Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Κερασία Γερογιάννη, «Η κλειστή βαλίτσα-Έξι ποιητικοί δρόμοι», Βόλος 2010

(Ο πίνακας είναι της Κερασίας Γερογιάννη)

 

ΣΕΙΡΗΝΕΣ

Αποκτήσαμε το σχήμα της αναμονής
σειρήνες της μοναξιάς και του θανάτου
που καρτερούμε στο έρμο νησί μας
πλοία περαστικά μήπως φανούν
ν’ ακούσουν το τραγούδι μας
χλευαστικό να τα μαγέψει

Μας μούσκεψε η αρμύρα του πελάγου
του γνώριμου ουρανού η καταχνιά
νότισε μ’ αχλή τα σκιερά μας μάτια
σειρήνες, που αγέρωχες στεκόμαστε
κοιτώντας τον κύκλο ενός ορίζοντα
πανέτοιμου να μας δεχτεί μόλις χαθούμε.

1986/27-4-2004

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Τζούτζη Μαντζουράνη, «Τα 24 γράμματα του αλφάβητου», Σαιξπηρικόν,2012 (+ Ένατη Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης)


Το δεύτερο βιβλίο της νέας σειράς ( 16 X 2 ) των εκδόσεων Σαιξπηρικόν, « Τζούτζη Μαντζουράνη- Τα 24 γράμματα του αλφάβητου».

Πρόκειται για μια σειρά (32 σελίδες το καθένα) που θα φιλοξενούνται μικρές ποιητικές ενότητες και αυτοτελή πεζά κείμενα σύγχρονων ελλήνων ποιητών και συγγραφέων. Είναι η δεύτερη σειρά μικρών – βιβλιοφιλικών «πλακετών» που ξεκινάνε οι εκδόσεις Σαιξπηρικόν μετά την σειρά Vox Humana που πλέον θα φιλοξενεί μόνον ποίηση, πεζογραφία και δοκίμια ξένων συγγραφέων. Η τυπογραφία είναι εξαιρετική- σε μονοτυπία με πολυτελή υδατογραφημένα -χρωματιστά- χαρτιά σε διαστάσεις 14Χ21.

 

 

-Χ-

Χαμένα κορμιά

κερδισμένα σώματα.

Ερωτες που δεν έγιναν ποτέ

αληθινοί.

Ο Χρόνος,

που μας προσπερνάει

τρένα

με τα βαγόνια τους άδεια

κάνουν στάσεις

στο Χάος.

Χάνομαι

μέσα στο βλέμμα σου

και στον λαβύρινθο

της ψυχής σου.

Χρώμα!

Χαρισμένα φιλιά

Χρησιμοποιημένα συναισθήματα.

ολα αγορασμένα

με Χρήμα και δάκρυα.

Χύτρα ταχύτητος

με σπασμένη βαλβίδα.

Χαλασμένη ζωή…

Χρυσός του Μίδα.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Νέοι Ποιητές

Θωμάς Ιωάννου, «Ιπποκράτους 15», Σαιξπηρικόν, 2011

 

 

ΧΡΟΝΙΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ

Ήρθε η Κ. κρατώντας
Σ΄ ένα δίσκο γραμμοφώνου το κεφάλι μου
Η βελόνα καρφωμένη στη φλέβα της σιωπής
Καθώς το στόμα μου τραύλιζε
Ένα τραγούδι για κωφαλάλους

Ξάφνου ανέβασε στροφές ο έρωτάς της
Και ο θάνατος άρχισε να περιστρέφεται
Με τόση ορμή
Που εκκωφαντική απλώθηκε η σκιά του

ʽʼΕίδες πώς ακούγεταιʼʼ μου ʽπε η Κ.
ʽʼΠαρά τη σκόνn αιώνων
Πουʼ χει μαζέψει πάνω του
Τι κάθεσαι, έλα να χορέψουμεʼʼ
Έκλεισα τα αυτιά μου
Στο τραγούδι της σειρήνας του ασθενοφόρου
Κι έμεινα εκεί να αρρωστήσω κι άλλο
Με την πάρτη της

Χρόνιο περιστατικό εξάλλου
Τι δουλειά έχω εγώ
Να τρέχω στα επείγοντα
Με όσους σπεύδουν να κρυφτούν
Κάτω από τη ζωή τους
Λες και θα προλάβουν το θάνατο

Με εκείνους που τρέχουν
Προς την έξοδο κινδύνου
Ξεχνώντας πως απʼ το σώμα του
Δεν ξέφυγε κανείς

ʽ ʼΚλαις; ʽʼ με ρώτησε
ʽʼΜπα, σκόνη μπήκε στα μάτια μουʼʼ

Γύρη που μεταφέρει ο αγέρας
Μεταξύ ζώντων και τεθνεώτων

ʽʼΔεν είναι τίποτα
Κάποιο σκουπιδάκι του χρόνου
Μη σταματάς
Συνέχισε να χορεύεις
Το κομμάτι τα σπάειʼʼ

***

ΠΡΕ(ΒΕ)ΖΑ ΘΑΝΑΤΟΥ
Δώστε μου λίγη
Πρέ(βε)ζα θανάτου

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Ζέφη Δαράκη, «Ερήμωνε», ΥΨΙΛΟΝ / ΒΙΒΛΙΑ

Υπομένοντας την αγάπη σου
υπομένοντας το θρίαμβο
του προσώπου σου

αραιώνοντας το χρόνο σου
σιγά σιγά εγώ
ο καθρέφτης σου

εκβάλλοντας το πρόσωπο σου
στα δάκρυα του

Είρων και κλέφτης των δακρύων σου
Εγώ, ο δαίμονας σου έγινα
το πρόσωπο σου
απέναντι στο είδωλο του

*

Δεν υπάρχει Θεέ μου
ένα ποτήρι δροσερό νερό
να προσευχηθώ
μήπως σε διασώσω;

Είσαι πολύ μακρινός διάδρομος
ως τον ψαλμό που
έχεις γκρεμιστεί

*

Γέλιο αγοριού – άσπρο κατσικάκι
Και άδεια σκοτωμένα παπουτσάκια

Εσύ που κλαις πεθαίνοντας
στην άκρη από τα αίματα
βομβαρδισμένων ποταμών

Που κυλούσες ανάποδα τη ρόδα του
παλιού παραμυθιού
Με δροσερές κορδέλες σε τύλιγε σε
ξετύλιγε ο ουρανός

Για να σε σκέφτομαι πήγαινα προς τα πίσω
τα βήματα μου

για να σε παίρνω
απʼ τον αέρα που περνούσες
κορμάκι μου από πέταλα
τσακισμένων λουλουδιών

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Λογγίνος Παναγή, “Δώδεκα καλοκαίρια και άλλα ποιήματα”, Μανδραγόρας, 2011

Δύο αποσπάσματα από το ποίημα: Δώδεκα καλοκαίρια

ΙΙΙ

Θυμάσαι αγάπη μου τότε που σταμάτησαν τα νερά;
Θυμάμαι λάσπη και μέσα της φυτεμένο ένα βλαστό
Θυμάμαι κίτρινα όνειρα να κρέμονται πάνω στα φύλλα της λεμονιάς
Και ταξιανθίες προσευχών να ανεβαίνουν πάνω σε ένα σύννεφο
Μυρίζοντας γιασεμί και θάλασσα
Την ημέρα εκείνη του προδομένου ήλιου που έπεφτε ψεύτικο φως
Πάνω στα πλαστικά παράθυρα και στους γυάλινους κήπους
Ριχθήκαμε για να κόψουμε ανθοδέσμες και τραγουδώντας
Περπατήσαμε ματωμένοι μέσα στις γειτονιές
Με μάτια κλειστά φωτίζαμε τα δρομάκια από τον μέσα μας ήλιο
Που μεγάλωνε καθώς βαδίζαμε
Και πόσοι μας είπαν τρελούς θυμάσαι;
Τότε ήρθε εκείνη ντυμένη σε μια δανδελένια ομίχλη
Φυσώντας λόγια και μιλώντας ίσκιους
Μπήκε στο σπίτι μας
Ένα στεφάνι βρέθηκε ανάμεσα στα μαλλιά μου
Να απλώνει ακάνθινα μέσα μου τα πλοκάμια του
Τότε άρχισαν οι πόνοι που έμελλε να με θερίσουν
Το δωδέκατο καλοκαίρι της πικρής αναμονής
Και ο πατέρας γελούσε γιατί στα χέρια έλαμπαν τα δαχτυλίδια
Την λευκή εκείνη ημέρα μεσουρανούσε υψωμένος ένας σταυρός
Και δυο χελιδόνια που έσταζαν φως από παλάμη σε παλάμη
Όπως το προείπε η μητέρα στη μητέρα
Εκείνο το Μάιο την ώρα που η πέτρα γεννούσε νερό
Και σφραγίστηκαν τα στόματά τους με αιμάτινες σφραγίδες
Να μην ξαναφιληθούνε πια
Χωρίστηκε το μέσα τους από το έξω
Και ζήσανε δώδεκα χρόνια σαν ξένοι
Όπως το είπαν τα πουλιά πριν χάσουν το χάραμα τα φτερά τους

Διαβάστε περισσότερα