(Ο πίνακας είναι της Κερασίας Γερογιάννη)

 

ΣΕΙΡΗΝΕΣ

Αποκτήσαμε το σχήμα της αναμονής
σειρήνες της μοναξιάς και του θανάτου
που καρτερούμε στο έρμο νησί μας
πλοία περαστικά μήπως φανούν
ν’ ακούσουν το τραγούδι μας
χλευαστικό να τα μαγέψει

Μας μούσκεψε η αρμύρα του πελάγου
του γνώριμου ουρανού η καταχνιά
νότισε μ’ αχλή τα σκιερά μας μάτια
σειρήνες, που αγέρωχες στεκόμαστε
κοιτώντας τον κύκλο ενός ορίζοντα
πανέτοιμου να μας δεχτεί μόλις χαθούμε.

1986/27-4-2004

*

ΕΡΩΤΙΚΟ

 

Ο πόθος και ο έρωτας οργώνουν το κορμί μου
και τρίζουν όπως οι παλιές ξύλινες καρέκλες
δίπλα στο τζάκι ξορκίζοντας τη φλόγα
μ’ ένα ρυθμό υπνωτικό οι αρμοί μου.

Εγώ που θέλω μάγισσα απόψε να καώ
χέρια και μάτια και μαλλιά να τριζοβολήσουν
στοιχεία ελεύθερα τις στάχτες ν’ αψηφήσουν
σ’ αέρα, χώμα και νερό ν’ αναλυθώ….

Η γυναίκα που έγινε κισσός
γιατί δεν είχε άλλο τρόπο
να δίνει ζωή
άπλωσε φύλλα πάνω στις πέτρες
από τον πόνο της αναμονής…

 

*

 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΚΙΣΣΟΣ

Οι ρίζες μου καταγής
φλέβες στο χώμα
αιμορραγούν και καίνε
πείνα αχόρταγη ζωής
τις συστρέφει κει κι ακόμα
φωνίτσα έχουν και κλαίνε

Οι ρίζες μου ποτάμια
μήτρας πορφυρά
που γέννες νίβουν
ξεγέλασμα στη Λάμια
κλάμα παιδιών ακουμπιστά
σε πέτρες, με πέτρες ντύνουν

στον άνεμο ψυχές
που πάλιωσαν στο φως
αγάλματα ως να φρουρούν
γλυκιές απαντοχές
και βλάστησαν ίδιος κισσός
-οι ρίζες μου πονούν…

20-5-1999

*

 

ΙΚΑΡΟΣ

Η φτερούγα μου
ρέουσα ύλη
στη σάρκα μου
ποτάμι λάβας
κι αίματος κλωστή
φυλλορροεί πόνους
βλαστερούς
σπόρους γεννά
που τριζοβολούν
ανθίζοντας
στις οπές μου
ως γη φιλόξενη
επότισα κι εστέγνωσα
άλλο δεν έχω.

Κεντίδι τρίχινο
στα μέλη μου
τα δεσίματα
κι οι κόμποι
πυρώσανε
μες στου ήλιου
τη χαρά
εκόπηκε
ό,τι με κράταγε
ψηλά
κι έτσι βυθίζομαι
στα γαλανά
τα υγρά μου
βοσκοτόπια.

Κι ό,τι καρποφόρησε
εντός μου
στον άμωμο αγέρα
δε θα βγει
μόνο θα κυματίσει
σα παράπονο
και θα γλιστρήσει
πάνω στην πέτρα
φύκι αλμυρό
κλαδί κρυφό
το γιούσουρι
των ναυαγών
και των πνιγμένων
κήπος.

19-12-1999

*

ΑΙΝΙΓΜΑ

Αυτό που έρπει
γυαλιστερό και κρύο λέπι
στις αισθήσεις μου
μαυλιστικά
και φιδοσέρνεται
στις μυστικές εκλείψεις μου
προσεκτικά
κινείται και δε φαίνεται

Έχει κρυφτεί
κουλουριασμένη απειλή
μέσα στις δίπλες του μυαλού
εφώλιασε στη ζεστασιά
τη χωνεμένη
στείρου καιρού
που της βροχής γλυκά φιλιά
δεν περιμένει

Παραφυλά μ’ αγρύπνιας μάτι
στου νου μου το κρυφό παλάτι
τη γεύση του αγγίγματος
τη μυρωδιά των ήχων
τα χρώματα τ’ ανύποπτα
του πιο σκληρού αινίγματος
π’ ασφάλισα στων τοίχων
τη σκιά καχύποπτα

μέχρι να βρω τη λύση
μα έχει πιο άγρια φύση
κι απ’ των παραμυθιών τη Στρίγγλα
με δηλητήριο πικρό
τις σκέψεις μου κοιμίζει
για να τις καταπιεί
κι απ’ τη γριά τη Σφίγγα
δε θα προλάβω να σωθώ
δίχως το Λόγο που ορίζει
τη μόνη μου διαφυγή…

14-3-1999

*

 

ΜΕΔΟΥΣΑ

Είναι μια κόρη αδικημένη από τη μοίρα της
όταν γεννήθηκε βαριά κατάρα της εδόθη
τα παλικάρια που θα φτάσουν ως τη θύρα της
για την καρδιά της τη σκληρή, μαύρην απόχη

θα ’ναι τα μάτια της, που σκιάζονται απ’ τα βλέφαρα
κι έχουν στην ίριδα του Χάροντα το γέλιο
αυτό το γέλιο κρύος άνεμος σε γέφυρα
πέτρα παγερή που στοίχειωσε θεμέλιο

και χτίστηκε από κάτω της η ζέστα της ζωής
κι αν έσβησε κι αν δεν έσβησε – κανείς δε το εξέρει,
κανείς δε το φαντάζεται – κρυμμένη μες στη γης
πως είναι η καρδούλα της, εκεί, και υποφέρει

καθώς ακούει τα νερά αιώνια να κυλούν
και τρέχουν οι δροσιές κάτω απ’ τα πόδια της
που ρίζωσαν στα χώματα με ρίζες που πονούν
και βγάλαν φύτρες τα πνιχτά τα μοιρολόγια της

φύτρες γεννοβολήματα γερά και παρακλάδια
που τρέφοντ’ απ’ τα αίματα, που τρέφοντ’ απ’ τον πόνο
κι αν περπατήσεις πάνω τους με την καρδιά σου άδεια
μη στοχαστείς να κρατηθείς από δικό της κλώνο

γιατί θα γίνει το κλαδί θηλιά που θα σε πνίξει
και τα μαλλιά της τα λιτά φίδια θα σε δαγκώσουν
και τότε πέτρα θα γενείς και κείνη θα σε ρίξει
μες στις δροσιές και τα νερά κι εκεί θα σε μαργώσουν

τα χέρια της τα κέρινα, τα νεκρικά της μάτια,
που εκαταδικάστηκαν όποιον ποθούν να παίρνουν
στου Κάτω Κόσμου τα σκιερά απάνεμα δωμάτια
κι εκεί με άλυσες βαριές να τον αλυσοδένουν.

 

*

 

ΜΕΔΟΥΣΑ-Β’

 

Πέτρα παγερή
ματιά γυναίκας
ροή αβύσσου
μαύρα μαλλιά
βόστρυχοι δηλητήριο
συστρέφονται
σ’ ώμους λευκούς
έρπουν σε στήθη
ευωδιαστά από γάλα
–«Εσύ είσαι
το τέλος μου»
θα πω ριγώντας
«π’ αποφεύγεις τις σκιές
κάτω απ’ τα βλέφαρα
μόνο ζυγίζεις το σπαθί
πάνω στο στέρνο μου
κι ως καθρεφτίζομαι
εκεί δα
μου παίρνεις το κεφάλι,
ωραίε νικητή,
τώρα θα ’μαι μόνο
μια διάφανη κυματιστή
χορεύτρια του βυθού
εκπληκτικά όμορφη
κι ελκυστική
όσο δεν ήμουν
πριν από σε
–σχεδόν δειλή
μες στο γαλάζιο φως.»

2-6-1999/3-1-2001

*

 

ΕΠΟΧΗ ΕΣΧΑΤΗ

Αφήστε τον ουρανό να μπει στην κάμαρά μου
όρκο θα πάρω πως είν’ ο φίλος ο στερνός μου
αφήστε τα πουλιά να ’ρθουν στο προσκεφάλι μου
του αιώνιου ύπνου μου οιωνοί ας γίνουν τώρα.

Στο διάφανο της ώρας γλυκοφίλημα
την πραγματική μου όψη ποτέ, ποτέ
δε θα χαρώ κι ας έρθουν όλα κοντά μου
είμαι ο άνθρωπος που κουράστηκε και φεύγει…

*

Δ.

ΕΠΟΧΗ ΕΣΧΑΤΗ

Κι ως αλαφροπατώ
πάνω στα όνειρά μου
παραμυθιού κλωστή βαστώ
και για παρηγοριά μου

δένω στ’ ανέμου τις ριπές
στου ρεφουλιού την πλάτη
των ταξιδιών μου τις γραμμές
τη ρότα μου στο χάρτη.

Δρακόφτερα που μ’ οδηγούν
πριν να με καταπιούνε
του ορίζοντα μ’ αναμετρούν
τα μάτια που αγρυπνούνε.

Φιδοσερνάμενοι γλιστρούν
με λέπια πίσσα μαύρη
οι δρόμοι π’ αστραφτοκοπούν
στου ουρανού το χάδι

κατρακυλούν σε διαδρομές
και μνήμες που δε σβήνουν
κι αν δεν υπήρξαν νκητές
κι ίσως ποτέ δε γίνουν

θα’χουν κλινάρι χώματα
παλιά και νοτισμένα
να προσκαλούν τα σώματα
τα βαριοκουρασμένα

Εκεί θα δέσω την κλωστή
του ταξιδιού ρημάδι
να βρίσκει θέση η ανταμοιβή
που έγινε σημάδι

πάνω στ’ ανθρώπου την καρδιά
που πολεμά να υπάρξει
του Κάτω Κόσμου τη ζαριά
που ελπίζει να υποτάξει

Ελπίδα βάγια μου στερνή
χωμάτινη ευωδιά μου
στη γούρνα μου την ταπεινή
θα βρω το τίμημά μου

Θα’χουν τα μάτια μου γητειές
του χρόνου τα τερτίπια
να ροβολούν σαν πειρατές
στης μνήμης τα ξενύχτια

ωχρά φιλιά των Τροπικών
και πυρετοί στο αίμα
κρυφά σπαθιά των πειρασμών
που ελόγχισαν με ψέμα,

που ανοίγει στόμα να γευτεί
το αίμα που αφήνω
στην άγρια πέτρα τη σκληρή
στο βάτο και το σχίνο

Του Άδη αναστεναγμός
και καρτερία πόση
θα γίνει η ζήση μου το φως
που θα μ’ απολυτρώσει;

Ας είμαι ξένος κι ας διαβώ
του κόσμου την ασχήμια
με φόβους χίλιους κι ας περνώ
σαν αλυχτούν τ’ αγρίμια

Αγάπη που όλα τα χωράς
κι όλα τα αγκαλιάζεις
αντάλλαγμα που δε ζητάς
και γνώμες δε διχάζεις

Αγάπη που όλα τα μπορείς
τα ισιώνεις και τα γνέθεις
το άδικο το συγχωρείς
το δίκιο το ανατρέφεις

υφάντρα της παρηγοριάς
στημόνι ο λόγος σου ο καλός
αγάπη ο δρόμος της καρδιάς
κι ας είναι και στερνός

Αγάπης γλυκανασασμό
μετρώ στα σωθικά μου
σα σκέφτομαι πως περπατώ
πάνω στα όνειρά μου.

 

*

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ιγ΄.1-13
10-12-05

IV

ΕΠΟΧΗ ΕΣΧΑΤΗ

Oι αισθήσεις μου πεντόβολα που τά’ριξεν η Τύχη;
Ποιος είναι άραγε ο Θεός και έχει αποτύχει;
Ποια πέτρα πέφτει στο νερό και δεν τ’ ανακατώνει;
Ποιανού νοτιά το άγγιγμα τα φύλλα δε σαρώνει;
Πού η ζωή η αιώνια το θάνατο ανταμώνει;
Πού είν’ του Άδη το σπαθί που τη Ζωή τελειώνει;

 

 

*

ΩΡΑΙΕΣ ΚΟΙΜΩΜΕΝΕΣ

Ο πόνος μας σκαλώνει στα παράθυρα
κρεμιέτ’ ανθός και φυλλαράκι
τρέμει για να τον προσέξεις

Όταν νυχτώνει παίρνει χίλια πρόσωπα
να σκύψει πάνω μας να μας φιλήσει
είν’ ο νυχτωδός κι ο εφιάλτης μας

Τυλίγει παραμύθια στην ανέμη
και στάζει κόκκινη γραμμή στο χώμα
παρηγοριά η λησμονιά στα βλέφαρα

Ο πόνος μάς μαθαίνει για να ζούμε
και σαρκασμός υφαίνετ’ ο ιστός του
απάνω μας, ωραίες κοιμωμένες

Του ύπνου του χιλιόχρονου σιωπή γλυκιά
και τρυφερή κάτω απ’ τ’ αγκάθια
την προσμονή μας χουχουλιάζει ο πόνος μας ο μυστικός.

Κάθε βραδιά στριφογυρνάει στο στρώμα μας
και γυροφέρνει στο δωμάτιο ανυπόμονος
στο πρόσωπό μας το δικό του αλαφρογέρνει

Ως νά ’ρθει η αγάπη η θυσιαστική
να μας ξυπνήσει του πόνου μας γινήκαμ’ ένα
μια πληγή κι όλο αιμορραγούμε…

Ιούλιος 1983 / 26-6-2000

 

*

 

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΕ

Γέλια, γελάκια
σαν ποντικάκια
απ’ τις χαραμάδες
σειρές και αράδες
κρυφά τρυπώνουν
τους τοίχους δαγκώνουν.

Τα διώχνω με βιάση
σκούπα φαράσι
στου μυαλού μου τις δίπλες
τρεχάτοι ξενύχτες
αυτό το μεθύσι
που έχει αρχίσει
στο δρόμο απέξω
δε θα τ’ αντέξω.

ΔΕ 11 Νοεμβ.2005

*

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΜΥΘΟΣ

Τριανταφυλλόριζα
πάθη που δεν όριζα
άγρια χέρια και κλαδιά
μου τρυπήσαν την καρδιά

με σπαθί και με δικράνι
στα ριζά του πόνου φτάνει
ένας ήλιος βασιλιάς
που με χρύσωσε μεμιάς.

Τριανταφυλλοπνιγόμουν
κι αγκαθιά γινόμουν
σε κεντώ, σε φαρμακώνω
και με ύπνο σε μαργώνω

στάζει μόνο η σιωπή
σα βροχούλα στην αυλή
που μετράει μίσχους χρόνια
που κοιμήθηκαν αιώνια.

Τριανταφυλλοπολεμούσα
και τον Έρωτα ρωτούσα:
είσαι ρόδο να κοπείς
ή αγκάθι να πονείς;

-Αχ, ωραία και κακιά
κοιμωμένη που ξυπνά
εκατό χρονιές κρυβόμουν
και τις νύχτες τυραννιόμουν…

Δε σου χάρισα φιλί
που δε θέλει ανταμοιβή
είμαι ρόδο να κοπώ
και αγκάθι να πονώ.

12-1-05

*

 

 

Ο ΚΌΣΜΟΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Τα δέντρα ανεμοδέρνονται
κι ανατριχιάζουν
ανήμπορα θρυμματίζονται
σ’ αποχαιρετισμούς
σαν άνθρωποι διπλώνουν
από θλίψη και κατάνυξη
μαλλιά λιτά, μπράτσα λιγνά
μ’ ανεμικά δάχτυλα

Ο κόσμος ο πικρός
των νεκρών πραγμάτων
στενάζει πλήθος στεναγμούς
όσους άφησε η κάθε ψυχή
πριν ταξιδέψει
για κει που χάνοντ’ οι μνήμες
και ξεχνιόνται οι πίκρες κι οι χαρές
των ανθρώπων
για κει τρεχάτος φεύγει ο άνεμος
ξετρελαμένος γαλανός και γκρίζος
χωρίς να νοιάζετ’ αν υπάρχουμε
σ’ αυτόν τον τόπο

-η στεγνή του αδιαφορία
με μπατσίζει στο πρόσωπο….

 

*

ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΜΟΥ

Τον ξέθαψα τον πατέρα
η γη μού απέδωσε το νεκρό μου.
Τώρα είναι κοντά μου
ή τον έχασα οριστικά;

Κοιτώ τις ρίζες μου
στα μαυρισμένα οστά
με την οικειότητα
να γίνεται χάδι
στο κρύο μέτωπο,
που πια δεν είναι
και φιλί και ανθός
αντίς για ρούχο
κι αγκάλιασμα
χωρίς ανταπόδοση
και μίλημα μοναχικό
χωρίς αποκρίσεις.

Τρίτη 11-9-07

*

 

 

Το ’ξερες πως όταν πεθαίνουμε
γινόμαστε ρίζες;

Δεν έχω μάτια χρωματιστά
δεν έχω δέρμα για να μ’ αγγίξεις
δίχως μαλλιά και χείλη κι ό,τι είμαι
κι ό,τι ήμουν – τώρα πια δεν ξέρω.

Το ’ξερες πως όταν πεθαίνουμε
γινόμαστε ρίζες;

Δεν έχω όνομα και πρόσωπο
δεν έχω έκφραση πόνου ή χαράς
δίχως συνάρτηση τα μέλη μου
οστά στο πανέρι αγκαλιαστά.

Το ’ξερες πως όταν πεθαίνουμε
γινόμαστε ρίζες;

Δεν έχω μυρωδιά άλλη απ’ το χώμα
δεν έχω αίμα παρά το κόκκινο της χοής
δίχως ανάμνηση και θύμηση
η κεφαλή μου άδεια γέρνει.

12-9-07