Σε όνειρο που έμοιαζε μʼ αλήθεια
συνάντησα το Νίκο ένα βράδυ
και μου ΄πε: – Το παρόν είναι συνήθεια,
αλλά το χτες θα γίνει το αλφάδι
γιʼ αυτά που ο χρόνος δώρισε στον Άδη.
Η ένταση του πόνου, εδώ στα στήθια,
σημαίνει πως το μέλλον εξαρτάται
απʼ όλα όσα κανείς μας δε θυμάται.
Δε δείχνει ούτε το ναι ούτε το όχι
το βέλος της πυξίδας, το σημάδι
ξεχάστηκε για πάντα και οι στόχοι
συγχέονται σε τούτο το σκοτάδι.
Είνʼ άραγε ο κόσμος παρακλάδι
τʼ ονείρου που αναδύεται απʼ τη λόγχη
του τίποτα; Στην άβυσσο που μοιάζει
νεκρή και στείρα βλέπω να πλησιάζει
η μέρα που ο τάφος μου θʼ ανθίσει,
μα η σκιά πάνω στης μνήμης την οθόνη,
σαλεύοντας αργά για να θυμίσει
εκείνο που αγαπώ και που τελειώνει,
μου θέτει ένα αίνιγμα που ακόμη
κι ο θάνατος απέτυχε να λύσει.
Λουλούδια από λέξεις θα τινάξουν
τα πέταλα της σκέψης και θα πιάσουν
το νήμα που τυλίγεται κι αρχίζει
να πλέκει μονοπάτια από μετάξι.
Αλλάζουμε. Μα αυτό που συνεχίζει
να μας κρατάει δέσμιους στην τάξη
των ζώντων και νεκρών είναι η πράξη,
εκείνη που στο αίμα της βαφτίζει
τις άγονες στιγμές, τις πιο τρωτές μου.
Σβήσε το φως του μέλλοντος και πες μου.
Δεν ξέρω αν ήταν ψέμα ή αλήθεια…
Θυμάμαι πως τον είδα ένʼ άλλο βράδυ
και του ΄πα: – Το παρόν είναι συνήθεια,
σωστά το λες κι ας βρίσκεσαι στον Άδη.
Μα τούτη η σκέψη έχει το ψεγάδι
πως κι αν η αγάπη γράφει παραμύθια
το μίσος θα μας δείχνει άλλους δρόμους
κι οι γάμοι θα σφραγίζονται με φόνους.
Και μου ΄πε: – Στα εμπόδια της ρίμας
ψηλάφησα τη μοίρα του ισοβίτη,
για μήνες σʼ ένα σπίτι της Αθήνας
κοιτώντας τη σελήνη απʼ το φεγγίτη
το θύμα είχα ταυτίσει με το θύτη
κι αντί για το σχεδιάγραμμα του ονείρου
προτίμησα τα λόγια, τη βιασύνη
που δίνει του θανάτου ελεημοσύνη.
Κοιμάται και σωπαίνει σαν τη Σφίγγα
το φως του παραλόγου, κι όμως τώρα
εγώ, που ούτε το δάκρυ μου δε βρήκα
σʼ αυτής της νοσταλγίας την αιώρα,
σου δείχνω εδώ του μνήματος τα δώρα:
οι στίχοι είναι του τίποτα η προίκα.
Και του ΄πα: – Ως εκεί δεν έχω φτάσει.
Κι εκείνος μʼ απαντάει: – Όποιος χάσει
τα ίχνη του ανάμεσα στους μύθους
σʼ αυτόν θʼ ανʼηκεο πάντοτε η μνήμη
κι αυτός θα ΄χει το κράτημα του ξίφους
ανάμεσα σε πόλεμο κι ειρήνη.
Η νύχτα ξαγρυπνούσε σαν αγρίμι
κι ο Νίκος πάλι έπαιζε με γρίφους.
Το ίσως, είπε, είναι του βεβαίως
ο άλλος εαυτός, ο αμελητέος.
Αλλά καθώς οι λέξεις οι αναγκαίες
αγγίζαν στα τυφλά η μια την άλλη
κι ανοίγαν του νοήματος οι αυλαίες,
το σφάλμα, σα μαστίγιο, και πάλι
ηχούσε μες στη σκέψη και η ζάλη
του ύπνου αναμόχλευε ιδέες
κι ελπίδες που σωθήκαν κατά τύχη
στου χρόνου την αφρούρητη αποθήκη.
Και τότε μου ΄πε: – Έλα, θα σου δείξω
τα μέρη τʼ από ʽδω, που δεν αλλάζουν.
Το φως του σταλακτίτη θα σʼ ανοίξω
να δεις τις ερημιές που σε τρομάζουν
και τʼ άφυλα παιδιά που τα θαυμάζουν
οι νέοι και οι γέροι. Κι ό,τι αγγίξω
να ξέρεις πως δε θα ʽναι παρά ψέμα
και μίμηση γιορτής μπροστά στο βλέμμα.
Ακούσαμε απαλό της χλόης το ρίγος
στο πέλμα, και ο άνεμος θρηνούσε
το κύμα των ψυχών μέσα στο σφρίγος
μιας άγνωστης φωνής που αντηχούσε
πλησιάζοντας διαρκώς. Αδημονούσε
η νύχτα να μιλήσει κι ήταν λίγος
ο χρόνος που απέμενε στον κήπο.
Τον μέτραγε η καρδιά σε κάθε χτύπο
κι ο ήλιος είχε πάψει να φωτίζει.
– Το βλέπεις, μου ʽπε, αυτό το μονοπάτι;
Τελειώνει εκεʼι που η όραση αρχίζει
κι αρχίζει εκεί που φλέγονται οι βάτοι.
Σʼ αυτής της γης τα μήκη και τα πλάτη
δεν έμαθʼ η ζωή να ψιθυρίζει
στʼ αυτί των πεθαμένων. Κάθε μέρα
την τέφρα τους σκορπίζει στον αέρα
θυσία στην ανθρώπινη αστοχία.
Υπέφεραν στην έρημο και χάρη
σʼ εκείνης της πληγής την ευτυχία
επέτρεψαν στο θάνατο να πάρει
στα χέρια του τʼ ωραίο χαλινάρι
του πόνου που γεννάει τη λατρεία.
Πεθαίνοντας, νυμφεύτηκαν το χώμα
και τώρα ταξιδεύουν δίχως σώμα.
Παιδιά περάσαν δίπλα μας και γέροι
μιλώντας σε αόρατες Κυρίες
που ακούμπησαν στον ώμο μου το χέρι.
Οι άγγελοι διηγούνταν ιστορίες
για αρραβώνες, γάμους και μοιχείες
γνωστές από παλιά σʼ αυτά τα μέρη.
Κι ο Νίκος είπε: – Εδώ θα μοιραστούμε
αυτό που απομένει νʼ αρνηθούμε.
Δεν λέω πως τον πίστεψα, αλλά τώρα
ερχόταν προς το μέρος μου απʼ τη λίμνη
(όπου οι ψυχές περίμεναν την ώρα
που θʼ άγγιζε η φτερούγα τους τη μνήμη)
η μάνα μου και μου ʽδειχνε την κρήνη
που έπιναν νερό τα σαρκοβόρα.
Στα μάτια της φυσούσε απʼ την Ασία
και μέσα στης βοής την πανδαισία
ακούστηκε για μένα κάποια νύξη.
Ποιος ίλιγγος, ποια χίμαιρα αιώνων
μπορούσε τώρα πια να ξαναδείξει
τον κόσμο των τρισδιάστατων εικόνων
σʼ εκείνη τη γυναίκα; Των αφρόνων
μνηστή και ερωμένη είνʼ η θλίψη –
μα η μάνα μου περπάταγε μιλώντας
για τη χαρά. Της έγνεφε γελώντας
από ψηλά ο πατέρας μου, ζητούσε
αντίπαλο να παίξουν με τα χρόνια
και μέσα στη σιωπή του αναιρούσε
τη λύπη, που μου φαίνονταν αιώνια.
Σε μια σκακιέρα άδεια, δίχως πιόνια,
καθόταν και την ώρα του περνούσε.
Κι ο Νίκος είπε: – Ξέχνα τον, δε βλέπει.
Η νύχτα θα τον βρει εκεί που πρέπει.
Ιρίδιζαν οι κήποι. Και οι λάμψεις
τα βήματα οδηγούσαν προς το Δέντρο.
– Αν θες, είπε το πνεύμα σου να θάψεις,
ιδού ποιο ΄ναι του σύμπαντος το κέντρο,
και της φωνής του άλλαζε το τέμπρο
σιγά σιγά. – Θα άξιζε να κλάψεις
γιʼ αυτούς τους μίσχους, για το κάθε φύλλο
της βλάστησης που έθρεψε το θρύλο.
Ανάμεσα στου ύπνου τις καμπύλες
κατέβαιναν τʼ αστέρια προς το χώμα
φωτίζοντας τού όνειρου τις ύλες
και είδα πως, θρεμμένο με το πτώμα
των ένοχων, δεν εχει σχήμα ή χρώμα
το Δέντρο στου Παράδεισου τις πύλες.
Καρπός του είνʼ η σκιά που δελεάζει
εκείνον που τολμάει και πλησιάζει.
Λαμπύριζεν η Άρκτος και η πάχνη
αλλοίωνε το θέαμα στο βάθος,
εκεί που είχε πλέξει η αράχνη
το ψέμα απʼ του τίποτα το πάθος.
– Κοιμήσου, είπε ο Νίκος, είναι λάθος
να σκέφτεσαι το σώμα που σε ψάχνει.
Εδώ, όλες οι μέρες είνʼ αργίες
κι ο ύπνος θα σου δίνει οδηγίες.
Κοιμήθηκα κι αυτός μονολογούσε
ορθός μπροστά στης νύχυας το δρεπάνι
– Ναι!, έλεγε, ο θάνατος χωρούσε
πολλούς ακόμη, μόνο που η πλάνη
του κάτω κόσμου ήταν το λιμάνι
για όσους ο Θεός δε συγχωρούσε.
Παράδεισος είνʼ όνομα ένος τόπου
που φτιάχτηκε απʼ τη φύρα του ανθρώπου.
Ξημέρωσε κι απλώθηκε να λύσει
τα μάγια του το φως πάνω στο στάρι
που πάλλονταν. Κατάλαβα τη ρήση:
ο χρόνος είχε σβήσει το λυχνάρι
του μέλλοντος. Και ρίχνοντας το ζάρι
μιας μοίρας που την είχα λησμονήσει
θυμήθηκα το μόνο που γνωρίζω:
φεύγω μακριά θα πει απλώς γυρίζω.
(για το ΠΟΙΕΙΝ: Βαγγέλης Ψαραδάκης)










Έβαλες γκολ, Σωτήρη, καλή μέρα σε όλους!
Μάλιστα.., ωραία τα μολογάει ο Κερκυραίος..
Γκολ και πρόκριση ήταν αυτό και μάλιστα με τρεις πάσες.
Ενθουσιάστηκα.
“Κι ο Νίκος είπε: – Εδώ θα μοιραστούμε
αυτό που απομένει νʼ αρνηθούμε.”
Λάφυρα ελληνικά, η λεία εκ της Ουρανουπόλεως!
Ευχαριστούμε, φίλοι!
Κύριε Ευγένιε Εύγε
Μας δώσατε ένα ακόμα δείγμα , το πως
εσείς οι Επτανήσιοι τηρείτε απαρέγκλιτα
την eredita που κληρονομήσατε
από του γείτονες Ιταλούς και την
κουλτούρα τους .
Υπέροχο ποίημα!
Αυτή είναι, νομίζω, η εκδοχή που βρίσκεται στα Ποιήματα και πράξεις (Ίκαρος, 1990). Σε μια μεταγενέστερη ανθολογία του Θ. Νιάρχου (Καστανιώτης, 2002) με τίτλο Ποιητές για ποιητές: Χειραψία πάνω από την άβυσσο, το ποίημα για τον Καρούζο εμφανίζεται τροποποιήμενο, σε μια αρκετά διαφορετική εκδοχή:
Νίκος Καρούζος
Οι ώρες είναι σκιές στα σκαλοπάτια
που κατεβαίνουν ώς τους πεθαμένους
μας ποιητές. «Της άβυσσος τα μάτια»,
είπε ο Νίκος, «βλέπουν μαγεμένους
γκρεμούς όπου περπάτησε η Venus
Obscura. Μα, στης τρέλας το κρεβάτι, Α-
φροδίτη και Παρθένος γίνοντʼ ένα.
Το έμαθʼ απʼ τη μάνα μου. Απένα-
ντι σʼ ένα τέτοιο δράμα θα ορίσει
ο ποιητής το έργο, στην οθόνη
της μνήμης προσπαθώντας να κρατήσει
όχι αυτό που τρέμει και τελειώνει,
αλλά την όψη ‛κείνου που ακόμη
κι ο θάνατος αρνείται νʼ αντικρίσει:
το Βλέμμα Του Πατέρα, την ερκάνη
μιας γλώσσας που αδιάκοπα θα φτάνει
»στην άκρα σιωπή… Ούτε που ξέρω
αν σώπασα στη σκέψη ή στην πράξη»,
προσέθεσε. «… Εφόσον ο Αχέρο-
ντας θα μας έχει δέσμιους στην τάξη
του θανάτου, να λές “Θεός φυλάξοι”
όταν βρεθείς απέναντι σε γέρο
γιατί τελειώνʼ η βάρδια του σε λίγο».
«Και η δική σου;» «Σίγουρα… Θα φύγω
για κει όπου ο νους ―η συμμετρία
ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι―
γιατρεύει την παλιά μοιρολατρία.»
Σωστά μιλούσε έτσι για τον Άδη
αλλά ―του είπα― μένει το ψεγάδι
της σκέψης πως υπήρξε η πορεία
του χρόνου γραμμική. «Σιγά μην ήταν!
Εμένα μου θυμίζει τη σαΐτα
»που ρίχνει το παιδί απʼ τον φεγγίτη
να δει πως καμπυλώνεται και πέφτει.
Τον χρόνο εσύ τον είπες “τρωγλοδύτη”
εγώ τον λέω “πνεύμα του καθρέφτη”.
Αλλά, βεβαίως, πρόκειται για ψεύτη.
Σʼ αυτό είμαστε σύμφωνοι… Οι χτύποι
των ρολογιών δεν είνʼ αυθεντικοί, ας
μας έσπρωξαν στο ρεύμα μιας ανίας
αυθεντικά θανάσιμης ― πηλίκα,
λογάριθμοι, διαιρέτες… Λοιπόν, τώρα,
εγώ, που ούτε το δάκρυ μου δε βρήκα
σʼ αυτής της νοσταλγίας την αιώρα,
σου εξηγώ του μνήματος τα δώρα:
οι στίχοι ‛ναι του τίποτα η προίκα…»
Του είπα: «Ώς εκεί δεν έχω φτάσει.»
Κι αυτός μου απαντάει: «Όποιος χάσει
»το δρόμο του ανάμεσα στους μύθους
σʼ αυτόν θʼ ανήκει πάντοτε η μνήμη
κι αυτός θα ‛χει το κράτημα του ξίφους
ανάμεσα σε πόλεμο κι ειρήνη.»
Η νύχτα ξαγρυπνούσε σαν αγρίμι
κι ο Νίκος πάλι έπαιζε με γρίφους.
«Το ίσως», είπε, «είναι του βεβαίως
ο άλλος εαυτός, ο αμελητέος.»
Και μου ‛πιασε το χέρι. «Θα σου δείξω
ουράνιες βοσκές, αγιογραφίες
στο φως του σταλακτίτη· θα σʼ ανοίξω
να δεις τις προ του χρόνου ερημίες,
όλους των θαλασσών τους αστερίες,
λουλούδια που ανθίζουνε στο ύψω-
μα του Σινά, εκεί που τα δυο χείλια
του Ζέφυρου μυρίζουνε βανίλια.»
Ακούσαμε απαλό της χλόης το ρίγος
στο πέλμα και ο άνεμος θρηνούσε
το κύμα των ψυχών μέσα στο σφρίγος
μιας άγνωστης φωνής που αντηχούσε
πλησιάζοντας διαρκώς. Αδημονούσε
η νύχτα να μιλήσει κι ήταν λίγος
ο χρόνος που απέμενε στον κήπο.
Τον μέτραγε η καρδιά σε κάθε χτύπο
κι ο ήλιος είχε πάψει να ρυθμίζει
την προβολή τού νου στο μονοπάτι.
«Η τύχη σου τελειώνει ‛κει που αρχίζει
κι αρχίζει εκεί που φλέγονται οι βάτοι.
Σʼ αυτής της γης τα μήκη και τα πλάτη
δεν ξέρει η ψυχή να μουρμουρίζει
στʼ αυτί των κοιμισμένων κοροϊδίες·
οι σιωπές κυλούν σαν ευωδίες
που φέρνει του ρυθμού η ευτυχία
από τη μία φράση προς την άλλη
καθώς εκείνη παύει νʼ αντηχεί. Α,
λύπη που νικήθηκες στην πάλη
(το ψάρι σου μυρίζει απʼ το κεφάλι!)
με του κανόνα τʼ άγρια θηρία!
Πεθαίνοντας, παντρεύτηκες το χώμα
και τώρα ταξιδεύεις δίχως σώμα.»
Παιδιά περάσαν δίπλα μας και γέροι
μιλώντας σε αόρατες Κυρίες
που ακούμπησαν στον ώμο μου το χέρι.
Οι άγγελοι διηγούνταν ιστορίες
για αρραβώνες, γάμους και μοιχείες
γνωστές από παλιά σʼ αυτά τα μέρη.
Κι ο Νίκος είπε: «Εδώ θα μοιραστούμε
αυτό που απομένει νʼ αρνηθούμε.»
Θολά, εκτυλισσόταν κάποιο όρα-
μα βάφτισης και βγήκε απʼ τη λίμνη
(όπου οι ψυχές περίμεναν την ώρα
που θʼ άγγιζε η φτερούγα τους τη μνήμη)
η μάνα μου κοιτώντας προς την κρήνη
που έπιναν νερό τα σαρκοβόρα.
Στα μάτια της φυσούσε απʼ την Ασία
και μέσα στης ροής την πανδαισία
ερχόταν κι ο πατέρας μου. Περνούσε
τις μέρες, τις βδομάδες του, τα χρόνια,
αμίλητος. (Θυμάσαι; Κυβερνούσε
το σπίτι μας· σκακιέρα· τρία πιόνια…)
Η πίκρα του μου φάνηκε αιώνια
όπως όταν ρωτούσα αν μʼ αγαπούσε.
Κι ο Νίκος είπε: «Ξέχνα τον, δε βλέπει.
Μια μέρα, θα τον βρεις εκεί που πρέπει.»
Ιρίδιζαν οι κήποι. Κι ένα πούμα
αργά μας οδηγούσε προς το δέντρο
της γνώσης του καλού και του κακού. Μα-
νώλιες, γιασεμιά, συρμή, στο κέντρο
του λιβαδιού· φλογίτσες· και το τέμπρο
άλλαξε της φωνής μου: «Θα αρκούμα-
στε, άραγε, στην Κόλαση αν είχε
δοθεί απʼ την αρχή;» «Σαφώς!» «… Ω μύχιε
αστέρα που ζεσταίνεις και η πάχνη
διαλύεται, τι ξέρεις για το άνθος
της γλώσσας μου;» «Η γλώσσα είνʼ αράχνη
που πλέκει του πατέρα σου το λάθος…
Κοιμήσου», είπε τέλος, «και στο βάθος
να σκέφτεσαι το σώμα που σε ψάχνει.
Εδώ, όλες οι μέρες είνʼ αργίες
κι ο ύπνος θα σου δίνει οδηγίες».
Κοιμήθηκα κι αυτός μονολογούσε
ορθός μπροστά στης νύχτας το δρεπάνι
«Ναι!», έλεγε, «ο θάνατος χωρούσε
πολλούς ακόμη, μόνο που η πλάνη
του κάτω κόσμου ήταν το λιμάνι
για όσους ο Θεός δε συγχωρούσε.
Παράδεισος ― το όνομα του τόπου
που φτιάχτηκε απʼ τη φύρα του ανθρώπου».
Ξημέρωσε κι απλώθηκε να λύσει
τα μάγια του το φως πάνω στο στάρι
που πάλλονταν. Κατάλαβα τη ρήση·
ο χρόνος είχε σβήσει το λυχνάρι
του μέλλοντος· και ρίχνοντας το ζάρι
μιας μοίρας που την είχα λησμονήσει
θυμήθηκα το μόνο που γνωρίζω:
«Αναχωρώ» θα πει, απλώς, «γυρίζω».
Ενα βαθυ (και πλατυ ποιημα) ρυθμικο και στοχαστικο βαθους και ηδονης,γνωσης και ευφυιας…δηλ ενα αριστο ποιημα….