Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Έλλη Φιλοκύπρου, «Ένοχος μιας μεγάλης αθωότητας. Η ποιητική περιπέτεια του Τάσου Λειβαδίτη» εκδ. Νεφέλη 2013 (γράφει ο Γιώργος Κ. Μύαρης)

`

Ξεχωρίζω πάντα σαν πενταπόσταγμα της απλόχερης συνεισφοράς του Τάσου Λειβαδίτη τούς πιο κάτω στίχους από τη συλλογή Συμφωνία αρ. Ι (Αθήνα, 1957) «Και πες τους, σύντροφε, δε φέρνω κανένα μήνυμα./Απλώς τον ανθρώπινο πόνο υπενθυμίζω.» Αυτή είναι συμπύκνωση που δεν επιχειρεί να υποκαταστήσει την επιβαλλόμενη άμεση ψηλάφηση στη σκαπτή ύλη που απολαμβάνουμε από της άδολης ψυχής του ποιητή τα κοιτάσματα. Σίγουρα το δίστιχο αυτό και τη σημασία του δεν θέλησαν να πληροφορηθούν εκείνοι οι κύκλοι της αντιδραστικής εξουσίας που δίκαζαν τον δήθεν «αντεθνικό» ποιητή εξαιτίας της …επικίνδυνης αγάπης, που αποτελούσε κατʼ ουσιάν το φορτίο της συλλογής Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου και λογόκριναν το περιεχόμενο ή καταδίωκαν την προβολή της νεορεαλιστικής ταινίας Συνοικία το όνειρο της βασισμένης σε σενάριο του Τάσου Λειβαδίτη και του Κώστα Κοτζιά.
Ιδεολογικές και αισθητικές πλευρές του ποιητικού έργου του Λειβαδίτη και της πολυδιάστατης αγωνιστικής συγγραφικής παρουσίας του ανέδειξαν με αφορμές επετειακές, ιδίως στα εικοσάχρονα του θανάτου του Λειβαδίτη, οι δοκιμιακές εργασίες και οι ανθολογήσεις σαν αυτές των Γιώργου Δουατζή, Γιάννη Κουβαρά, Γιώργου Μαρκόπουλου, Παναγιώτη Νούτσου (εκδομένες στα 2008 και 2009) και πλήθος δημοσιευμάτων σε έντυπα από φίλους της ποίησής του.
Τα θέματα αυτά, όπως και τη σχέση με την «επικοινωνιακή ποίηση», τη σημαίνουσα θέση εντός της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, τη διέλευση του ποιητή μέσα από αυτό το ποιητικό σύμπτωμα που οι κριτικοί απέδωσαν ως «ποίηση της ήττας», διεξέρχεται η επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Έλλη Φιλοκύπρου στην πολυσέλιδη εισαγωγή της στη μελέτη «Ένοχος μιας μεγάλης αθωότητας». Η ποιητική περιπέτεια του Τάσου Λειβαδίτη που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νεφέλη, εικοσιπέντε χρόνια από τον θάνατό του ποιητή.
Η αμερόληπτη και απροκατάληπτη ενασχόληση της Φιλοκύπρου με την ελληνική ποίηση και την πεζογραφία του 20ου αιώνα προϊδεάζει για ένα πόνημα ξεχωριστό.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Edwin Muir [1887-1959] (γράφει ο Γιάννης Γκούμας)

`

Ο πιο διάσημος Σκωτσέζος ποιητής που χρησιμοποιούσε την Αγγλική γλώσσα ήταν ο Edwin Muir, ένας από τους πιο ταπεινούς και μετριόφρονες λογοτέχνες του εικοστού αιώνα. Ο Μιούρ, που γεννήθηκε στα νησιά Orkney στο βόρειο τμήμα της Σκωτίας, χρειάσθηκε να παλέψει σκληρά για να καθιερωθεί. Για περίπου είκοσι χρόνια ζούσε μια άθλια ζωή στη Γλασκόβη. Το πρώτο του βιβλίο ― λογοτεχνικής κριτικής ― εκδόθηκε το 1918 (με το ψευδώνυμο E. Moore)  όταν είχε ήδη περάσει τα τριάντα. Ο Μιούρ και η γυναίκα του Willa Muir [Γουίλα Μιούρ] έκαναν πολλές μεταφράσεις Γερμανών συγγραφέων, οι πιο σημαντικές από το έργο του Φραντς Κάφκα (1883-1924).  Ο Μιούρ ήταν ένας από τους καλύτερους κριτικούς της εποχής του. Τα τρία μυθιστορήματά του ― The Marionette [Η μαριονέτα] (1927), The Three Brothers [Τα τρία αδέλφια] (1931) και Poor Tom [Ο καημένος ο Τομ] (1932) ― είναι υψηλού επιπέδου, όπως σημαντικές είναι οι διευκρινίσεις της περίπλοκης ευαισθησίας του. Ο Μιούρ, που δεν έτρεφε καμιά αγάπη για την δόξα και ανάδειξη, δίνει στην ποίησή του μια μοναδική ποιότητα. Ατυχώς αυτή η ποιότητα ήταν πολλές φορές υπεύθυνη για την έλλειψη γλωσσικής διάκρισης και ενεργητικότητας. Σπάνια μπορούσε να αναπτύξει ένα δικό του ρυθμό: η παραδοσιακής μορφής ποίησή του βασίζεται λίγο-πολύ σε έμμετρους κανόνες. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι συχνά ξεφεύγει από τον ήχο της ίδιας του της φωνής. Κι όμως πρόκειται για έναν πραγματικά γνήσιο ποιητή, που απέφευγε τις Σκωτσέζικες και Αγγλικές παραδόσεις. Οι εμπνεύσεις του προήλθαν από μύθους και παραμύθια και παρατηρώντας τον φυσικό κόσμο των ζώων. Μείζων όμως ποιητής δεν ήταν μόνο επειδή στερείτο τους κατάλληλους τρόπους να εκφράσει το συνδυασμό φαντασίας και μεταφυσικής που χαρακτηρίζουν τη νοοτροπία του. Κι όμως είναι ένας ωραίος, αποδοτικός ποιητής,με ανεξάντλητο  το χιούμορ  μέσα του.
Ο αναγνώστης είναι έτοιμος να δεχτεί το κάπως επιτηδευμένο ύφος και την αμηχανία του, που προκύπτουν από το γεγονός ότι οι ποιητικές του ωθήσεις συνήθως ― και περιέργως ― αποτυγχάνουν να βρουν τα κατάλληλα λεκτικά πανομοιότυπα.  Δεν είναι αισθησιακός ποιητής, και μερικές φορές έχει τάση προς μια ευνοήτως συμβολική, αφηρημένη γραφή που στερείται εμπειρική μνεία. Πάντως τα καλύτερά του ποιήματα έχουν τη δική τους ουσία. Η πρώτη ποιητική συλλογή τού Μιούρ εκδόθηκε το 1925. Τα Άπαντα δημοσιεύτηκαν το 1965. Το An Autobiography [Μια αυτοβιογραφία] (1954) ― αρχικά The Story and the Fable [Η ιστορία και ο μύθος] (1940) ― είναι δικαίως έργο κλασικό.

`
**************

Scotland 1941

We were a tribe, a family, a people.
Wallace and Bruce guard now a painted field,
And all may read the folio of our fable,
Peruse the sword, the sceptre and the shield.
A simple sky roofed in that rustic day,
The busy corn-fields and the haunted holms,
The green road winding up the ferny brae.
But Knox and Melville clapped their preaching palms
And bundled all the harvesters away,
Hoodicrow Peden in the blighted corn
Hacked with his rusty beak the starving haulms.
Out of that desolation we were born.

Courage beyond the point and obdurate pride
Made us a nation, robbed us of a nation.
Defiance absolute and myriad-eyed
That could not pluck the palm plucked our damnation.
We with such courage and the bitter wit
To fell the ancient oak of loyalty,
And strip the peopled hill and altar bare,
And crush the poet with an iron text,
How could we read our souls and learn to be?
Here a dull drove of faces harsh and vexed,
We watch our cities burning in their pit,
To salve our souls grinding dull lucre out,
We, fanatics of the frustrate and the half,
Who once set Purgatory Hill in doubt.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Aπόστολος Θηβαίος, Πεζά

`

ΕΥΕΡΓΕΤΗΜΑΤΑ

Το κορίτσι των προαστίων, διάφανο, στην πρώτη του νιότη. Μάτια πέτρες, η ακίνητη πόλη. Θα μπορούσε κανείς να συλλαβίσει όλη της την έκταση. Όμως οι τομές των δρόμων, οι έρωτες, τα εμπορεύματα, οι εκπλήξεις. Μες στο φως της θα εξελίσσεται. Η ακμή της θα είναι παρατεταμένη. Κοίταξε πώς γελάει το διάφανο κορίτσι των προαστίων. Είναι ήδη στην πρώτη του νιότη και φαίνεται σαν μες απ΄τα φτεροκοπήματα. ʽΗσυχα, απλώνει τα πέπλα της και αυτοκηρύσσεται πολιτεία. Τα πρωινά γερνά και ευεργετεί.

`

*

ΟΙ ΣΚΟΠΟΙ
Πέρασε χειμωνιάτικος από το δρόμο μας. Τραγουδούσε χαμηλούς σκοπούς, όπως οι οδοιπόροι. Είπαν ήταν εδώ και αιώνες νεκρός σε ένα ναυάγιο στις Αντίλλες. Τώρα λοιπόν ένας πνιγμένος σέρνεται στις πολιτείες μας. Άσβηστος ίσκιος γυρνά τις νύχτες και όλο κλαίει εμπρός στα αγάλματα. Κάθε πρωί σκοτωμένος στις στέρνες. Κάθε πρωί ζωηροί μανδραγόρες, κάτω από τους κρεμασμένους μας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

E.M. Forster- Saul Bellow (γράφει ο Γιάννης Γκούμας) [+Παρουσίαση βιβλίου σήμερα στο Polis Art Cafe]

Αρχείο:E. M. Forster von Dora Carrington, 1924-25.jpg

`

E.M. Forster – Ε.Μ. Φόρστερ (1879-1970)

Ο Ε.Μ. Φόρστερ γεννήθηκε στο Λονδίνο την 1η Ιανουαρίου 1879, και ήταν ο κύριος εκπρόσωπος του ανθρωπισμού (humanism) της Μεγάλης Βρετανίας. Δημοσίευσε πέντε μυθιστορήματα όσο ζούσε ― Where Angels Fear to Tread [Όπου άγγελοι φοβούνται να βαδίσουν] (1905), The Longest Journey [Το πιο μακρινό ταξίδι] (1907), A Room with a View [Ένα δωμάτιο με θέα] (1908), Howards End (1910), A Passage to India [Ένα πέρασμα στην Ινδία] (1924) ― μια σειρά διηγημάτων (συνολική έκδοση, 1948), κριτική, δοκίμια και βιογραφίες. Το Maurice (1913-14), που δόθηκε στη δημοσιότητα μετά το θάνατό του το 1971, είναι ένα αδύναμο μυθιστόρημα που αφορά το πρόβλημα της ομοφυλοφιλίας του. Η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν αναμφίβολα το  Ένα πέρασμα στην Ινδία, μετά από το οποίο δεν έγραψε κανένα σπουδαίο έργο. Το κύρος του Φόρστερ ως μείζων μυθιστοριογράφος αναμφισβήτητα βασίζεται σʼ αυτό το μυθιστόρημα. Τα προηγούμενα βιβλία του έχουν σημαντικά ελαττώματα και είναι «φτιαχτά». Στο Ένα πέρασμα στην Ινδία, η καλλιτεχνική παρόρμηση του Φόρστερ έχει την δύναμη να δημιουργήσει μια οργανική πλοκή που εξαρτάται από μια ασάφεια: τι έκαναν ή δεν συνέβη μεταξύ της Αντέλα Κουέστ και του Αζίζ στις Malabar Σπηλιές. Ο Αζίζ δικάζεται για απόπειρα βιασμού, μα δεν μαθαίνουμε ποτέ την αλήθεια. Μεταφέρει μια μοναδική αίσθηση της τραγωδίας του κενού που υπάρχει μεταξύ των Ινδών και των Άγγλων, ακόμη κι αν δεν το επιθυμούν. Επιπλέον, ενώ το μυθιστόρημα λειτουργεί στην εντέλεια σε ρεαλιστικό και ψυχολογικό επίπεδο, λειτουργεί επίσης σε συμβολικό επίπεδο ― με τις ίδιες τις Malabar Σπηλιές και την παράξενη προσωπικότητα της κυρίας Μώρ, ως τα δύο βασικά σύμβολα. Σʼ ένα υπέροχο (καθότι έξυπνο και προκλητικό) βιβλίο κριτικής, Aspects of the Novel [Πτυχές του μυθιστορήματος] (1927), ο Φόρστερ μελέτησε διεξοδικά και μετά απέρριψε τη γνώμη του Αμερικανού μυθιστοριογράφου Henry James [Χένρυ Τζέιμς] (1843-1916) ότι ένας συγγραφέας πρέπει προπάντων νʼ αποφεύγει να εκφράζει την προσωπική του αντίληψη  και στα δικά του βιβλία, ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Φόρστερ είναι ο παντογνώστης αφηγητής. Πάντως ο δάσκαλός του είναι ο Μαρσέλ Προύστ [Marcel Proust] (1871-1922).
Οι μορφωτικές επιρροές στον Φόρστερ προήλθαν από το Kingʼs College, Cambridge, στις αρχές του 20ου αιώνα, τα πολλά ταξίδια ανά τον κόσμο ― και τον Καβάφη, τον οποίο γνώριζε. Ίσως να κατόρθωνε περισσότερα αν είχε συμβιβαστεί δημοσίως (ως μυθιστοριογράφος) με την ομοφυλοφιλία του. Το μεταθανάτιο Meurice είναι ευαίσθητο, αλλά δείχνει πόσο μακριά ήταν από το να αντιμετωπίσει την άποψη του εαυτού του που τόσο πολύ τον βασάνιζε.
Ο Φόρστερ πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 7 Ιουνίου 1970 στο Coventry σε ηλικία 91 ετών.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Αφίξεις

Ελένη Αναστασοπούλου, «’Ελα, μέχρι να συνέλθει» (από τη συλλογή διηγημάτων: “Σκοτωμένο Νερό”, Γαβριηλίδης, 2013)

`

«Επόμενη στάση Συγγρού-Φιξ». Περασμένες έντεκα. Ζήτημα να κατεβήκαμε δέκα άνθρωποι απʼ
το μετρό. Τους έφαγε όλους η «Έξοδος Συγγρού– Δράκου». Φτύνω στον κόρφο μου και περνάω τελευταία. Το μακρύ παλτό με προστατεύει απʼ την κρύα ανάσα της Δράκου. Στη Συγγρού οι περισσότεροι σκόρπισαν στα στενά. Ένας κι άλλος ένας βαδίζουν βιαστικοί μπροστά μου. Δεν βιάζομαι.
Στην είσοδο της υπόγειας διάβασης είμαι μόνη.Κατεβαίνω τα σκαλιά και κάνω το σταυρό μου. Όπως κάθε μέρα. Στο τελευταίο σκαλί έπεσε στα πόδια μου. Λιπόθυμος. Τον είχα ξαναδεί. Ζούσε στον πάτο της διάβασης. Σʼ ένα χαρτόκουτο. Του ρίχνω δύο μπάτσες. Τίποτα. Ψάχνω γύρω μου για βοήθεια. Τέτοια ώρα. Κάνω να φύγω, μη βρω τον μπελά μου. Στα τρία βήματα γυρίζω πίσω. Καλώ το 166. «Ελάτε γρήγορα κοντά στο σταθμό Συγγρού-Φιξ, στην είσοδο της υπόγειας διάβασης… όχι, όχι μέσα στη διάβαση, έξω στο δρόμο». Τον σέρνω μέχρι επάνω.– Πρέπει να τον συνοδέψεις.
– Μα δεν τον ξέρω.
– Δεν έχει σημασία. Αφού μας κάλεσες…
– Καλέ, πρέπει να πάω στη δουλειά μου.
– Έλα, μέχρι να συνέλθει. Μετά μπορείς να φύγεις.
Όταν βγαίνει απʼ τις πρώτες βοήθειες, συνέρχεται.
– Μη φύγεις, ψιθυρίζει. Ακολουθώ το φορείο.

Διαβάστε περισσότερα