
Τα ποιήματά του είναι κακά για την ποίηση που σέβεται τον εαυτό της 🙂
Άσχετο (για τους άσχετους): Το ότι αρχαίοι τραγικοί δεν παρουσίαζαν φόνους ή αυτοκτονίες επί σκηνής είναι λόγος να καταδικάσουμε όσους το κάνουν; Είναι μάλιστα λόγος να τους καταδικάσουμε ότι αντλούν προσωπική ευχαρίστηση από αυτό;
Αν πω την γνώμη μου θα πετροβοληθώ?
Είμαι απλά μια αναγνώστρια.
Κύριε Μίχο, είναι δυνατόν να παλεύει κανείς για την αλήθεια δίχως να έχει την αίσθηση μιας έστω ελάχιστης κατοχής της;
Αλλά αkόμη καλύτερα: η αλήθεια ίσως μπορεί να προκύψει απρόσωπη από κάθε (ουσιαστική) διαλογική σύγκρουση….
έβαλε 5-6 λέξεις περίεργες ο μουζάκης σε ένα ποίημά του και μερικοί πάνω στην πρεμούρα τους να τον υπερασπιστούν άρχισαν να λένε μπούρδες περί τέχνης.που είναι η τέχνη κύριοι;είδα και μερικά ποιήματα στο μπλογκ του μουζάκη(απ’ το ίδιο βιβλίο), δεν είδα καμιά τέχνη έτσι όπως την ορίσατε εδώ.έτσι είναι οι τεχνίτες του λόγου;θα τρίζουν τα κόκαλα του παουντ και του μαλαρμέ μ’ αυτές τις ανοησίες.(κι όταν λέω ανοησίες εννοώ τα περι τέχνης γύρω απτα συγκεκριμένα ποιήματα, δεν αναφέρομαι στα ποιήματα, τα οποία είναι μερικές φορές ενδιαφέροντα αλλά όχι τίποτα το σπουδαίο)
όσο και να το τρομπάρεις το μυαλό, κάποια στιγμή θα ξεφουσκώσει…
υγ.είμαι ο μπάτμαν…
Δεν θα προσπαθήσω να αποδείξω τι σχέση έχω με τον Μουζάκη. Εγώ και εκείνος την ξέρουμε. Αυτό αρκεί.
Από εκεί και πέρα δεν με νοιάζει καθόλου πόσο κρίνετε τις προθέσεις μου (πρεμούρα υπεράσπισης κτλ) κι όχι τις απόψεις. Τις ξέρω εγώ. Αυτό μου αρκεί.
Την ελευθερία και τον χρόνο έκφρασης των απόψεών μου κανένα Ποιείν δεν θα τα αλλοιώσει.
Δεν θα σας κάνω αυτή τη χάρη, να μου το μετατρέψετε σε αλυσίδα στο πόδι.
Αυτά ως απάντηση στο:
“Νομίζω ότι ο ρόλος σας είναι περιορισμένος στη παρουσίαση και όχι στην υπεράσπιση νέων ποιητών. Γιατί αν το κάνετε σε έναν πρέπει να το κάνετε σε όλους κ Διαιτητά. Και σχόλια τόσο δικά σας όσο και του κ. Αραβανή δύσκολα βρίσκουμε σε νέους ποιητές, ι περισσότερο πολεμημένους απ’ ότι ο κ. Μουζάκης.”
Συγγνώμη για το προσωπικό του μηνύματος, νομίζω όμως πως όφειλα μιαν απάντηση.
“Χωρίς δικά μας έξοδα χώρος στην αλήθεια δεν προκύπτει… και χωρίς απόσβεση προσώπου λόγος δεν περνάει… Τουλάχιστον στον κόσμο που κατοικώ…” : το συνυπογράφω ετούτο.
Αυτό προείπα παραπάνω (και επιμένω ανέκαθεν σ’ αυτό, καθώς και στην ύπαρξη ενός και μοναδικού, κοινού, αξεπλήρωτου νομίσματος).
Όλα τα υπόλοιπα απλώς τα βαριέμαι.
Κάνουμε καραμπόλες 🙂
ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Φιλιά πεινασμένα μια νύχτα
και η φωτιά στο βάθος του καθρέφτη
δικαστής ασαλευτος
κρίνοντας την ηδονή τους
και για πολύ ώρα μετά
σκοτείνιαζαν τα κορμιά τους
μ’ ένα πυρινο αντιφέγγισμα
στα μαλλιά και στα νύχια
καθώς ανέβαιναν τα όνειρα
παρασταίνοντας τον έρωτα
πάνω στη στάχτη
που τους εσκέπαζε.
….
31
Το ένα σου μάτι
στο ποιήμα και τ’ άλλο
να σε δικάζει.
*** Στην αγκύλη το τρίτο ποίημα είναι εκείνο με τον τίτλο ΓΙΑ ΛΥΠΗΣΗ
αν το έχετε ξαναβάλτε το!
η πρώτη σοβαρή προσπάθεια χακέματος του ΠΟΙΕΙΝ έτσι κι αλλιώς έχει καταγραφεί επίσημα πλέον από τον παροχέα μας…και μην στοχοποιείται τους διαχειριστές (δεν μπορείτε να ξέρετε ποιός διαχειρίζεται τι ανά πάσα στιγμή…)
Nα επισημανω οτι στα περισσοτερα σχολια που διαβασα λειπει η αισθηση της αυτοκριτικης, διακρινω μια διαθεση να ταχωσουμε,αναζητωντας αλλες αναλογιες για το εγω μας,και ισως ο λογος
εδω προσφερεται για αυτο.Αλλες αναλογιες
για το εγω του επιδιωκει και ο εκαστοτε ποιητης.
και ειτε ως ψωνιο χανεται σε φαντασιοθυσιες
ειτε στην πορεια αναγνωριζει τον πραγματιστικο χαρακτηρα αυτου του αερα που λεγεται ποιηση
και ζει με αυτες, μαθαινοντας ομως να τις κρατα καλα κρυφες.Γιατι αυτο θα ειναι απο εδω και περα το οπλο του.Η ταπεινοτητα δεν ειναι αυτο που φαινεται.Και κανεις μας δεν ειναι αυτο που δειχνει.Οι αναλογιες μας με τους αλλους δεν
λενε τελικα τιποτα για εμας.Καθενας μας ξερει
την αληθεια.Γιατι να την αλλαξουμε εδω;
Aγαπητή Λύδια
Κάποιοι γράφουν ποίηση όπως ένας άνθρωπος φοράει ωραία ρούχα για ν’ αρέσει, λέει καλημέρα σας στις δημόσιες υπηρεσίες, κάνει μπάνιο για να μην βρωμάει κλπ. ενώ κάποιοι γράφουν ποίηση για να επαναστατικοποιήσουν την ανθρώπινη εμπειρία, από ανθρώπινη συνειδησιακή πείνα να ακυρώσουν κάθε τάξη, ακούγοντας την ηχώ που καλει τη σκιά να χορέψει, όταν καταλαβαίνουν ότι δεν κατέχουν τίποτα, για να μετρήσουν την ύπαρξή τους, για να αναπτύξουν το στιλβωμένο ποδήλατό τους, για να αναζητήσουν το λαβύρινθό τους, να ακυρώσουν το προβλεπόμενο, να αναζητήσουν το χαμένο παράδεισο, να μοιραστούν τις εκλάμψεις τους, να γκρεμίσουν τους τοίχους, να εξερευνήσουν τα ερείπια, να αποδομήσουν τους εφιάλτες, να μεταμορφωθούν σε αποκάλυψη, να ζυγίσουν το εγώ τους, να λυτρώσουν την καταπίεση τους, να αγγίξουν το ηλεκτρικό ρεύμα, να ρεμβάσουν τη μετανάστευση των αισθήσεων, να λύσουν τις αλυσίδες των φόβων τους κλπ.
Μετά εκτίθονται και ο καθένας μας παίρνει το μερίδιό του κι άλλοι τίποτα απολύτως. Γιατί όλα αυτά θα μου πεις; Έλα ντε
“Ποιός θα μας φυλάξει από τους φύλακες?” έγραφε το σύνθημα στον τοίχο σους “Watcmen” αγαπημένο κόμικ…
Εδώ ο κίνδυνος είναι ποιός θα μας φυλάξει από τον παντογνώστη (τον κάθε παντογνώστη, μηδέ του εαυτού μου εξαιρουμένου) που γράφει ή νομίζει πως γράφει-σχολιάζει από το μετερίζι του θεού και ο οποίος αδυνατεί να συλλάβει την απλούστερη αλήθεια που υπάρχει: κανείς δεν διαθέτει κάτι παραπάνω από το λάθος του…
Κυρία Κωστοπούλου έχω την εντύπωση ότι το Ποιείν δεν είναι το Λούβρο της ποίησης. Ο κάθε ποιητής που στέλνει τα ποιήματά του ξέρει που τα στέλνει κι ότι κάτω από τους «πίνακες» τους ο καθένας μπορεί να γράψει ότι θέλει. Και δεν αμφιβάλλω ότι πολλοί από αυτούς το επιθυμούν κιόλας. Είναι αδύνατον και ευελπιστώ και ανεπιθύμητο από τους ποιητές να λαμβάνουν μόνο θετικές κριτικές. Ακόμα και τα «αρνητικά» σχόλια ίσως τους βοηθούν να δουν με διαφορετική ματιά τα ποιήματά τους και εκτός αυτού εκτείνουν και τον διάλογο. Αν τα πράγματα ήταν όπως τα θέλατε τα σχόλια δεν θα ήταν παρά ένα ανιαρό κατεβατό από κολακείες που πιθανόν ούτε και οι ίδιοι ποιητές θα τα έπαιρναν σοβαρά.
@89
Κι εσείς με ποια ιδιότητα ψυχολογείτε τα κίνητρα των σχολιαστών; Ο καθένας γράφει αυτά που νιώθει και σκέφτεται, πιστεύω όσο πιο πολιτισμένα μπορεί. Τώρα αν βγαίνουν με ένταση δε νομίζω ότι κάνουν και κανένα φοβερό κακό σε κανένα. Ίσως και αυτό να φταίει που πολλοί είμαστε «απαίδευτοι αναγνώστες» ή «ερασιτέχνες κριτικοί» Μα ούτε κανείς τραυματίστηκε, ούτε κανείς απέκτησε ψυχολογικά προβλήματα μέσω των σχολίων του Ποιείν – υποθέτω πάντα. Εξάλλου όσο καιρό παρακολουθώ το Ποιείν σπάνια διαβάζω σχόλια που έχουν στόχο το πρόσωπο των ποιητών. Μάλλον οι αντιλήψεις μας διαφέρουν καθέτως. Τίποτα πιο φυσιολογικό, ίσως και θεμιτό, από αυτό. Τώρα επειδή εσείς υπογράφετε με ονοματεπώνυμο σημαίνει ότι δεν τα έχετε κάνει στο μυαλό σας αχταρμά και ότι δεν βαράτε στο ψαχνό (των ανώνυμων σχολιαστών και ειδικά της Μάτα Χάρι) – ή μήπως ότι δεν σας ηδονίζει αυτό που κάνετε; Δεν μπορούσατε άραγε να επιλέξετε κι εσείς μια ενδιάμεση, λιγότερο φορτισμένη στάση; Λέω τώρα….
Ξαφνιάζονται οι άνθρωποι σαν ακουστεί το Εμπρός επαναστάτες
Ξαφνιάζονται σαν ακουστεί Ελευθερία
Πάψε τους ύμνους σου αστέ ποιητή Έλληνα Λειβαδίτη
για έρωτες σπίτια και ηρεμία
όσο ανθρώπινα κι αν είναι.
Αύριο θʼ αναγκαστείς να φωνάξεις όπως άλλοτε μαζί μου
θάνατος στους τυράννους. (…)
Εγώ με τη φωτιά του 17 προχωράω αντίθετα
από τα συνέδρια τις συσκέψεις. (…)
Κανένας πια δεν έμεινε ποιητής.
Έτσι μονάχος ανοίγω το δρόμο.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ
Troll: “someone who posts inflammatory, extraneous, or off-topic messages in an online community, such as an online discussion forum, chat room or blog, with the primary intent of provoking other users into an emotional response or of otherwise disrupting normal on-topic discussion.”
Internet addiction: “a relatively new clinical disorder that is inconsistently recognized as an official addiction. It can be considered similar to gambling, where a person is addicted to an act rather than a thing. People with Internet addiction disorder spend a lot of time online–enough that it interferes with their daily lives. They may spend their days obsessively checking email or blogs, browsing social network sites or posting comments to online discussions.”
Get A LifE
“Get a life” is an originally American idiom and catch phrase usually intended as a taunt, to indicate that the person being so addressed (called a “nolife”) is devoting an inordinate amount of time to trivial or hopeless matters. The phrase has also appeared as a generally more emphatic variant of the taunt “get a job” and implies the addressee needs to go out and make their way in the world. It may also be directed at someone who is perceived as boring or single-minded; suggesting they acquire some other, more practical interests or hobbies and get dates, find a job, or move to their own house.”
Το τι καταλαβαίνω «μόνο του» ή «στο πλαίσιο που μου δίνεται», δε θα το κρίνετε εσείς όπως και δεν έκρινα τις θέσεις και τις αντιδράσεις κανενός…
Τώρα δηλαδή εσείς τι ακριβώς κάνετε;
Μπας και μπήκατε στο google και πατήσατε: «ποιος αμφισβητεί το Μουζάκη να του πιω το αίμα με το μπουρί της σόμπας»
… χαιρετώ σας …
και μόνο ότι καταφέρατε με τα ποιήματά σας να δημιουργήσετε τέτοιας έκτασης αντιπαράθεση σημαίνει ότι πετύχατε. ειλικρινά συγχαρητήρια.
( ο μεγαλύτερος εχθρός ενός δημιουργού είναι η αδιαφορία)