`

ΕΥΕΡΓΕΤΗΜΑΤΑ

Το κορίτσι των προαστίων, διάφανο, στην πρώτη του νιότη. Μάτια πέτρες, η ακίνητη πόλη. Θα μπορούσε κανείς να συλλαβίσει όλη της την έκταση. Όμως οι τομές των δρόμων, οι έρωτες, τα εμπορεύματα, οι εκπλήξεις. Μες στο φως της θα εξελίσσεται. Η ακμή της θα είναι παρατεταμένη. Κοίταξε πώς γελάει το διάφανο κορίτσι των προαστίων. Είναι ήδη στην πρώτη του νιότη και φαίνεται σαν μες απ΄τα φτεροκοπήματα. ʽΗσυχα, απλώνει τα πέπλα της και αυτοκηρύσσεται πολιτεία. Τα πρωινά γερνά και ευεργετεί.

`

*

ΟΙ ΣΚΟΠΟΙ
Πέρασε χειμωνιάτικος από το δρόμο μας. Τραγουδούσε χαμηλούς σκοπούς, όπως οι οδοιπόροι. Είπαν ήταν εδώ και αιώνες νεκρός σε ένα ναυάγιο στις Αντίλλες. Τώρα λοιπόν ένας πνιγμένος σέρνεται στις πολιτείες μας. Άσβηστος ίσκιος γυρνά τις νύχτες και όλο κλαίει εμπρός στα αγάλματα. Κάθε πρωί σκοτωμένος στις στέρνες. Κάθε πρωί ζωηροί μανδραγόρες, κάτω από τους κρεμασμένους μας.

`

*

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
Πώς γελαστήκαμε. Όταν ήρθαν και μας είπαν, θα΄ναι για καλύτερα όλοι κινήσαμε να φύγουμε. Τα σπίτια κλειδώθηκαν από μέσα. Ύστερα από χρόνια, όταν είχαμε ζήσει τις εποχές των σπαραγμών, συναντηθήκαμε.
Γύρω από το νεκρό σιωπούμε. Είμαστε ολομόναχοι. Θρυλικοί. Επαναλαμβάνουμε τις προσευχές τακτικά μες στη νύχτα. Τα πρόσωπά μας όπως παραδομένα στους ανέμους. Εμπρός τα νερά που χύνονται. Αγκαλιαζόμαστε και σαν από κρυφό ένστικτο, εκτινασσόμαστε βεγγαλικοί.

`

*

ΣΙΕΝΝΑ
Απαλή χρωματογραφία ριγμένη στα σεντόνια. Καθώς ερωτευόταν έγερνε στα νερά με κομμένη την ανάσα. Έλαμπε των ανθρώπων η σοφή γεωλογία, οι νευρώνες, οι πιο ακραίοι σταθμοί. Στο χείλος του στόματος, γκρεμοί και τίποτε.

Κάθονταν και μιλούσαν. Έμοιαζαν να είναι φίλοι. Ίσως είχαν να ανταμώσουν χρόνια. Και όμως, σκάβαν το ίδιο χώμα, οι κραυγές ήταν δικές τους. Εκείνοι, φανοί μες τα σκοτάδια των ορεινών διαδρομών. Να τρέμουν μες στο φως τους, να πνίγονται. Έμοιαζαν σαν να αγαπήθηκαν στ΄αλήθεια κάποτε. Τώρα χωρίζουν, τα πρόσωπά τους αμολίθινα. Χάνονται πίσω απ΄τα μαρμαράδικα, μες στα φώτα των κέντρων.

`

*

«Εβγάτε όξω ρε μανάρια
Απ΄τις λέξεις.»
Ο Ερυθρογράφος

Ο ΑΡΘΟΥΡΟΣ

Τον βρήκαμε ανάμεσα στις σκαλωσιές από νέον. Υπήρχαν και άλλοι, πολλοί. Υπήρχαν απέραντες στέγες μες στο φώσφορο, όπως σταθμοί λεωφορείων. Παραμιλούσε, κάθε τόσο τίναζε τα χέρια του, σηκωνόταν λίγο από το χώμα. Στο βάθος μαβιά ώχρα, σε όλο τον ορίζοντα σκοτωμένα χρώματα. Εκείνοι που δεν έγνεφαν αναβόσβηναν μες στη νύχτα σαν στίγματα ενός μακρινού και αδιόρατου δρόμου. Μιλούσε μονοσύλλαβα σαν ερωτευμένος. Γεννήθηκα σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους κόσμους. Έφθασα με πόνους και λύπες και έφυγα την πιο θερμή άνοιξη. Θυμάμαι τις στοές και τους ανθρώπους των μεταλλουργείων.
Έπειτα σώπαινε, έχανε τη φωνή του και ήταν ένας από μας. Από το παράθυρο αντικρίζαμε τον ποταμό, τους αχυρώνες, την ταβέρνα των οδοιπόρων. Η σοφίτα είχε πλήθος παλαιών πραγμάτων. Ξεχώριζαν οι ζωγραφικοί πίνακες, κάτι θολές γκραβούρες, κάτι κλειστοί, ερμητικοί κόσμοι. Οι γυναίκες τους έστεκαν στις μπαρόκ πολυθρόνες και τα εδώλια, οι γυναίκες των ζωγράφων, όπως συστήθηκαν ήταν νεκρές, γερασμένοι μύθοι. Φορούσαν τα επίκαιρα φουστάνια τους και τα ολόλευκα μάτια. Τίποτε δεν θύμιζαν από τα χρυσά χρόνια των εφηβαίων ειδώλων. Οι κλασσικές επιστήμες μου εμπιστεύτηκαν τα πάθη και τις συντριβές.
Μύρισε θάλασσα είπε και όλοι κοιτάξαμε. Μα δεν είχαμε φτάσει πουθενά. Εκείνος μιλούσε για τους δροσερούς καιρούς και στα φωτεινά διαλείματα του φωσφόρου συνέβαινε ξανά η παλιά πολιτεία. Περπατήσαμε μαζί του, ως εκεί που ανοίγονται τα σπίτια και ύστερα αβαθείς χαράδρες και άγριες μέρες. Το πλοίο των τρελών φθάνει μέσα από τα τυφλά σημεία, αργό όπως το κήτος του Γαλατά της Μικράς Ασίας που είναι δράκοντας και ψάρι μαζί. Τρομερό, υδρόβιο πλάσμα στις γραφές του μοναχού Ιακώβου ντε Βοραζίν από τον Ροδανό ποταμό.Ετούτα τα μέρη λοιπόν φέγγουν πέρα στα φώτα, ετούτη η γη ήταν οι ακτές που θα πιάναμε αν δεν σωζόταν το νερό και αν δεν σκοτώναμε όλους τους ποιητές μας. Περιέφραφε το σπίτι στον παραλιακό δρόμο με τους όρθιους, σαν παιδικούς ήλιους, στα διπλανά χωράφια. Οι σωροί των εργαλείων και του σπασμένου σίδηρου όπως παράξενα αιωρούμενα φυτά μες στις αίθουσες των σφαγείων. Σκέφτηκε πως εκείνο το καρφί θα κρατήσει για πάντα και φάνηκε αφάνταστα λυπημένος. Όμως το σπίτι είχε δυο μάτια και χαμογελούσε τις Κυριακές στις πιο εξαίρετες συμπτώσεις, είχε τη σοφίτα που σας είπα και τα κλειδωμένα δωμάτια με τα αρχαία αγαλματίδια της Μαρίας και τις ασκήσεις του Τσαρούχη. Όμως το σπίτι γκρεμιζόταν κάθε μέρα και όσα παράθυρα και αν ανοίξαμε παντού βάλαμε κάγκελα και μες σε εκείνους τους τοίχους αρπάξαμε φωτιά.
Μιλούσε και τα δάκρυά του σήκωναν μανδραγόρες από το χώμα. Τέτοια φυτά συνηθίζονται εκεί που ζουν οι κρεμασμένοι. Εμπρός στους ναούς και τα ηρώα του έρωτα προσκύνησα είπε και στάθηκε, σαν να την είδε στα σύρματα που απέκλειαν το λιμάνι. Έφεγγε με το μισό φεγγάρι και φαίνονταν καθαρά οι αμυγδαλιές στο στόμα της και τα αιμάτινα μάτια που σέρνονται. Ήταν μες στα αίματα, σαν αυτούς που φθάνουν από τα βουνά με πληγιασμένα πόδια. Οι άνθρωποι νύχτες, Κατάγομαι από την Ανατολή που ΄χουμε τους βασιλιάδες μάγους και περπατούν στις λάσπες το χάραμα. Σέρνουν τα φτερά τους γιατί κατά βάθος είναι άγγελοι συντριμένοι. Συμβαίνουν τόσα που δεν σου είπα. Τόσες αγωνίες δίχως λόγο, τόση στάχτη κάθε μέρα στις παλάμες μας. Αφήσαμε τον πατέρα είπε πάνω στο τραπέζι, κυριακάτικο. Ένα καπλάνι σαν τις θεατρικές φιγούρες από κερί και σκληρό χαρτόνι. Είπαμε δυο λόγια και ξέραμε πως είχαμε πια φύγει πιο μακριά, ο καθένας φορτωμένος τις μελλοντικές μέρες και τη μοίρα του. Ήταν μες στα αίματα και το μικρό τουριστικό έπλευσε μακριά από το λιμάνι. Ακούγονταν χαρακιές στον αέρα, σαν να πέθαινε ο ίσκιος ενός πουλιού. Εκεί πάντα τα δέντρα και τα νερά. Η μητέρα πάντα τα πρωινά κοντά στον ήλιο, πάνω από τα μάρμαρα, με τη δροσιά της Κνωσού στα χέρια της, ακίνητη και αβέβαιη πολιτεία. Μια ευεργεσία ή μια προσευχή. Εγώ τινάζομαι όπως οι έφηβοι δρομείς της Ολυμπίας μες στις μέρες και τα χρόνια, βαδίζω κόντρα σε όλους τους καιρούς και τους ανθρώπους. Καμιά φορά τρομάζω.
Η φωνή του ίσα που ακουγόταν μέσα από το πέλαγο. Όμως γνωρίζαμε πως είναι εκεί, καθώς φθάνει πάντα στιγμιαία, ένα φωνήεν στο ακοίμητο μεσημέρι μας. Εκτινάσσομαι και διαγράφω ευτυχισμένες, ευφάνταστες τροχιές, σαν Ίκαρος. Τα γόνατά μου λευκά από τα φιλήματα και τις πυρκαγιές, λευκό, μυστικό ακόμη άγαλμα στα περιβόλια.
Κοιτάξαμε πίσω και είδαμε όλες τις στέγες που καίγονταν. Το φως του δειλινού και οι εγκαταστάσεις του Σκαραμαγκά ως μες στη θάλασσα. Είναι απόγευμα, τίποτε απ΄το όνειρο δεν θα απομείνει. Μονάχα κάτι παράξενα, ανερμήνευτα γεγονότα. Όπως το κορίτσι της λίμνης Κουμουνδούρου που μοιάζει στην Άριελ του Γέητς ή τ΄άλλο που είπες καθώς μ΄άφηνες και με πλήγωσε τόσο.
Κυκλωμένοι από φωτιές, θεούς και εκκλησίες αφήσαμε ένα στίγμα για την αρχαιολογία που έπεται. Ένα σημάδι, η προίστορική ευλογία της πέτρας, μες σε όλους τους καιρούς. Όσοι γλίτωσαν τη φωτιά πέθαναν το επόμενο απόγευμα. Ήταν αρχές του Μάη και οι μέρες πια είχαν μεγαλώσει πολύ. Εκείνος θα΄χει φτάσει σε νήσους αχαρτογράφητους ή θα πνίγεται καθώς πάντα στα νερά. Όπως οι ήρωες. Ο Αλδεβαράν, ο Αρθούρος, ο πικραμένος Αίας και το αγόρι από τη Φθία. Όπως ο στρατιώτης που φυλά μες στα πετρέλαια τις πυριδιταποθήκες, ένας κούρος από καλή γενιά με τα πιο ερωτικά και ανυποψίαστα μέλη.