Δύο αποσπάσματα από το ποίημα: Δώδεκα καλοκαίρια
ΙΙΙ
Θυμάσαι αγάπη μου τότε που σταμάτησαν τα νερά;
Θυμάμαι λάσπη και μέσα της φυτεμένο ένα βλαστό
Θυμάμαι κίτρινα όνειρα να κρέμονται πάνω στα φύλλα της λεμονιάς
Και ταξιανθίες προσευχών να ανεβαίνουν πάνω σε ένα σύννεφο
Μυρίζοντας γιασεμί και θάλασσα
Την ημέρα εκείνη του προδομένου ήλιου που έπεφτε ψεύτικο φως
Πάνω στα πλαστικά παράθυρα και στους γυάλινους κήπους
Ριχθήκαμε για να κόψουμε ανθοδέσμες και τραγουδώντας
Περπατήσαμε ματωμένοι μέσα στις γειτονιές
Με μάτια κλειστά φωτίζαμε τα δρομάκια από τον μέσα μας ήλιο
Που μεγάλωνε καθώς βαδίζαμε
Και πόσοι μας είπαν τρελούς θυμάσαι;
Τότε ήρθε εκείνη ντυμένη σε μια δανδελένια ομίχλη
Φυσώντας λόγια και μιλώντας ίσκιους
Μπήκε στο σπίτι μας
Ένα στεφάνι βρέθηκε ανάμεσα στα μαλλιά μου
Να απλώνει ακάνθινα μέσα μου τα πλοκάμια του
Τότε άρχισαν οι πόνοι που έμελλε να με θερίσουν
Το δωδέκατο καλοκαίρι της πικρής αναμονής
Και ο πατέρας γελούσε γιατί στα χέρια έλαμπαν τα δαχτυλίδια
Την λευκή εκείνη ημέρα μεσουρανούσε υψωμένος ένας σταυρός
Και δυο χελιδόνια που έσταζαν φως από παλάμη σε παλάμη
Όπως το προείπε η μητέρα στη μητέρα
Εκείνο το Μάιο την ώρα που η πέτρα γεννούσε νερό
Και σφραγίστηκαν τα στόματά τους με αιμάτινες σφραγίδες
Να μην ξαναφιληθούνε πια
Χωρίστηκε το μέσα τους από το έξω
Και ζήσανε δώδεκα χρόνια σαν ξένοι
Όπως το είπαν τα πουλιά πριν χάσουν το χάραμα τα φτερά τους
VIII
Η ζωή μου τώρα κοιμάται ήσυχα γιατί τη χαϊδεύει νανουρίζοντας
Η διάφανη σκιά του θανάτου κρεμασμένη πάνω στα παράθυρα της συνείδησης
Ενώ έξω το σκυλί του κόσμου αλυχτά
Βόμβες φορτώνονται στα πέλαγα για νέους κανονιοβολισμούς της θάλασσας
Μέσα από το στόμα εκείνου του κήτους που σκίζει το νερό με πύρινες λωρίδες
Και στη γη οι νεκροί μετράνε τα κόκαλά τους μαζί με τις πέτρες
Και πια το λάδι στέρεψε στα καντήλια της χαράς και της λύπης
Οι νέοι άνθρωποι ζυμώνονται μέσα στα κρεματόρια
Και συ αγάπη μου περνάς το στάχυ στα μακριά μαλλιά σου
Κοιτάζεις τη ζύμη να γίνεται πηλός και δακρύζεις σαν σπονδή
Την ώρα που το συμβούλιο των ίσκιων χωρίζει τον κόσμο
Τον εκεί και τον εδώ τον μέσα και τον έξω τον άλλον και τον αυτόν
Πέρα από τα σύνορα της ύλης
Την ώρα που το τέλος τρέφονταν με πληγές
Εμείς είχαμε πάντα στις θήκες άγρια τριαντάφυλλα
Και ματωμένα ρόδια έβρεχε στο διάβα μας στους σκονισμένους δρόμους
Τι φρίκη να χωρίζεις δυο κόσμους που γεννήθηκαν ο ένας για να υπάρξει μέσα στον άλλον
Σκέφτηκα όταν άκουσα τα αεροπλάνα να ρίχνουν βολίδες από φλεγόμενα άστρα
Μέσα στους κήπους που φυτέψαμε
Το μέλλον πια σκοτώνει το παρελθόν με σφαίρες τετελεσμένου παρόντος
Και αναδιπλώνεται ο καιρός κλείνοντας μέσα του το αιώνιο
Σε μια κίνηση παντοτινή
Και μετά το πάν βασιλεύει το σκοτάδι
Και όμως όλα έχουν μιαν εντελέχεια
Ακόμα και τα δόντια που κρούουν ανάμεσα στα σύννεφα αντί για καμπάνες
Ακόμα και τα κοράκια που φωλιάζουν στο γκρίζο γένι του γιατρού
Το φίδι που σέρνεται κάτω από το μανδύα του πατέρα
Την ώρα που αναγγέλλει ανάσταση
Όλα υπάρχουν και όλα αναπνέουν μέσα μας
Την ίδια εκείνη ώρα που μας σκοτώνουν
Το πράσινο μαχαίρι
Έσκυψα μέσα στην κοιλιά μου
Άκουγα κάτι παράξενα χάχανα
Φόρεσα το ανάστροφο μου πρόσωπο
Και χώθηκα στο στήθος μου
Που ένα βαρύ πράσινο μαχαίρι έκαιγε
Θαρρείς πως θα φυτρώσει
Είπα στον διπλανό
Είχε ένα αυτί σαν τούμπανο
Και το βαρούσε όταν χαιρόταν
Σε θυμάμαι φόρτωνες στα νιάτα σου βαπόρια
Τώρα στον πυρετό
Θα γεννηθώ μάνα θ’ αναστηθώ
Κοίταζε με μάτια παιδιού
Δηλαδή πουλιού
Στο χώμα σφάδαζε η εγκυμονούσα κόρη
Κι είπα πάλι θα γυρίσουν οι καιροί
Το αυτί βάραγε και γέλαγε
Η καρδιά αδημονούσα
Φτερούγισε λίγο
Ύστερα πέταξε μακριά
Μια μέρα θα σε βρω
Η φωνή εχτύπησε το στήθος μου
Αναχωρώ
Το χάλκινο δάκρυ
Πάνω στο τραπέζι είναι ένα χάλκινο δάκρυ
Ο τεχνίτης είναι κάτω από το τραπέζι
Βαθύς αργός ποταμός ανασαίνει
Κάτω από το γέροντα μεταλλουργό
Και πιο πέρα από τον ποταμό
Το μέγα κήτος περιμένει
Μα αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά
Στο χάλκινο δάκρυ
Επάνω σε κάτι σαν γυαλί
Διαθλάται ακόμη ο ουρανός
Και η πρώτη στεγνή θάλασσα
Φέρνει πίσω τα νερά της
Και σα να τραγουδάνε μακριά τα θηρία
Γι’ αυτό ο γέροντας χορεύει
Επάνω στο τραπέζι
Στο αυτί του οι ήχοι των μετάλλων
Έχουν αναστήσει όλους τους νεκρούς
Που χρόνια κείτονταν
Κάτω από το τραπέζι
Ο Λογγίνος Παναγή γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1970. Σπούδασε Δημοσιογραφία στην Κύπρο και Σκηνοθεσία Κινηματογράφου στην Αθήνα και στην Πράγα. Έχει σκηνοθετήσει τρεις ταινίες μικρού μήκους ενώ έχει ολοκληρώσει το σενάριο της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του με τίτλο «Πέρα από τα κυπαρίσσια». Έχει συγγράψει το θεατρικό «Μαγικό θέατρο» το οποίο στη συνέχεια σκηνοθέτησε για την Πειραματική Σκηνή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε λογοτεχνικά περιοδικά και σε Ανθολογίες στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Δώδεκα καλοκαίρια» κυκλοφόρησε στην Αθήνα από τις Εκδόσεις Μανδραγόρας.










