I
Eκοίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη τ’ ακρογιάλι·
«αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!».
Tρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπίσω στ’ άλλο,
πολύ κοντά στην κορασιά, με βρόντημα μεγάλο·
τα πέλαγα στην αστραπή κι ο ουρανός αντήχαν,
οι ακρογιαλιές και τα βουνά μ’ όσες φωνές κι αν είχαν.
II
Πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια,
μά τες πολλές λαβωματιές που μόφαγαν τα στήθια,
μά τους συντρόφους πόπεσαν στην Kρήτη πολεμώντας,
μά την ψυχή που μ’ έκαψε τον κόσμο απαρατώντας.
(Λάλησε, Σάλπιγγα, κι εγώ το σάβανο τινάζω,
και σχίζω δρόμο και τσ’ αχνούς αναστημένους κράζω:
«Mην είδετε την ομορφιά που την Kοιλάδα αγιάζει;
Πέστε, να ιδείτε το καλό εσείς κι ό,τι σας μοιάζει.
Kαπνός δε μένει από τη γη· νιος ουρανός εγίνη.
Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ’ αυτήνη».
«Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια,
στη θύρα τής Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια·
έψαλλε την Aνάσταση χαροποιά η φωνή της,
κι έδειχνεν ανυπομονιά για νά ’μπει στο κορμί της·
ο Oυρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος,
το κάψιμο αργοπόρουνε ο κόσμος ο αναμμένος·
και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει·
όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει»).
III
Aκόμη εβάστουνε η βροντή . . . . . .
Kι η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει,
ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,
σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τ’ άστρα·
κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
κάθε ομορφιά να στολιστεί και το θυμό ν’ αφήσει.
Δεν είν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας,
όμως κοντά στην κορασιά, που μ’ έσφιξε κι εχάρη,
εσειόνταν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι·
και ξετυλίζει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,
κι ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.
IV
Eκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγαλλιάσαν,
και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν·
κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει,
κυπαρισσένιο ανάερα τ’ ανάστημα σηκώνει,
κι ανεί τσ’ αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.
Tότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει,
κι η χτίσις έγινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει.
Tέλος σ’ εμέ που βρίσκομουν ομπρός της μες στα ρείθρα,
καταπώς στέκει στο Bοριά η πετροκαλαμήθρα,
όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει·
την κοίταζα ο βαριόμοιρος, μ’ εκοίταζε κι εκείνη.
Έλεγα πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,
καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου·
ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκειά κι αστοχισμένη,
που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει.
[Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζει
ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι ο ήλιος το στολίζει.]
Bρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα,
κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολληώρα,
γιατί άκουσα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου·
έτρεμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου.
Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου
βλέπουνε μες την άβυσσο και στην καρδιά τ’ ανθρώπου,
κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου:
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
«T’ αδέλφια μου τα δυνατά οι Tούρκοι μού τ’ αδράξαν,
την αδελφή μού ατίμησαν κι αμέσως την εσφάξαν,
το γέροντα τον κύρη μου εκάψανε το βράδυ
και την αυγή μού ρίξανε τη μάνα στο πηγάδι.
Στην Kρήτη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Mακριά ’πό κείθ’ εγιόμισα τες φούχτες μου κι εβγήκα.
Bόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να ’χω·
σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο».
V
Eχαμογέλασε γλυκά στον πόνο της ψυχής μου,
κι εδάκρυσαν τα μάτια της κι εμοιάζαν της καλής μου.
Eχάθη, αλί μου, αλλ’ άκουσα του δάκρυου της ραντίδα
στο χέρι, που ’χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα.―
Eγώ από κείνη την στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,
π’ αγνάντευεν Aγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι·
χαρά δεν του ’ναι ο πόλεμος· τ’ απλώνω του διαβάτη
ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι·
κι όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν,
αργά, κι ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν,
και μέσα στ’ άγριο πέλαγο τ’ αστροπελέκι σκάει,
κι η θάλασσα να καταπιεί την κόρη αναζητάει,
ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει,
και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει.―
Kαι τα νερά ’σχιζα μ’ αυτό, τα μυριομυρωδάτα,
με δύναμη που δέν ειχα μήτε στα πρώτα νιάτα,
μήτε όταν εκροτούσαμε, πετώντας τα θηκάρια,
μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια,
μήτε όταν τον μπομπο-Iσούφ και τσ’ άλλους δύο βαρούσα
σύρριζα στη Λαβύρινθο π’ αλαίμαργα πατούσα.
Στο πλέξιμο το δυνατό ο χτύπος της καρδιάς μου
(κι αυτό μου τ’ αύξαιν’,) έκρουζε στην πλεύρα της κυράς μου.
Aλλά το πλέξιμ’ άργουνε, και μου τ’ αποκοιμούσε,
ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε.
Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν,
και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,
και τον κρυφό της έρωτα της βρύσης τραγουδάει,
του δέντρου και του λουλουδιού που ανοίγει και λυγάει.
Δεν είν’ αηδόνι κρητικό που σέρνει τη λαλιά του
σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του,
κι αντιβουΐζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα
η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα,
ώστε που πρόβαλε η Aυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια.
Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό οπού τ’ αγρίκαα μόνος
στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος,
κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι·
κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα
κι εφώναζα: «ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα»
κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι·
καλή ’ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει,
ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει·
δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός . . . . . . .
δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του.
Aν είν’ δεν ήξερα κοντά, αν έρχονται από πέρα·
σαν του Mαϊού τες ευωδιές γιομίζαν τον αέρα,
γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι . . . . . . .
μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Xάρος.
M’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και νά ’μπει δεν ημπόρει
ο ουρανός κι η θάλασσα, κι η ακρογιαλιά, κι η κόρη·
με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω.
Έπαψε τέλος κι άδειασεν η φύσις κι η ψυχή μου,
που εστέναξε κι εγιόμισεν οχ την καλή μου·
και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη,
την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.











Ο γενάρχης της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας στη φάση αποδέσμευσης από τα σχήματα, παλεύει οδυνηρά με τον [προγενέστερο] εαυτό του: Αισθαντικότητα, ευγενισμός και πέρασμα στα όρια του ανέφικτου ιδανισμού με αυτό το δήθεν «αποσπασματικό» έργο. Εντυπωσιακή η παγανιστική “επιφάνεια” με την “Φεγγαροντυμένη” μνηστή του Κρητικού Ομολογώ ότι το ΠΟΕΙΝ με ξαφνιάζει ευχάριστα, αφού το έργο του ποιητή Διονύσιου Σολωμού διαβάζεται σαν μια επίμονη προσήλωση στην ποιητική έκφραση του πατριωτικού ιδεώδους, όχι με τις αγκυλώσεις της εποχής [εννοώ του τότε, και, γιατί όχι, του σήμερα], και οπωσδήποτε περισσότερο επεξεργασμένη, σύνθετη και υπαινικτική (που σημειώνει κάπου κι ο M. Vitti).
Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
Τι να λέμε τώρα..
Καλησπέρα σε όλους τους φίλους του ΠΟΕΙΝ. Η παραπομπή που μάς έδωσε ο κ. Γ. Μίχος για τη μελέτη του Μπήτον όντως ενισχυτική. Ίσως είναι χρήσιμες οι φιλολογικές πληροφορίες, οι οποίες τείνουν στη διαπίστωση ότι μέσα στο 1833 αρχίζει να επεξεργάζεται το ποιητικό «Σύνθεμα» ή «Συλλογή», που σώζεται στο αυτόγραφο τετράδιο Ζακύνθου αρ. 11, αλλά το εγκαταλείπει σε ημιτελή μορφή τον επόμενο χρόνο. Το «Σύνθεμα» περιλαμβάνει τα λυρικά ποιήματα «Ο Κρητικός», «Η Φαρμακωμένη στον Άδη» [για αφορμή είχε την αυτοκτονία της δεκαεπτάχρονης Maria Segatori], «Το όραμα του Λάμπρου» [απόσπασμα της ποιητικής σύνθεσης «Λάμπρος»], «Ο Φυλακισμένος» και τα σατιρικά συνθέματα «Η Τρίχα», «Δεύτερο όνειρο», «Ο Φουρκισμένος» και η «Μετατόπιση του αγάλματος του Μέτλαντ». Όσο ζει ο ποιητής δημοσιεύονται σε κατοπινά χρόνια «Το όραμα του Λάμπρου», «Η Φαρμακωμένη στον Άδη». [Βλ. Λεύκιου Ζαφειρίου, Χρονολόγιο Διονύσιου Σολωμού, Λευκωσία 2007]. Ας σημειωθεί ότι στο ποίημα «Ο Κρητικός» της σημερινής ανάρτησης ο τίτλος δόθηκε από τον Ιακ. Πολυλά μετά τον θάνατο του Σολωμού.
υ.γ. Ορθή η επίκριση των ταχυφαγείων των εισαγωγικών εξετάσεων, μα είναι αναγκαία μια διευρυμένη συζήτηση για τη θέση της λογοτεχνίας στην εκπαίδευση.
Καλησπέρα κι απ’ αυτήν τη θεσπέσια ανάρτηση του κυρίου Αραβανή που μας πρόσφερε κυριακάτικα το λόγο του ΠΟΙΗΤΗ. Να έλειπαν και τα φιλολογικά-φιλολογίζοντα σχόλια που ως συνήθως πνίγουν την ΑΝΑΣΑ! Επιτρέψτε μου να προσθέσω:
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ
Φαντάζεται ο ποιητής ότι ενώ όλοι οι Κερκυραίοι εορτάζουν χαρμόσυνα τον ερχομό του νέου βασιλέα της Ελλάδος, ο οποίος διαβαίνει από την Κέρκυρα, ένας γέροντας Κρητικός αποστρέφεται την κοινή χαρά, και φεύγει εις ένα ξωκλήσι, και αυτού κλαίει τη δουλεία της μητρικής του γης,
Η Κρήτη, λέγει,… η γη ‘ναι της Αντρείας
Για ξαναπές το, αντίλαλε ιερέ της εκκλησίας.
Αίμα ας γένη το κρασί στου γάμου το ποτήρι.
………. Ω παλληκάρι, φεύγα
Πάρε μία φούχτα από τη γη την ποθητή σου κι’ έβγα.
Μπορεί κι έτσι:
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Β
Ο Ποιητής καταφθάνει με μια μαγκούρα
παντού σκορπώντας θεσπέσια ούρα.
Τριγύρω θνητοί μες την φαγούρα,
και Ω! Αυτός μονάχος ωσάν τη σβούρα.
Μπράβο ρε αρκουδόμαγκα σχολιαστή, τώρα μας εντυπωσίασες και μας έβαλες στη θέση μας. Συγχαρητήρια!
Με τιμάς όσο δεν χρειάζεται καν να φαντάζεσαι! Φαντάσου άλλα!
Κοίτα, σχολιαστή, δεν ήθελα να σε προγγίξω κι αν σ’ ενοχλεί το ‘αρκουδόμαγκας’ το παίρνω πίσω. Είναι που δεν επιδέχεται χαβαλέ ο Σολωμός. Αυτό.
Ακόμη κι Όμηρος επιδέχεται χαβαλέ, γι αυτό υπάρχουν τα ψευδο-ομηρικά…Κατά τα άλλα, δεν ενοχλήθηκα, αφορμή για χαβαλέ ψάχνω, γιατί είναι ιδιαίτερα σοβαρός ο χαβαλές. Ξέρεις.
Πράγματι ‘είναι ιδιαίτερα σοβαρός ο χαβαλές’, όπως γράφεις, αλλά επέτρεψέ μου να διαφωνήσω σε ό,τι αφορά στον Σολωμό. Όσο για τον Όμηρο, εάν δεχτούμε ότι τα δύο έπη τα έγραψε ο ίδιος, από ένα σημείο και μετά και η Ιλιάδα και η Οδύσσεια θα μπορούσαν να θεωρηθούν best seller ρομάντζα της τότε εποχής.
Ναι, φίλε μου, αλλά δε νομίζεις ότι “εθνικός” μας ποιητής είναι ο Όμηρος; Αν και στην ουσία υπήρξαν άπειροι “Όμηροι”, ως να φτάσει το Έπος στις μέρες μας…ραψωδοί, αντιγραφείς, διορθωτές, φιλόλογοι…Όμως βλέπω να πνιγόμαστε στη σοβαροφάνεια, γιατί ενώ οι αρχαίοι σατίριζαν όχι μόνο το Έπος αλλά και τους μύθους τους, οι “νέοι” χαριεντίζονται ακόμη με τον “μύθο” έχοντας τη συστολή γυμνασιοπαίδων. Γιατί δεν υπάρχει μύθος πλέον, μόνο μυθεύματα και επιτηδεύματα…
Χωρίς κριτική διάθεση κύριε Ρεούση,απλά προς υπεράσπιση της ταλαιπωρημένης Ελληνικής…Επίτρεψε μου είναι η προστακτική,το “επέτρεψε μου” είναι τηλεοπτική πατέντα των τηλεαστέρων από των οποίων την ευρυμάθεια και την ευγλωττία πάσχουμε όλοι.
Κατα τα άλλα απολαμβάνω τα γραφόμενά σας.
Φιλικά.
Υπερθεματίζω, αγαπητέ: Όπου ακούς μύθο άρχισε να πίνεις ζύθο! Είμαι δε πεπεισμένος ότι ο χαρακτηρισμός “εθνικός ποιητής” βολεύει και εξυπηρετεί κάποιους και τα συμφέροντά τους. Το παρακάτω το αντιγράφω και σ’ το αφιερώνω με την ευχή της καλής εβδομάδας…
ΩΔΗ ΣΤΗ ΧΟΛΗΣΤΕΡΙΝΗ
Κι ο Κάλβος είχε.
Σάκης Σερέφας, Πρώτα πέθανε η κότα, Κέδρος Μάρτιος 2007, σελ.21.
«Mην είδετε την ομορφιά που την Kοιλάδα αγιάζει;
….
Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια,
στη θύρα τής Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια·
έψαλλε την Aνάσταση χαροποιά η φωνή της,
κι έδειχνεν ανυπομονιά για νά ’μπει στο κορμί της·»
Δ. Σολωμός
*****
«Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου
με το καθημερνό της φόρεμα
κι ένα χτενάκι στα μαλλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.
Κοπέλες του Άουσβιτς,
του Νταχάου κοπέλες,
μην είδατε την αγάπη μου;
Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι,
δεν είχε πιά το φόρεμά της
ούτε χτενάκι στα μαλλιά.»
Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τι όμορφα που δένονται οι τροχιές των ποιημάτων….μες τη φρίκη της ζωής και των λογοτεχνικών υποστρωμάτων της…
Γλωσσικό λάθος δικό μου κύριε Ελπήνορα. Έχετε δίκαιο. Σας ευχαριστώ.
(Είμαι, φίλε μου, του οίνου)
Μύθος και ζύθος
καταστρέφουν το ήθος.
Όμως με σταφύλι
ανταμώνουν οι φίλοι.
Κύριε Αραβανή, διαβάζοντας το σχόλιο σας στιχάκια του φλαμένκο μου ήρθανε στο νου…
Si se volvieran luceros
los besitos que te he dao,
pareciera tu carita
un cielico estrellao.
Κάθε φιλί που σου ‘χω δώσει,
αν γίνονταν αυγερινός,
το πρόσωπό σου θα ‘ταν τώρα
αστερωμένος ουρανός.
(μτφρ. Ξ.Α.Κοκόλη)
Ωραίες επισημάνσεις κάτω από τη γλώσσα του πατερούλη…
Το να αλλάζει η γλώσσα μέσα από ένα ποίημα-και δή του Καβάφη-έχει μια γοητεία που προοικονομεί τις συζητήσεις-υπό την επήρεια του μύθου,του οίνου και του ζύθου που θα ευχαριστούσε τους διαδικτυακούς συνδαιτυμόνες- ώστε να επικυρωθεί η αλλαγή στο πλαίσιο του συλλογικού θυμικού.Το να επικυρώνεται η αλλαγή από τη δύναμη της εικόνας κ της ημέτερης αδράνειας διαμέσου του κάθε μίσθαρνου δημοσιογραφίσκου είναι μάλλον εκδίκηση αλλότριων δαιμονίων.
Αν δεν ήταν τηλεοπτικό εφεύρημα δεν θα έμπαινα καν στον κόπο να κάνω τη διόρθωση.
Εξάλλου η συζήτηση αφορά το Σολωμό και θα ήταν άδικο να την εκτρέψω.
Το ίδιο άδικο είναι, αγαπητέ Ελπήνωρα, είναι να βάζουμε τις λέξεις σε ταφικά μνημεία. Η γλώσσα αλλάζει διαρκώς, ακόμη κι αυτή η χρονική αύξηση σε προστακτική αορίστου. Ποιοι την αλλάζουν; Συνήθως τα παιδιά.
Αν την άλλαζαν τα παιδιά δε θα ετίθετω ζήτημα,αλλά είναι απόρροια της θήρας τηλεοπτικού χρόνου στα παράθυρα της τηλεόρασης-συνήθως “επετρεψέ μου να ολοκρηρώσω..”- γι’αυτό κ η αρχική παρατήρηση.Δεν έθεσα θέμα αλλαγής ή διατήρησης κάποιων γραμματικών τύπων αλλά του τρόπου αλλαγής αυτών.
Κι όμως, έχεις ορθογραφικά λάθη…
Δεν είναι μόνο των παιδιών αλλά και των μουσικών μας…
“Απότυχα τελείως/ δεν μου δινε καμία μα καμια σημασία” (Κατσιμίχα)
“Στην Ελλάς του 2000” (Αντώνης Βαρδής)
“Kι εσυ υπόγραψες σαν σταρ του σινεμα (Νίκος Ζιώγαλας)
κ.ο.κ
Πάντως, και μ’ αυτό το σχόλιο σας καληνυχτίζω, η σημερινή ανάρτηση με πήγε και στο “RIME IMPROVVISATE” (1822) του DIONISIO CONTE SALAMON-ZACINTIO.
Πέρασε και στα ημιτελικά η Ιταλία… θα χαίρεται και ο Σωτήρης!
Ο οίνος βλέπετε κύριε σχολιαστή για τον οποίο υπερθεματίζατε πριν μπορεί να παραλλάξει ένα “λ” με ένα “ρ” στο πληκτρολόγιο.Για οτιδήποτε άλλο έχετε επισημάνει είμαι στη διάθεσή σας κ σας ευχαριστώ εκ των προτέρων για τη διόρθωση.Δεν είμαι Ταλιμπάν της ορθογραφίας κ η αρχική τοποθέτηση στα λεγόμενα του κυρίου Ρεούση δεν είχε τέτοιο σκοπό.
Τύφλα να ʼχουν όλα ταʼ άλλα !
Εγώ κρατάω το ” αστερωμένος ουρανός”
Ούλα τα λεφτά !!
Δύο βίντεο – διαλέξεις του καθηγητή Λιαντίνη σχετικές με τον Σολωμό:
http://youtu.be/PV1USQuu3Bo (“Η Ωραία Ελένη από τον Όμηρο έως τον Ελύτη”)
http://youtu.be/7PBpQeWRgSk (“Ο Λιαντίνης για το Διονύσιο Σολωμό”)
Τις προτείνω ανεπιφύλακτα σε όποιον δεν τις έχει δει και ενδιαφέρεται για τις φιλοσοφικές προεκτάσεις της ποίησης του Σολωμού και, γενικότερα, της Ποίησης… Παρά τον ενίοτε απλουστευτικό χαρακτήρα τους (μάθημα σε δασκάλους δημοτικού, διάλεξη σε πολιτιστικό σύλλογο), είναι πολύ ενδιαφέρουσες.
Και ένας στίχος απο τα σχεδιάσματα του “Κρητικού”:
«Και την Ελένη αστόχησα, κι έλεγα «μνήστητί μου»…
Συγχωρέστε μου την παρέμβαση στη συζήτηση. Η επισήμανση του σχολιαστή στο ορθογραφικό σας λάθος, κύριε Ελπήνορα, δεν αφορούσε το (τυπογραφικό και όχι ορθογραφικό) λάθος λ/ρ, αλλά το “ετίθετω”.
Κύριε Ράπτη
Από μέρους μου ( ως αγράμματος )
θερμές ευχαριστίες για τις δυο προτάσεις σας .
Κρίμα , μεγάλο κρίμα για τον τρόπο
που έφυγε αυτή η μεγάλη μορφή !!
Δημητρη, ένα ρητορικό ερώτημα:
Η αγραμματοσύνη κάνει τον αγράμματο ή ο αγράμματος την αγραμματοσύνη;
Προτείνω να διαβάσετε κανένα βιβλίο για τις περιπέτειες της γλώσσας μας πριν φτάσει στο σημείο να διδάσκεται όπως την μάθαμε.
Κατά καιρούς έχω συμφωνήσει με τον
κύριο Μουζάκη σε πλείστα όσα θέματα !
Τώρα νομίζω δεσμεύομαι από την
παρά πάνω παραδοχή μου !!
“Με τους αγράμματους που αυτοανάγονται σε δημοδιδασκάλους και μέντορες έχω πρόβλημα, με κείνους που καταγγέλλουν όλους τους άλλους αλλά δεν κοιτάζουν την κομπλεξική καμπούρα τους τα βάζω”.
Προσυπογράφω, Δημήτρη, τη φράση σου, ακόμη κι αν στη θέση του “αγράμματους” έγραφες “εγγράμματους”. Κομπλεξικοί υπάρχουν σε όλα τα στρατόπεδα.
Στο διά ταύτα: το ότι η γλώσσα βρίσκεται σε δυναμική κατάσταση το οφείλει στο γεγονός ότι στο βάθος τίποτε δεν είναι ορθογραφημένο.
Σπύρο μου αν μου επιτρέπεις
Η αγραμματοσύνη για να υπάρξει
απαιτεί ως προ-υπόθεση , την ύπαρξη
αγραμμάτων . Είναι δηλαδή το κατηγόρημα των .
Άρα το πρώτο σκέλος του ερωτήματος σου
μόνο σαν ρητορικό στέκει.
Το δεύτερο έχει περιθώρια συζήτησης !!
Θα το πω παραξενιά, Δημήτρη, όπως όλα είναι παραξενιές, ένθεν κακείθεν. Και το ότι πρέπει να συμφωνήσουμε τη γραφή (και μάλιστα με το αυθαίρετο επιχείρημα ότι μας το επιβάλλει η κοινωνικότητά μας) δεν είναι λιγότερο παραξενιά.
Ο Dawkins τα εξηγεί καλύτερα.
Ασφαλώς και δεν είναι παραξενιά η κοινωνικότητά μας, Δημήτρη. Παραξενιά είναι να θέλει κανείς, στο όνομα αυτής της κοινωνικότητας, να επιβάλλει “ορθότητες”.
Συνειρμικά, μου έρχεται στο νου εκείνο το “εγέρθουτου” 🙂
Δεν θα επεκταθώ άλλο, φίλε μου. Σε προ(σ)καλώ να γράψουμε σχετικά με το πώς αντιμετωπίζει καθένας μας την ορθογραφία (κάθε λογής) και τους ορθογράφους (επίσης κάθε λογής). Με λόγο συγκροτημένο, με επιχειρήματα και παραδείγματα. Μπορούμε να συμβάλουμε ώστε ο Ιούλιος να έχει μεγάλο ενδιαφέρον 🙂
* ο Ιούλιος στο ΠΟΙΕΙΝ, εννοώ 🙂
Κάποιος τους έκανε να νιώθουν κομπλεξικά για την ανορθογραφία τους, Δημήτρη. Κι αυτός δεν ήταν η κυρά-ορθογραφία, αλλά κάποιος εξίσου κομπλεξικός (από την ανάποδη). Αυτό λέω. Και τίποτε δεν νομιμοποιεί τους γλωσσαμύντορες να τραβάνε το αυτί των ανορθόγραφων. Αλλά όταν το κάνουν για καιρό, κάποια στιγμή θα αντιμετωπίσουν και την ιδεολογικά θεμελιωμένη αντίδραση των ανορθόγραφων.
Η πρό(σ)κλησή μου ισχύει. Σε ό,τι αφορά τα σχόλια, σταματώ εδώ. Ο τελευταίος λόγος ας ανήκει σε όποιον έχει να πει κάτι καινούργιο.
Περί ορθής γραφής κλπ
Στην χώρα μας δεν υπάρχει ακόμη ΛΕΞΙΚΟ, είναι υπό κατασκευή, όπως άλλωστε κίδια η χώρα.
Σημ.: το κίδια είναι κράση, μην το συγχέετε με τα γίδια που είναι συμπαθέστατα στας εξοχάς και στη σούβλα.
Να με συγχωρεί το Ποιείν για την παρέμβαση που άνοιξε τον ασκό των γλωσσολογικών ερμηνειών σε ένα θέμα τόσο σπάνιο στους νεοέλληνες όσο η ποιητική του Σολωμού.Με κατατρύχουν οι τηλεοπτικές ιχνηλασίες βλέπετε.Merci Παναγιώτης για την ορθογραφική παρατήρηση.
Σε λίγα χρόνια κανείς δεν θα μπορεί να απολαύσει τα ποίηματα του Γ. Μίχου, αν δεν διαβάσει πρώτα τα εξαιρετικά σχόλια του Δ. Μουζάκη περί ανορθογραφίας.