Κώστας Τσιαχρής, «Νεκρολογία»- Μια απάντηση στην κυρία Ρεπούση
6Οκτ
`
Ακολουθώντας την περίφημη ρήση του Βολταίρου, έμαθα να σέβομαι πάντοτε τις απόψεις των άλλων όσο αιρετικές κι αν είναι, όσο κι αν αγγίζουν δικά μου αποκρυσταλλωμένα πρότυπα σκέψης ή κώδικες κρίσης των πραγμάτων. Υπό έναν όρο βέβαια: κάτω από αυτές τις απόψεις να υπάρχει βάθος, να εξακολουθούν να έχουν κάποια υπόσταση μόλις κατακαθίσει η σκόνη που προκαλείται από τον αιρετικό χαρακτήρα της εκφοράς τους. Αν αυτό το βάθος είναι παρόν, όλα τα μέχρι τότε δεδομένα είναι συζητήσιμα και αναιρέσιμα. Σε διαφορετική περίπτωση, κάθε γνώμη που προορίζεται να προκαλέσει, ιδίως όταν εκφέρεται από ένα δημόσιο πρόσωπο ,μένει μόνο για μερικές μέρες στον αστραφτερό κόσμο της επικαιρότητας, για να χαθεί ύστερα λαβωμένη από τα ισχυρά αντεπιχειρήματα που θα εξακοντίσουν εναντίον της οι επικριτές της.
Την αφορμή για τις παραπάνω και τις παρακάτω σκέψεις μου την έδωσε η άποψη της κυρίας Ρεπούση σχετικά με τον περιορισμό της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με βασικό επιχείρημα ότι πρόκειται για μία νεκρή γλώσσα την οποία ουδέποτε πρόκειται να χρησιμοποιήσουν οι μαθητές στην καθημερινότητά τους. Κάποιοι βέβαια έσπευσαν να διαστρεβλώσουν το σκεπτικό της, μιλώντας για κατάργηση του μαθήματος από το ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου, αναγκάζοντάς την να προβεί σε διευκρινιστικές δηλώσεις για το νόημα της παρέμβασής της. Ως άποψη ωστόσο, μέσα σʼ ένα περιβάλλον ήδη οξυμμένο από την αφύπνιση των εθνικιστικών αντανακλαστικών σημαντικής μερίδας των Ελλήνων πολιτών, ήχησε όντως προκλητική και ύποπτη. Εναντίον της υψώθηκαν αφορισμοί και ύβρεις, εκφράστηκαν όμως και σοβαρά τεκμηριωμένες ενστάσεις που εν τέλει, θαρρώ, την απογύμνωσαν και έφεραν στο φως τις αδυναμίες της.
Νεκρό φαντάζομαι κατά την κυρία Ρεπούση είναι κάτι που το αγγίζεις και δεν κινείται, δεν αναπνέει, δε βγάζει ήχους. Έχει λιώσει το σώμα του κι απομένει κούφια οστά που μόλις τα χτυπάς , μαρτυρούν το κενό, όπως εκείνη η εντάφια χρυσή προσωπίδα στο Σεφερικό «Βασιλιά της Ασίνης». Συνεπώς, ερμηνεύοντας το σκεπτικό της, οι αρχαίες λέξεις είναι πια άφωνες, εφόσον αν και διδάσκονται καταναγκαστικά στα ελληνικά σχολειά, δεν έχουν κατορθώσει -και μάλλον δεν έχει και πρακτική χρησιμότητα να κατορθώσουν – να εισβάλουν στο καθημερινό λεξιλόγιο των μαθητών ή και να τους μεταδώσουν τα μηνύματά τους. Παραμένουν νεκρά σημαίνοντα, γεμάτα από τη λάμψη ενός αλλοτινού μεγαλείου , παρασύροντας μαζί τους στο σκοτάδι και τα σημαινόμενα. Η πολεμική της κυρίας Ρεπούση φαινομενικά δε στρέφεται εναντίον του αρχαίου ελληνικού πνεύματος αλλά εναντίον της εμμονής στους τύπους που μεταφέρουν αυτό το πνεύμα. Κι εδώ, κατά την ταπεινή μου άποψη, υπάρχει ένα τρωτό σημείο στο σκεπτικό της.












