Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Διονύσιος Σολωμός, «Ο Κρητικός»

 

 

I
Eκοίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη τ’ ακρογιάλι·
«αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!».
Tρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπίσω στ’ άλλο,
πολύ κοντά στην κορασιά, με βρόντημα μεγάλο·
τα πέλαγα στην αστραπή κι ο ουρανός αντήχαν,
οι ακρογιαλιές και τα βουνά μ’ όσες φωνές κι αν είχαν.

II
Πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια,
μά τες πολλές λαβωματιές που μόφαγαν τα στήθια,
μά τους συντρόφους πόπεσαν στην Kρήτη πολεμώντας,
μά την ψυχή που μ’ έκαψε τον κόσμο απαρατώντας.
(Λάλησε, Σάλπιγγα, κι εγώ το σάβανο τινάζω,
και σχίζω δρόμο και τσ’ αχνούς αναστημένους κράζω:
«Mην είδετε την ομορφιά που την Kοιλάδα αγιάζει;
Πέστε, να ιδείτε το καλό εσείς κι ό,τι σας μοιάζει.
Kαπνός δε μένει από τη γη· νιος ουρανός εγίνη.
Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ’ αυτήνη».
«Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια,
στη θύρα τής Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια·
έψαλλε την Aνάσταση χαροποιά η φωνή της,
κι έδειχνεν ανυπομονιά για νά ’μπει στο κορμί της·
ο Oυρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος,
το κάψιμο αργοπόρουνε ο κόσμος ο αναμμένος·
και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει·
όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει»).

III
Aκόμη εβάστουνε η βροντή . . . . . .
Kι η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει,
ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,
σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τ’ άστρα·
κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
κάθε ομορφιά να στολιστεί και το θυμό ν’ αφήσει.
Δεν είν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας,
όμως κοντά στην κορασιά, που μ’ έσφιξε κι εχάρη,
εσειόνταν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι·
και ξετυλίζει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,
κι ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Τρία Ποιήματα

Ορφέας Δροσουλίτης

Και όταν
η κόκκινη ομίχλη διαλύθηκε
διέκρινε πως ο ορίζοντας
ακόμη πιο ακαθόριστος ήταν.
Και το πραγματικό τοπίο έρημο
δίχως πεταλούδας χορό
χωρίς την μοσκοβολιά των ρόδων
και ούτε αλόγων καλπασμό
κι η στέρνα ξεραμένη.
Μία ψευδαίσθηση οδυνηρή,
αστραπή που σημάδεψε το είναι της
με ουλές προσμονής.
Έτσι σαν σε νάρκη παρέμενε
τον χρόνο σιωπηλά ν` αποκοιμίζει.
Και ο Ορφέας,
Δροσουλίτης ήταν ο Ορφέας
και κείνη μία Ευρυδίκη
που θαμπώθηκε
από της φύσης τ` ανερμήνευτα παιχνίδια.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

T.S. Eliot, «Δυσκολίες πολιτευόμενου» (μετφρ. Γιώργος Σεφέρης)

“Ψηφίστε Ελεύθερα”
(μια προεκλογική αφίσα του Intellectum/ Ποιείν από τον Γιάννη Εργελετζή)

 

ΦΩΝΑΞΕ τί νὰ φωνάξω;

Χορτάρι ἡ κάθε σάρκα; συμπεριλαμβανομένων

Τῶν Ἑταίρων τὸν Λουτροῦ, τῶν Ἱπποτῶν τῆς Βρεταννικῆς Αὐτοκρατορίας, τῶν Ἱπποτῶν,

Ὢ Ἱππότες! τῆς Λεγεῶνος τῆς Τιμῆς,
Τοῦ Τάγματος τὸν Μέλανος Ἀετοῦ (α’καὶ β’τάξεως). Καὶ τοῦ Τάγματος τοῦ Ἀνατέλλοντος Ἡλίου.

Φώναξε φώναξε τί νὰ φωνάξω;

Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ γίνει πρῶτα εἶναι νὰ σχηματιστοῦν οἱ ἐπιτροπές:

Τὰ γνωμοδοτικὰ συμβούλια, διαρκεῖς ἐπιτροπές, εἰδικὲς ἐπιτροπὲς καὶ ὑποεπιτροπές.

Ἕνας γραμματέας φτάνει γιὰ πολλὲς ἐπιτροπές.

Τί νὰ φωνάξω;

Ὁ Ἄρθουρ Ἔντουαρ Κύριλ Πάρκερ διορίστηκε τηλεφωνητής.

Μὲ μισθὸ μιάμιση λίρα τὴ βδομάδα ποὺ μὲ πέντε σελίνια ἐτήσια αὔξηση

Γίνεται δυόμιση λίρες τὴ βδομάδα•

Κι ἕνα ἐπίδομα τριάντα σελίνια τὰ Χριστούγεννα

Καὶ μιὰ βδομάδα τὸ χρόνο ἄδεια.

Μιὰ ἐπιτροπὴ ἔχει διοριστεῖ γιὰ νὰ ὑποδείξει ἕνα συμβούλιο μηχανικῶν

Νὰ ἐξετάσει τὴν Ὕδρευση.

Μιὰ ἐπιτροπὴ ἔχει διοριστεῖ

Γιὰ τὰ Δημόσια Ἔργα, πρωτίστως γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῶν ὀχυρωματικῶν.

Μιὰ ἐπιτροπὴ ἔχει διοριστεῖ

Νὰ διαπραγματευθεῖ μὲ μιὰ Βολσκιανὴ ἐπιτροπὴ

Τὴν αἰωνία εἰρήνη• οἱ βιομήχανοι βελῶν καὶ ἀκοντίων καὶ οἱ σιδηρουργοὶ

Ὅρισαν μιὰ μικτὴ ἐπιτροπὴ νὰ διαμαρτυρηθεῖ γιὰ τὴ μείωση τῶν παραγγελιῶν.

Ὡστόσο οἱ φυλακὲς στὰ σύνορα παίζουνε ζάρια Καὶ στοὺς βάλτους (ὢ Μαντοβάνε) κοάζουν τὰ βατράχια.

Πυγολαμπίδες λάμπουν στὶς ἀνήμπορες πάνω ἀστραπὲς τῆς νύχτας τοῦ Ἰουλίου.

Τί νὰ φωνάξω;

Μάνα, μάνα

Νὰ τὰ οἰκογενειακὰ πορτραῖτα γραμμή, σκοῦρες προτομές, ὅλες μὲ ὕφος ἀξιοπρόσεχτα ρωμαϊκό.

Ὅλες ἀξιοπρόσεχτα ἴδιες φωτισμένες διαδοχικὰ ἀπ’ τὴν ἀνταύγεια

Ἑνὸς ἱδρωμένου λαμπαδοφόρου ποὺ χασμουριέται.

Ὢ χωμένοι κάτω ἀπό… Χωμένοι κάτω ἀπό… Ἐκεῖ ποὺ τὸ πόδι τοῦ περιστεριοῦ πάτησε μὲ μιὰ σύσπαση μιὰ στιγμή,

Μιὰ ἀκίνητη στιγμή, μεσημερνὴ ἀνάπαυλα, βολεμένη κάτω ἀπὸ τὰ ψηλότερα κλαδιὰ τοῦ πλατύτερου δέντρου τοῦ μεσημεριοῦ.

Κάτω ἀπ’ τὰ φτερὰ τὸν στήθους ποὺ ἔπαιζαν μὲ τ’ ἀγεράκι τ’ ἀπογευματινὸ

Ἡ κυκλαμιὰ ἐκεῖ πέρα ἀνοίγει τὰ φτερούγια, ἐκεῖ τ’ ἁγιόκλημα σκύβει στ’ ἀνώφλι.

Ὢ μάνα (ὄχι κάποια προτομὴ ἀπὸ τοῦτες μ’ ἐπιγραφὴ ἀξιοπρεπή)

Ἐγώ ἕνα κουρασμένο κεφάλι ἀνάμεσα σὲ τοῦτα τὰ κεφάλια

Γεροὶ τράχηλοι γιὰ νὰ τὰ βαστάζουν

Γερὲς μύτες γιὰ νὰ σκίζουν τὸν ἄνεμο

Μάνα

Δὲ θὰ μπορούσαμε κάποτε, ἴσως τώρα, νὰ εἴμασταν μαζί.

Ἂν οἱ θυσίες, παιδεμοί, ἀσκητισμοί, ἐξιλασμοὶ

Ἔχουνε τώρα τηρηθεῖ

Δὲ θὰ μπορούσαμε τάχα νὰ εἴμασταν χωμένοι

Χωμένοι μέσα στὴ γαλήνη τοῦ μεσημεριοῦ, μέσα στὴ σιωπὴ τῆς νύχτας ποὺ κοάζει.

Ἔλα μὲ τὸ φτερούγισμα τῆς μικρῆς νυχτερίδας, μὲ τὸ μικρὸ λαμπύρισμα τῆς πυγολαμπίδας ἢ κωλοφωτιᾶς

Πετώντας, πέφτοντας, στεφανωμένα σκόνη, τὰ μικρὰ πλάσματα.

Τὰ μικρὰ πλάσματα τσιρίζουν ἀχαμνὰ μέσα στὴ σκόνη, μέσα στὴ νύχτα,

Ὢ μάνα

Τί νὰ φωνάξω;

Ἀπαιτοῦμεν μίαν ἐπιτροπήν, μίαν ἀντιπροσωπευτικὴν ἐπιτροπήν, μίαν ἐπιτροπὴν ἐλέγχου

ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ! ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ! ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ!

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Αφίξεις

Σωτήρης Παστάκας, «Παραπάτημα στη Χαρά», Σειρά ΠΟΙΕΙΝ (01), εκδ. Μετρονόμος

 

 

Το δέκατο ποιητικό βιβλίο, «Παραπάτημα στη Χαρά», του Σωτήρη Παστάκα, ψυχιάτρου και ιδρυτή της Επιθεώρησης Ποιητικής Τέχνης «Ποιείν», www.poiein.gr, εγκαινιάζει τη νέα ποιητική σειρά «ΠΟΙΕΙΝ» των εκδόσεων Μετρονόμος.

 

Ο πίνακας του εξωφύλλου, Προσωπογραφία θνήσκοντος ζωγράφου είναι του ζωγράφου Άκανθου, ο σχεδιασμόςτου έγινε από τον εικαστικό Στράτο Φουντούλη και η στοιχειοθεσία ανήκει στον Παναγιώτη Πάκο.

 

I.

Εγώ που δεν τραγούδησα

το βαθύ κόκκινο του ρόδου,

ούτε τραγούδησα

το λυγμό που έχει

το βάθος ενός χαμόγελου

το προφίλ στα τρία τέταρτα,

την κρυμμένη γωνιά

στο μυαλό μου,

τους κόκκινους λεκέδες

στο σεντόνι της θάλασσας

όταν το αεράκι σηκώνει

μία προς μία τις ρυτίδες

του εγκεφάλου μου,

μία προς μία τις προσωπικές μου

απώλειες-μπερντές

που κοκκινίζει

μια στιγμή πριν πάρει φωτιά.

Το ορατό φως.

Τις πέντε αισθήσεις.

Τους εκατόν πέντε

κατοίκους της Ηράκλειας.

Τα έντεκα μέτρα του σκάφους.

Τις αμέτρητες μπύρες.

Τα μετρημένα καμπάρι

μέσα από τις ανταύγειες τους.

Μια βαλίτσα, ένα καπέλο

κι ένα διαζύγιο.

Άλλο ένα καμπάρι, παρακαλώ.

Ένα διαζύγιο

και πάμπολλες ομπρέλες.

Φέρτε μου κι άλλα καμπάρι.

Θέλω να βλέπω τη φέτα

του μαρτυρίου μου να μεγαλώνει

σε αντιστοιχία με τη δική σας

τακτοποιημένη απόλαυση.

Δώστε μου ένα μεγάλο σαγκουίνι.

Μην τραγουδάς, τραγούδησες

όσα σου δόθηκαν. Τραγούδησε

τα παιδιά που παίζουν ακόμα

στις δέκα το βράδυ, μόνον

οι φωνές τους ακούγονται

στο προαύλιο της Εκκλησίας,

Μεγαλοβδόμαδο κι ακόμη πιο μακριά

γαυγίσματα αδέσποτων σκύλων.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Eυγένιος Αρανίτσης, «Νίκος Καρούζος (1926 – 1990), Οφειλή»

karouzos_poiimata-002.jpg 

Σε όνειρο που έμοιαζε μʼ αλήθεια
συνάντησα το Νίκο ένα βράδυ
και μου ΄πε: – Το παρόν είναι συνήθεια,
αλλά το χτες θα γίνει το αλφάδι
γιʼ αυτά που ο χρόνος δώρισε στον Άδη.
Η ένταση του πόνου, εδώ στα στήθια,
σημαίνει πως το μέλλον εξαρτάται
απʼ όλα όσα κανείς μας δε θυμάται.

Δε δείχνει ούτε το ναι ούτε το όχι
το βέλος της πυξίδας, το σημάδι
ξεχάστηκε για πάντα και οι στόχοι
συγχέονται σε τούτο το σκοτάδι.
Είνʼ άραγε ο κόσμος παρακλάδι
τʼ ονείρου που αναδύεται απʼ τη λόγχη
του τίποτα; Στην άβυσσο που μοιάζει
νεκρή και στείρα βλέπω να πλησιάζει

η μέρα που ο τάφος μου θʼ ανθίσει,
μα η σκιά πάνω στης μνήμης την οθόνη,
σαλεύοντας αργά για να θυμίσει
εκείνο που αγαπώ και που τελειώνει,
μου θέτει ένα αίνιγμα που ακόμη
κι ο θάνατος απέτυχε να λύσει.
Λουλούδια από λέξεις θα τινάξουν
τα πέταλα της σκέψης και θα πιάσουν

Διαβάστε περισσότερα